ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ - Βασίλης Κεχαγιάς

Ο αγώνας του «μικρού» εναντίον του Γολιάθ

Τα τελευταία χρόνια ο ιταλικός κινηματογράφος έχει βρει μια συνταγή επιτυχίας, στην οποία συνδυάζεται η κοινωνική ευαισθησία, με την εύληπτη αφήγηση ιστοριών και ισόποσες κωμικές δόσεις, με αντίτιμο την εισπρακτική επιτυχία. Στην κατηγορία αυτή (θα θυμάστε, ασφαλώς «Τα παράπονα στον δήμαρχο») εντάσσεται και η εν λόγω ταινία του Ρικάρντο Μιλάνι, η οποία ήδη πανηγυρίζει για τα 1.000.000 εισιτήριά της στην Ιταλία. Αυτήν τη φορά είναι ένας βοσκός αγελάδων αυτός που σηκώνει την αφήγηση και την κεντρική σύγκρουση στις πλάτες του, ρόλο που ερμηνεύει αυτοπροσώπως ένας υπερήλικας κάτοικος της απομονωμένης αυτής περιοχής της Σαρδηνίας. Η επιμονή του στην άρνηση πώλησης της σπιτιού του σε μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία, προκειμένου να οικοδομηθεί ένα σύγχρονο, παραθαλάσσιο θέρετρο, γεννάει κωμικές και δραματικές στιγμές, ταυτοχρόνως. Οι πρώτες υποβοηθούνται από το σκηνοθετικό εύρημα της επί δεκαετία αύξησης των προσφορών που δέχεται ο βοσκός Εφίσιο, οι δεύτερες γεννιούνται από τη μοιραία σύγκρουση του με τον Γολιάθ, που απειλεί να τον καταπιεί.

Η όλη αφήγηση έχει τη δομή παραμυθιού, ευφυώς κατασκευασμένου, αφού θα μπορούσε να περιγραφεί κάπως έτσι: «Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια απομονωμένη παραλία ενός όμορφου νησιού, ζούσε όμορφα και καλά ένας βοσκός. Ως τη στιγμή που ένας γίγαντας, τόσο μεγάλος, θέλησε να καπιεί αυτόν και τη γη του. Και έστελνε προσφορές τέτοιες που κανένας δεν θα μπορούσε να αρνηθεί, αυτός όμως έλεγε πάντα «όχι», για δέκα ολόκληρα χρόνια». Και πάει λέγοντας… Η αλήθεια είναι πως ο Μιλάνι χρησιμοποιεί τον περίγυρο, το χωριό, σε ρόλο επισκεπτών, οι οποίοι προσπαθούν να πείσουν τον γερο-βοσκό, να εξυπηρετήσει το κοινό καλό του τόπου του, πουλώντας τη γη του, με αντίτιμο μυθικές προσφορές, που πραγματοποιούνται με τον  τρόπο του παραμυθιού. Οι σκηνές εξελίσσονται σε κωμικές, καθώς οι κάτοικοι του χωριού έχουν όλοι «συμβιβαστεί» και περιμένουν τον Εφίσιο να πράξει το ίδιο, ώστε να εξευρεθούν νέες θέσεις εργασίας, σε μια άγονη γη, κατάλληλη μόνον για κτηνοτροφία ισχνών αγελάδων. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά φθάνει ακόμη και ο πάπας, προκειμένου να πείσει τον πεισματάρη βοσκό. Αυτός, όμως, ανένδοτος. Έτσι στρέφονται όλοι εναντίον του, εκτός από την κόρη του, η οποία στην πορεία αντιλαμβάνεται την καταγωγή του πείσματος του πατέρα της, με μόνο κίνητρο την αγάπη για τη γη του. Κάποια στιγμή η κόρη βρίσκει κι έναν αναπάντεχο σύμμαχο, ο οποίος στέκεται αρωγός στον αγώνα τους. 

Ως εδώ καλά… Κάποια στιγμή, ωστόσο, ξεκινάει μια δικαστική διαμάχη, όχι και πολύ πρωτότυπη κινηματογραφικά, προσπαθεί ο σκηνοθέτης να τους βγάλει όλους «λάδι», να συμφιλιώσει τα αφίλιωτα, να υιοθετήσει το επίσης γνώριμο «και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά αυτά συμβαίνουν μόνον στα παραμύθια. Ακόμη και το φινάλε της ταινίας αμφιταλαντεύεται και βρίσκει μια μεσοβέζικη (προσοχή: όχι αμφίσημη) λύση. Αλλά φαίνεται πως κι αυτό είναι ένα απαραίτητο συστατικό της συνταγής της εισπρακτικής επιτυχίας.

Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr

Smart Search Module