Σύνοψη: Με πρωταγωνίστριες τη Σάντρα Μπούλοκ και τη Νικόλ Κίντμαν, ταΜαγικά Φίλτρα2επιστρέφουνσε έναν κόσμο γεμάτο φεγγαρόφωτο,σκανταλιές και ισχυρήπρογονικήμαγεία.Άυτή τη φόρά, οι αδελφές Όουενς πρέπει να αντιμετωπίσουν τη σκοτεινή κατάραπου απειλεί να διαλύσει την οικογένειά τους μια για πάντα, σε ένα κινηματογραφικόγεγονός που δεν πρέπει να χάσετε, γεμάτο διασκέδαση, μαγεία και χάος
Άποψη: Το καλτ όνομα που ανέπτυξε με το πέρασμα του χρόνου η πρώτη ταινία μάλλον ήταν αρκετά δυνατό για να γίνει πραγματικότητα αυτό το σίκουελ, ακόμη και αν τα ταμεία τότε δεν «στέναξαν» κιόλας.
Πρόκειται για ένα προϊόν που απευθύνεται πρωτίστως στους φαν του σύμπαντος αυτού, δεν διαθέτει τις αρετές εκείνες που «γεννούν» θαυμαστές εκ νέου. Είναι μια συνέχεια που αναπαράγει τα κινηματογραφικά προβλήματα που υπήρχαν και στο φιλμ που προηγήθηκε, υπό το πρίσμα μιας οικείας συνταγής.
Αλλά με αυτήν τη νοοτροπία, αξιόλογο σινεμά δεν προκύπτει. Ναι, εντοπίζονται τρυφερές σκηνές (εύστοχη η χρήση του «Landslide» των Fleetwood Mac σε μία εξ αυτών), κάποια χαριτωμένα αστεία, και η αίσθηση του ρυθμού είναι καλή, βοηθώντας να κυλήσει ομαλά μια μεγάλη χρονική διάρκεια. Όμως αυτά τα στοιχεία δεν αρκούν για να μιλήσει κανείς για ένα αληθινά κερδισμένο στοίχημα συνολικά.
Όπως και στην πρώτη ταινία της σειράς, ο μικρόκοσμος που δημιουργείται δεν είναι αρκετά μαγευτικός και παραμυθένιος για να βυθιστεί ο θεατής σε μια δελεαστική ψευδαίσθηση. Το ύφος ίσως να είναι λίγο πιο ενιαίο συγκριτικά, αλλά οι νέοι χαρακτήρες είναι όλοι τους εξαιρετικά αδιάφοροι. Και ο τρόπος που η μουσική του Rupert-Gregson Williams υπαγορεύει το συναίσθημα, ειδικά στις σεκάνς που υποτίθεται ότι πρέπει να βγάλουν μια συγκίνηση προς τα έξω, είναι σαν να υποτιμάει το κοινό.
Και τελικά δεν προστίθεται κάτι εξαιρετικά ουσιαστικό στην όλη μυθολογία. Ακόμη και οι δύο κεντρικές ηρωίδες δεν έχουν αλλάξει σχεδόν καθόλου από άποψη ψυχολογίας παρότι έχουν μεσολαβήσει πολλά χρόνια, άρα και το περιθώριο για εκπλήξεις λιγοστεύει.
Το ντουέτο των Sandra Bullock και Nicole Kidman (πλέον και οσκαρικό!) κινείται στις ίδιες γραμμές που είχε χαράξει και στο φιλμ του 1998. Χιούμορ, παιχνιδιάρικη χημεία, σοβαρότητα εκεί που πρέπει και μια δόση ρομάντζου. Οι αδερφές Owens σαν ηρωίδες δεν είναι δα και το ζενίθ της πολυσύνθετης δραματουργίας για να λέγονται όλα με ειλικρίνεια. Οπότε είναι λογικό οι παρουσίες των δύο ηθοποιών να λειτουργούν ως μια ευχάριστη παρέα, όχι ως μια ερμηνευτική δοκιμασία απαιτήσεων για τις ίδιες. Και πάλι, καλύτερα απ’ όλους θα περάσουν μαζί τους οι ήδη «πιστοί» στις περιπέτειες της εν λόγω μυθοπλαστικής οικογένειας, πιθανότατα και οι σινεφίλ που ακολουθούν στενά τις φιλμογραφίες των πρωταγωνιστριών από «προσωπική» συμπάθεια.
Μάλλον πολύ κακό για το τίποτα η αναβίωση αυτή. Παρότι ως μεγάλο στουντιακό εγχείρημα έχει γυριστεί με μια φροντίδα που αποτρέπει το να γίνει κουβέντα περί «αρπαχτής», τουλάχιστον σ’ έναν βαθμό, επί της ουσίας δεν είναι πολλά παραπάνω από κάτι που θα μπορούσε να παίζει σε μια ανοιχτή τηλεόραση κάποιο σαββατιάτικο μεσημέρι μετά το φαγητό σε κάποια χρόνια από τώρα. Μια ακόμη ανώδυνη κομεντί που καταναλώνεται γρήγορα και λησμονείται γρηγορότερα.
Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moveitmag.gr
