Σύνοψη: Μια νεαρή αντάρτισσα από τη Γουατεμάλα που μάχεται ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία αναγκάζεται να καταφύγει στο Μεξικό, αφήνοντας πίσω τον γιο της. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν εκείνος έρχεται να ζήσει μαζί της, καλείται να επιλέξει ανάμεσα στα καθήκοντά της ως μητέρα και στη συνέχιση του επαναστατικού της αγώνα, την ώρα που το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στρέφει τα βλέμματα του κόσμου στο Μεξικό και της δίνει μια μοναδική ευκαιρία να αναδείξει τη βία που συνεχίζει να πλήττει την πατρίδα της.
Άποψη: Στη δεύτερη ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί στη μέχρι τώρα καριέρα του, ο Cesar Diaz βάζει κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία από την παιδική του ηλικία και πετάει τον θεατή με τη μία στα «βαθιά», χωρίς πολλές εξηγήσεις, όσον αφορά την πολιτική κατάσταση στη Γουατεμάλα για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εκτυλίσσεται η δράση (1976-1986).
Ο μη εξοικειωμένος σινεφίλ σίγουρα θα ήθελε για διευκρινίσεις να κάνει μια δική του αναζήτηση εκ των υστέρων για να αποκτήσει μια ειδικότερη γνώση. Το σενάριο ναι μεν έχει θέση για τα όσα εξιστορεί, και αρκετά ξεκάθαρη μάλιστα, αλλά αποτυπώνει διαφορετικές οπτικές γωνίες που βάζουν και δύσκολα διλήμματα στο τραπέζι, δεν είναι μονοκόμματη η θεώρησή του.
Κατά τα άλλα, το φιλμ διαθέτει ένταση στο πώς περιγράφει το ταυτόχρονα προσωπικό και πολιτικό δράμα της κεντρικής ηρωίδας κι ενδιαφέρον στη σκιαγράφηση της σχέσης ανάμεσα σε μητέρα και γιο, αλλά έχει ενίοτε και μια τάση προς το μελό που το υπονομεύει μερικώς.
Ενώ και ο Diaz, παρότι έχει προϋπηρεσία, δεν είναι ακόμη ένας κινηματογραφιστής που έχει ξεκλειδώσει πλήρως τις δυνατότητές του, κάτι που φαίνεται από το γεγονός πως εντοπίζονται σκηνές που δεν επικοινωνούν σωστά αυτό που προσπαθεί να περάσει ως συναίσθημα ή ως νόημα. Και το φινάλε μοιάζει λίγο απότομο στην εκτέλεσή του, με αποτέλεσμα να μην έχει τον συναισθηματικό αντίκτυπο που πιθανότατα επεδίωκε.
Στο επίκεντρο βρίσκεται μια ιδιαίτερα πολύπτυχη ερμηνεία από την Bérénice Bejo (παραμένει υποτιμημένη λόγω ελάχιστης τριβής με το σύστημα του Χόλιγουντ), που συνδυάζει μητρότητα και αγωνιστικότητα πότε αρμονικά και πότε συγκρουσιακά, πάντα μέσα στα ρεαλιστικά πλαίσια ενός ανθρώπου που δεν ξέρει αν θα μείνει ζωντανός την επόμενη μέρα λόγω της ιδιότητάς του, όχι ενός ηθοποιού που ψάχνει το πώς θα εντυπωσιάσει επιδερμικά. Σίγουρα είναι η ίδια που σηκώνει τα περισσότερα δραματουργικά βάρη, αλλά υπάρχει και καλή υποστήριξη από μερικούς δευτεραγωνιστές (ο Arturo Ríos ενδεικτικά ως ακριβοδίκαιος άνθρωπος του Τύπου αφήνει ένα πολύ προσωπικό στίγμα, στο σημείο που θα ήθελε κανείς να τον δει και για περισσότερη ώρα στην οθόνη).
Το «Μεξικό 86» σίγουρα έχει την αξία του ως ιστορική υπενθύμιση μιας πραγματικότητας στη Λατινική Αμερική που εξακολουθεί και συντηρείται σε ένα κομμάτι της, ακόμη και αν είναι ορατές κάποιες καλλιτεχνικές ατέλειες. Οπωσδήποτε αντιλαμβάνεται ο καθένας πως είναι και μια προσπάθεια υπέρβασης από την πλευρά του Diaz για να επεξεργαστεί σε πολλά επίπεδα μερικά πολύ σημαντικά βιώματά του. Σαν ατομικό στοίχημα, δεν κερδίζεται στο 100%, όμως αναγνωρίζεται η αλήθειά του, έστω και αν το βάθος δεν προχωράει πάρα πολύ.
Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moveitmag.gr
