ΚΩΔΙΚΟΣ ΤΕΧΕΡΑΝΗ - Δημήτρης Κολιοδήμος

 

Ένας πρώην πράκτορας της CIA οδηγεί την παλιά του ομάδα στην αναζήτηση εκατομμυρίων δολαρίων σε μετρητά τα οποία είχαν χαθεί κατά την κατάληψη της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Τεχεράνη, το 1979. Η πληροφορία προήλθε από τον άνθρωπο που τον είχε στρατολογήσει και η παράτολμη επιχείρηση, που θα λάβει χώρα στην καρδιά του σημερινού Ιράν, μπορεί ν’ αλλάξει για πάντα τη ζωή τη δική του αλλά και των μελών της ομάδας του.

Από μία αποστολή διάσωσης στο Αφγανιστάν σε μία αποστολή διάσωσης στο Ιράν, με ολίγη από κοινωνικό δράμα και άφθονο το στοιχείο της περιπέτειας, η ταινία του Γκάι Μος παίζει σε πολλά tableau (ανάμεσά τους και εκείνο της διάπραξης μιας αριστοτεχνικής ληστείας). Η βασική ιδέα ανήκε στον Μπάζελ Μπαζ, που είχε διατελέσει μέλος της επίλεκτης ομάδας ειδικών επιχειρήσεων της CIA, και (υποτίθεται ότι) φέρνει στην επιφάνεια ένα από τα (πολλά) άπλυτα της μυστικής αυτής υπηρεσίας των ΗΠΑ, που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να υλοποιήσει τα οράματα του εκάστοτε Προέδρου (και του επιτελείου του).

Να είναι, άραγε, τυχαίο που το άκρως απόρρητο αυτό στοιχείο αφορά τον Ρουχολάχ Χομεϊνί, τον θρησκευτικό και πολιτικό ηγέτη του Ιράν, ο οποίος είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στην ανατροπή του καθεστώτος του Σάχη και «αποκαλύπτεται» σήμερα, εποχή που οι ΗΠΑ έχουν θέσει σε εφαρμογή τα δικά τους σχέδια για την εν λόγω χώρα και τον ρόλο που εκείνες θα ήθελαν να παίζει στον ζωτικό και γεωπολιτικά καίριας σημασίας χώρο της Μέσης Ανατολής; Η απάντηση αφήνεται στον θεατή, μιας και για τους δημιουργούς της ταινίας αυτό που προέχει δεν είναι το πολιτικό στοιχείο αλλά εκείνο της περιπέτειας. Το ριψοκίνδυνο παιχνίδι ζωής και θανάτου που αποτελεί καθημερινή άσκηση για έναν μυστικό πράκτορα, ιδιαίτερα όταν στην προσωπική του agenda περιλαμβάνονται και οι επισφαλείς πρακτικές ενός commando.

Τέτοιος είναι ο Λάρι (Λίαμ Νίσον), ο επικεφαλής του κλιμακίου της CIA στο Αφγανιστάν την εποχή της προεδρίας του Τζόζεφ Μπάιντεν, που είχε στρατολογήσει στην Υπηρεσία τον Τάκερ (Ζάκαρι Λίβαϊ), τον άνθρωπο που καλεί εσπευσμένα στην Καμπούλ, προκειμένου να ηγηθεί μιας ειδικής αποστολής με σκοπό την ασφαλή μετακίνηση ενός Ιρανού συνεργάτη των Αμερικανών και της οικογένειάς του, οι οποίοι κινδυνεύουν να πέσουν στα χέρια των Ταλιμπάν. Τέτοιος είναι και ο Τάκερ, στην ομάδα του οποίου έχει προστεθεί ένα νέο μέλος, ο Κλέι (Κουίνσι Αϊζέια), που νοιάζεται περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται για τους «συνεργάτες» τους και παίρνει ένα σημαντικό «μάθημα» για το πώς πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται κάποια «προβλήματα» σε μία αποστολή διάσωσης.

Η αποστολή δεν έχει αίσια έκβαση και όλοι οι συμμετέχοντες αποστρατεύονται, «ατιμωτικά» κατά τη γνώμη ορισμένων απ’ αυτούς, οι οποίοι κάποια χρόνια μετά έχουν ή δεν έχουν προσαρμοστεί στη νέα τους ζωή. Τότε είναι που ο Λάρι αρχίζει να παρουσιάζει κενά μνήμης και να μονολογεί. Απ’ αυτόν, ο Τάκερ μαθαίνει πως χρόνια πριν, την εποχή της επικράτησης της ιρανικής επανάστασης, σ’ ένα ξενοδοχείο της Τεχεράνης, «ξεχάστηκαν» κάποια εκατομμύρια δολάρια που προορίζονταν να χρηματοδοτήσουν τον επαναστατικό αγώνα. Έτσι, αποφασίζει να ενώσει και πάλι την παλιά του ομάδα και όλοι μαζί να μεταβούν στη σημερινή Τεχεράνη, σε αναζήτησή τους. Μόνο που αυτή η αποστολή γίνεται για δικούς τους (προσωπικούς και όχι εθνικούς) λόγους και εμπεριέχει ένα προαπαιτούμενο: τη διαφυγή στο εξωτερικό μιας Ιρανής δημοσιογράφου (Λάρα Γουλφ), που έχει θεωρηθεί αντικαθεστωτική, καταζητείται από τις Αρχές και η ζωή της βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο.

Η ταινία χωρίζεται σε δύο ευδιάκριτα μέρη, που συνδέονται μεταξύ τους με τις στιγμές «ανάπαυλας των πολεμιστών», και διαθέτει έναν ολιγόλεπτο επίλογο – επεξηγηματικό σε σχέση με τα δρώμενα, αλλά και σημαντικό σε σχέση με τη διαπαιδαγώγηση της νεότατης γενιάς των Αμερικανών πολιτών: ο μέντορας πρέπει ν’ αποκτήσει διάδοχο και τα νέα παιδιά πρέπει από μικρή ηλικία να εξοικειωθούν με τη χρήση των όπλων. Δεν έχει καμιά σημασία αν ορισμένοι νεαροί μπουκάρουν αρματωμένοι στο σχολείο τους και αρχίζουν να πυροβολούν τους συμμαθητές τους και τους καθηγητές τους. Σημασία έχει να είναι σε θέση να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, την οικογένειά τους και την πατρίδα τους αν, ο μη γένοιτο, παρουσιαστεί ανάγκη. Η ιδεολογική αναγκαιότητα καθιστά αποδεκτή ακόμη και τη δυσάρεστη ενέργεια ενός προβληματικού διδασκόμενου!

Το πρώτο μέρος, στο Αφγανιστάν, λίγο πριν την αποχώρηση των Αμερικανών, θα μπορούσε άνετα να αποτελεί μία χωριστή ταινία δράσης. Εδώ, με διάρκεια λίγο μεγαλύτερη της μισής ώρας, επιτελεί και τον ρόλο ενός προλόγου, στον οποίο μας παρουσιάζονται οι βασικοί χαρακτήρες, η πίστη τους στις κοινές αξίες και οι ικανότητες καθενός απ’ αυτούς, καθώς και το τίμημα αίματος που καταβάλουν σε κάθε αποστολή τους (στην προηγούμενη είχαν χάσει έναν άνδρα, σ’ αυτήν ένας σύντροφός τους θα χάσει το ένα πόδι του). Είναι οι «καλοί», αυτό είναι δεδομένο, και «κακοί» είναι οι άλλοι – τόσο κακοί που δεν διστάζουν να σκοτώνουν γυναίκες και παιδιά. Ακόμη και να εκτελούν εν ψυχρώ νεαρές γυναίκες, την ώρα της «ανάκρισης», όπως κάνει στο δεύτερο μέρος ο Κασίμ (Ναβίντ Νεγκαμπάν), επικεφαλής της ιρανικής αστυνομίας.

Το δεύτερο μέρος, λοιπόν, διαδραματίζεται στο σημερινό Ιράν (για να ακριβολογούμε, στο Ιράν λίγο πριν δεχτεί τις φετινές συντονισμένες αεροπορικές επιθέσεις των Ισραηλινών και των Αμερικανών). Ο Τάκερ και η ομάδα του βρίσκονται εκεί, έχοντας πάρει την απόφαση να εκτελέσουν μία παράτολμη επιχείρηση η οποία, αν επιτύχει, θ’ αλλάξει τη ζωή τους για πάντα. Αυτό που δεν γνωρίζουν είναι ότι έχουν θέσει σε κίνηση αθέατους μηχανισμούς που θα τους εμπλέξουν σ’ ένα παιχνίδι εκβιασμού, εξαπάτησης και προδοσίας. Κάτι που ανακαλύπτει σιγά-σιγά ο θεατής, μιας και το ένα αναπάντεχο γεγονός διαδέχεται το άλλο, ενώ τα άτομα με διπλό προσωπείο, τα οποία παίζουν έναν ρόλο διαφορετικό από εκείνον που αρχικά νόμιζε ότι τους είχε ανατεθεί, είναι περισσότερα του ενός!

Αυτό είναι το αφηγηματικό προσόν της ταινίας, που διαθέτει κι ένα αισθηματικό ιντερλούδιο, καθώς ο Τάκερ συνάπτει έναν εικονικό (για κάλυψη) γάμο με την Ιρανή Ζάρα (Ελνάζ Νορούζι), για να έχει μαζί του και κάποια που μιλά τα περσικά. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και η μεγάλη σκηνοθετική της αδυναμία, καθώς ο Μος δεν καταφέρνει να εξισορροπήσει τις ρομαντικές στιγμές με τις σκηνές δράσης. Η αργή, περιγραφική ανέλιξη της ιστορίας, με τις ξαφνικές ριπές βίας που υιοθετεί, δεν είναι παρά ένα συνονθύλευμα από τετριμμένα κλισέ και καταστροφικές συμπεριφορές (ενίοτε όχι βίαιες, αλλά ψυχολογικές) των χαρακτήρων του, που οι πρωταγωνιστές του δεν είναι ικανοί να φέρουν σε πέρας ερμηνευτικά. Κι εδώ δεν αναφέρομαι μόνο στον γοητευτικά μονοκόμματο Λίβαϊ, μα και στον πολύ πιο έμπειρο Νίσον, που μοιάζει με φάντασμα του παλιού καλού εαυτού του. Όσο για τις γυναίκες, θα έλεγα ότι την παράσταση κλέβει η Ανέτ Μαχέντρου, στον ρόλο της πρώην συζύγου του Τάκερ και μητέρας του μικρού γιου τους.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Χαζεύεται, αν και ελάχιστα από τα όσα συμβαίνουν είναι και ιδιαίτερα συναρπαστικά. Από την άλλη, υπάρχουν στιγμές που αυτά που βλέπεις ή εκείνα που ακούς κυριολεκτικά… σε βγάζουν απ’ τα ρούχα σου! Αν και θα πρέπει να πληρώσεις για να την δεις σε αίθουσα, είναι από τις ταινίες εκείνες που προορίζονται (κυρίως) για τις πλατφόρμες. Και δεν είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε «ανώδυνη ψυχαγωγία».

Δημήτρης Κολιοδήμος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module