Μπορεί, άραγε, να αναστηθεί ο Κισλόφσκι;
Η παρακολούθηση των γειτόνων με το τηλεσκόπιο δεν είναι πολύ πρωτότυπη ιδέα, αφού έχει δοκιμαστεί με διάφορους τρόπους, για να επαναληφθεί στην ταινία του Ασγκάρ Φαραντί «Παράλληλες ιστορίες». Εδώ παίρνει τη μορφή έξαψης της δημιουργικής, συγγραφικής φαντασίας. Από τον Χίτσκοκ, ο οποίος χρησιμοποίησε το εύρημα ως μέσο αστυνομικής πλοκής («Σιωπηλός μάρτυς»), στον Κριστόφ Κισλόφσκι, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τον ηδονοβλεπτικό χαρακτήρα της πράξης, στη «Μικρή ιστορία για έναν έρωτα», η απόσταση δεν είναι μεγάλη. Καλύπτεται από την ίδια τη φύση του κινηματογράφου, ο οποίος με παρόμοιο τρόπο αναλαμβάνει έναν ηδονοβλεπτικό ρόλο. Θα λέγαμε, κάπως διασταλτικά, ότι το ίδιο το σινεμά αποτελεί έναν «ματάκια» στις ζωές των άλλων και οι θεατές δανείζονται το βλέμμα του, προκειμένου να εξάψουν τη φαντασία τους. Παρακολουθούν μέσα από την «κλειδαρότρυπα» της οθόνης ιστορίες του κόσμου και με τον δικό τους τρόπο ταυτίζονται, αγωνιούν, συμμετέχουν. Ερωτεύονται ακόμη-ακόμη, κι αυτός είναι ο λόγος που οι ηθοποιοί μετατρέπονται σε αντικείμενα πόθου στη φαντασία.
Ίσως να θυμάστε ότι η «Μικρή ιστορία για έναν έρωτα» αποτελεί ουσιαστικά την επιμηκυμένη εκδοχή της έκτης εντολής του κισλοφσκικού «Δεκάλογου» («Ου μοιχεύσεις»). Ο νεαρός ανηψιός μιας ηλικιωμένης κυρίας παρακολουθεί τη γειτόνισσα του με το τηλεσκόπιο, την ερωτεύεται, αισθάνεται εντέλει προδομένος. Κάπως ανάλογα, οικοδομεί την αφήγησή του ο Ιρανός στην καταγωγή Ασγκάρ Φαραντί, μόνον που εδώ η θεία είναι η Ιζαμπέλ Ιπέρ, υπό παρακολούθηση η Βιρζινί Εφιρά, ενώ συμμετέχει και η Κατρίν Ντενέβ. Σα να συγκεντρώνει εμβληματικές μορφές του γαλλικού σινεμά, αυτές που αποτέλεσαν αντικείμενα ηδονοβλεπτικό πόθου, πάνω στη μεγάλη οθόνη. Ο Φαραντί, έχοντας στο ενεργητικό του τα οσκαρικά «Ένας χωρισμός» και «Ο Εμποράκος» προσπαθεί να εξερευνήσει τη φύση του κινηματογράφου, της συγγραφικής φαντασίας και του έρωτα, επαναπροσεγγίζοντας την ταινία του Κισλόφσκι. Έχοντας περάσει στα χέρια της γαλλικής παραγωγής, ο Φαραντί θαρρείς ότι αποπειράται να μεταδώσει τη δική του πνοή ζωής, σε ένα έργο που απαιτεί κουράγιο να το αναστήσεις ή να το αμφισβητήσεις. Διότι, ξέχωρα από τον θαυμασμό του προς τον Πολωνό δημιουργό, επιχειρεί και τα δύο. Μεταγγίζει νέους χαρακτήρες και ιδέες στο αρχικό έργο, ενώ συγχρόνως αφαιρεί από αυτό τη μεταφυσική του διάσταση.
Ο νεαρός της «Μικρής ιστορίας» αποτελεί έναν παθητικό χαρακτήρα, ο οποίος βιώνει το θαύμα του έρωτα, στις «Παράλληλες ιστορίες» τα υποκείμενα της παρακολούθησης διπλασιάζονται (θεία και ανηψιός), ο πραγματικός έρωτας είναι ανάμεσά τους. Αυτό, όμως, υπαινικτικά μπορεί να συμβαίνει και στην ταινία του Κισλόφσκι και αυτή είναι μια από τις μοιχείες, στην οποία αναφέρεται. Απλώς τώρα, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές διαμεσολαβεί και η πράξη της συγγραφής, το θαύμα προσγειώνεται στο πεδίο της φαντασίας και της δημιουργίας. Οι δε «Παράλληλες ιστορικές», ως ένα σημείο, παραπέμπουν και στη «Διπλή ζωή της Βερονίκ», για να πολλαπλασιαστούν οι σχετικές αναφορές.
Ήδη, όμως, το γεγονός ότι η όποια κρίση για το έργο περνάει αναγκαστικά από τη σύγκριση με την καταγωγική ταινία του Κισλόφσκι, αδυνατίζει κατά πολύ την όποια πρωτογενή διάσταση της ταινίας του Φαραντί. Διότι το να επανακατασκευάσεις μια σπουδαία και ολοκληρωμένη ταινία, με όποιες ανατροπές, σε καθιστά δέσμιά της. Μπορεί να αλλάζεις τη θέση των ανδρών στο έργο, να μετατρέπεις τις γυναίκες σε κέντρα δημιουργίας, να προσθέτεις τη συγγραφή ως ενδιάμεσο μεταξύ σκηνοθέτη και εικόνας, στο τέλος όμως, απλώς περιπλέκεις την αφήγηση. Και σε κάποια σημεία, η πράξη αυτή φαντάζει χωρίς λόγο. Μένει, λοιπόν, η μεγάλη τέχνη, την οποία διατηρεί ο Φαραντί στην κατασκευή των εικόνων του, ολοκληρώνοντας ένα έργο που μοιάζει να είναι χωρίς νόημα.
Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr
