Αδελφός και αδελφή που εργάζονται όλη τους τη ζωή ως δύτες βλέπουν το μέλλον τους ν’ ανατρέπεται ύστερα από ένα ατύχημα. Η ανακάλυψη ενός κρυμμένου φορτίου κοκαΐνης στον βυθό ανοίγει μπροστά τους μια επικίνδυνη διέξοδο.
Η βιομηχανική περιοχή της Ουέλβα προσφέρει στον Αλμπέρτο Ροντρίγκεθ ένα τοπίο που μοιάζει φτιαγμένο γι’ αυτή την ιστορία. Πλοία, μεταλλικές κατασκευές, λιμενικές εγκαταστάσεις και πλατφόρμες συνεχίζουν κάτω από την επιφάνεια σ’ έναν κόσμο σκοτεινό και αθέατο, όπου η καθημερινή εργασία μπορεί μέσα σε δευτερόλεπτα να γίνει επικίνδυνη. Σε αυτόν τον καμβά, ο Αντόνιο είναι ο «Τίγκρες», χαρακτηρισμός που έχει κερδίσει με την ικανότητά του κάτω από το νερό. Θεωρείται ο καλύτερος δύτης του συνεργείου, ένας άνθρωπος που έχει μάθει να εργάζεται εκεί όπου οι συνθήκες αφήνουν ελάχιστο περιθώριο για λάθος. Στην επιφάνεια, όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα. Οικονομικά πιεσμένος και με την επικοινωνία με τα παιδιά του να εξαρτάται από την αδιαλλαξία της πρώην του, κρατά ακόμη το όνειρο ν’ ανοίξει κάποτε το δικό του καταδυτικό κέντρο εκπαίδευσης. Ο Αντόνιο αισθάνεται περισσότερο σίγουρος κάτω απ’ το νερό παρά στη στεριά.
Η εισαγωγή της ταινίας μας βυθίζει αμέσως στον κόσμο της επαγγελματικής κατάδυσης. Θολά και βαθιά νερά, ισχυρά ρεύματα, ελάχιστη ορατότητα και μια εργασία που απαιτεί απόλυτη ψυχραιμία και άριστη εκπαίδευση. Η κάμερα ακολουθεί τους δύτες μέσα σε στενά περάσματα και ογκώδεις υποβρύχιες κατασκευές, δημιουργώντας ένταση και κλειστοφοβία χωρίς να χάνει την αίσθηση της πραγματικής εργασίας που εκτελείται εκεί. Οι υποβρύχιες σκηνές αποτελούν έτσι κάτι περισσότερο από εντυπωσιακές εικόνες, καθώς ο κίνδυνος που εκπέμπουν γίνεται ενεργό κομμάτι της αφήγησης. Λίγο αργότερα, η αναζήτηση και η ανέλκυση νεκρών σωμάτων προσθέτει μια ακόμη (πολύ πιο) σκληρή διάσταση σ’ ένα επάγγελμα όπου η θάλασσα μπορεί ξαφνικά να μετατρέψει μια συνηθισμένη αποστολή σε δοκιμασία.
Συμμετέχοντας και ο ίδιος σε αρκετές καταδύσεις αναζήτησης αγνοούμενων αλλά και ανέλκυσης νεκρών, είναι δύσκολο να παρακολουθείς αυτές τις εικόνες μόνο ως κινηματογραφικό θέαμα. Υπάρχει μια γενική οδηγία, ένας άγραφος κανόνας που μένει στη μνήμη: τη στιγμή της ανέλκυσης, μην κοιτάξεις ποτέ τον νεκρό στο πρόσωπο. Ο Ροντρίγκεθ κάνει ακριβώς το αντίθετο. Κινηματογραφεί κατάματα τους νεκρούς στον βυθό, εγκλωβίζοντας στον φακό το τελευταίο βλέμμα αγωνίας και φόβου. Και κάπου εκεί επιστρέφουν σχεδόν αναπόφευκτα οι στίχοι του Μάνου Ελευθερίου: «Η θάλασσα γυρίζει τον πνιγμένο / με δυο σπαθιά στα μάτια καρφωτά…».
Στον ίδιο κόσμο της θάλασσας έχει μεγαλώσει και η Εστρέλα, δεμένη με τον Αντόνιο μέσα από μία υποδειγματική αδελφική σχέση, σφυρηλατημένη πολύ πριν τους συναντήσουμε στην ταινία. Ανάμεσά τους βρίσκεται διαρκώς η παρουσία του πατέρα τους, του ανθρώπου που τους έμαθε τη θάλασσα και την κατάδυση, παρότι ο Ροντρίγκεθ επιλέγει να τον κρατήσει παρόντα μόνο μέσα από τη φωνή του. Από την επιφάνεια, η Εστρέλα γνωρίζει κάθε κίνηση του αδελφού της και γίνεται ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην πίεση του νερού και τον φρέσκο αέρα της επιφάνειας. Η σχέση τους αποκτά έτσι μια κυριολεκτική διάσταση αλληλεξάρτησης. Άλλωστε, στη δουλειά που κάνουν, η εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που βρίσκεται στην άλλη άκρη της επικοινωνίας είναι ζήτημα ζωής.
Η ίδια αλληλεξάρτηση επεκτείνεται και στους ανθρώπους του συνεργείου, όπου η συναδελφική αλληλεγγύη αποκτά διαφορετική σημασία όταν ένα λάθος κάτω από το νερό μπορεί να θέσει σε κίνδυνο μια ζωή. Ο Ροντρίγκεθ γνωρίζει καλά τούτη την πραγματικότητα και την χρησιμοποιεί χωρίς περιττές εξηγήσεις, ιδιαίτερα όταν γίνονται αισθητά τα πρώτα σημάδια της νόσου αποσυμπίεσης. Η νόσος μπορεί να μην προειδοποιήσει έντονα για την άφιξή της. Όταν εμφανιστούν τα συμπτώματα, όμως, χρειάζεται ν’ αναγνωριστούν έγκαιρα και, κυρίως, να μην αγνοηθούν. Ο Αντόνιο γνωρίζει τους κινδύνους του επαγγέλματός του, όμως, η ανάγκη να συνεχίσει να εργάζεται τον σπρώχνει να παραμερίσει ακόμη και τα μηνύματα που του στέλνει το ίδιο του το σώμα.
Ο οικονομικός εγκλωβισμός σέρνει μαζί του πολλά και για τον Αντόνιο η πίεση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς πίσω από τα χρέη και την εργασιακή ανασφάλεια βρίσκεται ο φόβος ότι μπορεί να χάσει την επαφή με τα παιδιά του. Το όνειρο ενός δικού του καταδυτικού κέντρου μοιάζει ν’ απομακρύνεται, μέχρι τη στιγμή που μια απρόσμενη ανακάλυψη κάτω από το νερό του προσφέρει την ψευδαίσθηση μιας εύκολης εξόδου. Η κρυμμένη κοκαΐνη στο κύτος ενός πλοίου φέρνει στην ιστορία τον κόσμο της διακίνησης ναρκωτικών και υπενθυμίζει πόσο ευρηματικοί μπορούν να γίνουν οι τρόποι μεταφοράς τους. Για τον Αντόνιο, όμως, το πραγματικό δέλεαρ βρίσκεται αλλού: στα χρήματα που θα μπορούσαν να του επιστρέψουν όσα αισθάνεται ότι χάνει στην επιφάνεια.
Τελικά, ο «Τίγκρες» μοιάζει περισσότερο ασφαλής εκεί όπου οι περισσότεροι άνθρωποι θα αισθάνονταν φόβο. Στον βυθό γνωρίζει τους κανόνες, διαβάζει τα σημάδια και ξέρει πως ν’ αντιδράσει όταν κάτι πάει στραβά. Στην επιφάνεια, οι κανόνες είναι πολύ λιγότερο καθαροί και οι επιλογές του περισσότερο επικίνδυνες. Ο Ροντρίγκεθ χτίζει πάνω σε αυτή τη διαφορά ένα κοινωνικό θρίλερ όπου η θάλασσα, η οικογένεια, η οικονομική ασφυξία και το έγκλημα συνδέονται με άρρηκτους δεσμούς. Και ίσως αυτή να είναι η ωραιότερη ειρωνεία του «Λος Τίγκρες»: για έναν άνθρωπο που έχει μάθει μια ζωή ν’ ανεβαίνει με ασφάλεια στην επιφάνεια, τελικά δυσκολότερο αποδεικνύεται να μάθει πώς να ζει πάνω σε αυτήν.
ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Υπάρχουν ταινίες που πλατσουρίζουν στην επιφάνεια κι άλλες που προτιμούν να ψάχνουν τι κρύβεται κάτω από το νερό. Το «Λος Τίγκρες» σαφώς ανήκει στις δεύτερες και, ευτυχώς, γνωρίζει πολύ καλά πότε πρέπει να κρατά την ανάσα του και πότε να την παίρνει βαθιά.
Κώστας Κωνσταντινίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr
