ΠΙΟ ΠΛΟΥΣΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, Η - Γιάννης Φραγκούλης

 

 

Η Μαριάν Φαρέρ, κληρονόμος μιας αμύθητης αυτοκρατορίας καλλυντικών, μοιάζει να τα έχει όλα, εκτός από αγάπη και ελευθερία. Όταν γνωρίζει τον Πιερ-Αλέν Φαντέν, έναν εκκεντρικό και φιλόδοξο φωτογράφο, κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφισης, ανάμεσά τους γεννιέται μια φιλία απρόβλεπτη, αμφίσημη και επικίνδυνη. Εκείνος της προσφέρει μια διέξοδο από τη χρυσή φυλακή της ζωής της, ενώ εκείνη του ανοίγει την πόρτα σε έναν κόσμο αμύθητου πλούτου και προνομίων. Όσο η έλξη και η εξάρτηση μεταξύ τους μεγαλώνουν, τόσο η Μαριάν τού χαρίζει όλο και περισσότερα, εκνευρίζοντας τον περίγυρό της.

Ο σκηνοθέτης

Η ταινία του Τιερί Κλιφά έρχεται στους κινηματογράφους με ένα Σεζάρ Καλύτερου Ηθοποιού, για τον ηθοποιό Λοράν Λαφίτ, για τον ρόλο του Πιέρ-Αλέν Φαντέν. Δίπλα του Ιζαμπέλ Ιπέρ λάμπει σε ένα ρόλο που βρίσκεται ανάμεσα στην απαστράπτουσα χλιδή και στις απλές αξίες του ανθρώπου. Σε όλη την ταινία βλέπουμε τη λαμπερή ζωή των πλουσίων και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όταν οι έχθρες εκδηλώνονται. Σε αυτή την αφήγηση η αφορμή για να εκδηλωθούν αυτές οι εχθρικές συμπεριφορές είναι ένα φιλόδοξος φωτογράφος, ο Πιέρ-Αλέν Φοντέν, που θέλει να τα αλλάξει όλα και να εκμεταλλευτεί την πλούσια γυναίκα που γίνεται φίλη του.

Είναι η έβδομη ταινία του Τιερί Κλιφά, μετά από μια μικρού μήκους και μια τηλεοπτική δουλειά. Ξεκίνησε το 2001 με την μικρού μήκους «Emilie est partie» και 24 χρόνια αργότερα φέρνει αυτή την ταινία με την οποία προσπαθεί να κάνει το μεγάλο άνοιγμα. Η αφήγηση βασίζεται σε αληθινό γεγονός, όπως αναφέρεται στην αρχή της ταινίας, ο σκηνοθέτης και οι συνσεναριογράφοι του έχουν βάλει πολλά μυθοπλαστικά στοιχεία για να προεκτείνουν τα γεγονότα που έγιναν και να δώσουν ένα άλλο νόημα με την ταινία τους. Προκύπτουν όμως κάποια ερωτήματα.

Οι χαρακτήρες

«Δεν μας ενδιαφέρει η ζωή των πλουσίων, αυτά τα προβλήματα προκύπτουν από όσα έχουν σχεδιάσει και έχουν κάνει», θα πουν κάποιοι. Είναι μια σκέψη που «τσουβαλιάζει» τα θέματα και δεν μας αφήνει να δούμε πιο προσεχτικά αυτά τα στοιχεία που υπάρχουν στη μεγαλοαστική τάξη. Ουσιαστικά, αν μείνουμε σε αυτή τη θεώρηση, δεν θα καταφέρουμε να δούμε, μέσα σε αυτό το πάθος, τον άνθρωπο, σα μια ιδιαίτερη μονάδα, που έχει να μας πει πολλά για ανάλογες ίντριγκες, σε μικρότερη κλίμακα, σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Ο Κλιφά εστιάζει στη Μαριάν Φαρέρ και στον Πιέρ-Αλέν Φαντέν. Είναι δύο σημεία της αφήγησης που λειτουργούν ως αναφερόμενα στην πλειάδα ανάλογων περιπτώσεων που συναντάμε συχνά πυκνά στον κοινωνικό μας περίγυρο, τις προσπερνάμε και δεν δίνουμε την πρέπουσα σημασία.

Το μειονέκτημα της μαρξιστικής ανάλυσης είναι ότι δεν βλέπει τον άνθρωπο σα μια ιδιαίτερη ψυχική οντότητα που είναι ξεχωριστή σε κάθε περίπτωση. Ο κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του ψυχισμό και αυτόν θα πρέπει να μελετήσουμε, αν θέλουμε να κάνουμε μια μαρξιστική ανάλυση που να μην έχει ίχνος του μηχανικού υλισμού και του ιδεαλισμού μέσα της. Ο Τιερί Κλιφά επιχειρεί μια τέτοια αναφορά αλλά δεν την ολοκληρώνει. Μπαίνει στον ψυχικό κόσμο των ανθρώπων που απαρτίζουν αυτό τον κόσμο -εν πολλοίς άγνωστο σε εμάς- και σε αυτούς που, για λόγους φιλοδοξίας, τυχαίας συναναστροφής ή εργασίας, συμμετέχουν στον τρόπο ζωής τους. Το βλέπει περιπτωσιολογικά και όχι αναλυτικά. Με άλλα λόγια, βλέπουμε τις συμπεριφορές και όχι τις τάσεις και αντιτάσεις στις κοινωνικές σχέσεις αυτής της μεγαλοαστικής οικογένειας.

Η εμπλοκή του θεατή

Το να παρατηρούμε μόνο το τι έγινε και να μην μας δίνετε έστω ένα στοιχείο για να καταλάβουμε τα γιατί έχει κάποιες επιπτώσεις. Πρώτον, χάνεται ο ρυθμός γιατί δεν υπάρχουν οι απαραίτητες ανατροπές. Δεύτερον, δεν μπορούμε να μπούμε στον πυρήνα του θέματος και βλέπουμε την ιστορία κάτι σαν παρατηρητές, άρα αδύνατον να ενταχθούμε στην κινηματογραφική αφήγηση. Τρίτον, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει η εμπλοκή του θεατή για να φτιάξει μια δικιά του αφήγηση, με αφορμή αυτή που προτείνει η ταινία. Έτσι η ταινία, για να επιβάλλει τον λόγο της, καταφεύγει στον εντυπωσιασμό, μια διαδικασία που τη βλέπουμε σε αμερικάνικες παραγωγές που ακολουθούν τη λογική του Χόλιγουντ.

Παρόλα αυτά, Η Ιζαμπέλ Ιπέρ και ο Λοράν Λαφίτ παίζουν πολύ καλά. Δίνουν λίγη ζωντάνια στην ταινία, όση μπορούν, έτσι ώστε αυτή να κρατηθεί στα πόδια της. Αν βάλεις σε αυτά την πολύ καλή φωτογραφία, που αναδεικνύει το βάθος πεδίου, και τα φανταχτερά κοστούμια και σκηνικά η ταινία έχει κάτι να πει στον περιορισμένο λόγο της. Η μουσική δεν έχει ρόλο στην αφήγηση, σε ελάχιστες στιγμές ορθώνει τον λόγο της, αλλά αυτές δεν μπορούν να δώσουν κάτι στην κινηματογραφική αφήγηση. Το μοντάζ δεν μπορεί να δημιουργήσει τον ρυθμό που θα έκανε την ταινία ευανάγνωστη.

Γιάννης Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmandtheater.gr

Smart Search Module