SPIDER-MAN: ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΕΡΑ - Γιάννης Κρουσίνσκυ

Το μεγαλύτερο προτέρημα της ταινίας του σκηνοθέτη Ντέστιν Ντάνιελ Κρίτον είναι, ότι η προσωπική διαπάλη κατά τη γεφύρωση μετεφηβικής ζωής και ενηλικίωσης του Σπάϊντερμαν αφορά κάτι σαν υπομονετική παρατήρηση ωφέλιμου διμορφισμού.

Κάτι θεωρητικό και βιωματικό μαζί, το οποίο αντιμετωπίζει - μελετά ο κεντρικός ήρωας. Κάτι το οποίο, ο ίδιος ο Σπάϊντερμαν θα το διαπιστώσει μεν σαν προβληματισμό μόνος, αλλά θα βρει τελικά στην πορεία την πολύτιμη απάντηση μαζί με συμμάχους.

Η δυϊκή διάσταση του κεντρικού ήρωα πρέπει να προσαρμοστεί σε μια άβολη νέα καθημερινότητα. Στο ότι δεν υπάρχουν τα “θέλω” του Πίτερ Πάρκερ, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν οι “ευθύνες” του Σπάϊντερμαν.

Η ταινία “Spider-Man: Καινούργια Μέρα” δεν είναι μεν σαν το προηγηθέν υπέροχο έργο “Spider-Man: No Way Home” (όπου εκεί δικαιολογημένα και κατ’ εξαίρεση έγιναν τα πάντα). Αλλά αξίζει να τη δείτε για την ενδιαφέρουσα συνέχιση της Τετραλογίας. Και για τις δυναμικές εντάσεις ή χαμηλόφωνες συγκινήσεις, που προσφέρει η τέταρτη αυτή ταινία ανεξαρτήτως.

Ανάλυση

Εισαγωγή…

Να υπενθυμίσουμε εισαγωγικά, ότι στο συγκεκριμένο κινηματογραφικό Σύμπαν, με βασικό πρωταγωνιστή τον Τομ Χόλαντ, υπήρξαν οι τρεις προηγηθείσες ταινίες: “Spider-Man: H Επιστροφή Στον Τόπο Του” (Homecoming, 2017), “Spider-Man: Μακριά Από Τον Τόπο Του” (Far Away From Home, 2019), και “Spider-Man: No Way Home” (με κοινό τίτλο, στις Αίθουσες εξωτερικού και Ελλάδας, 2021). Ενώ φυσικά φέτος, ακολουθεί, κυκλοφορώντας τώρα στις Αίθουσες, το τέταρτο έργο: “Spider-Man: Καινούργια Μέρα” (Brand New Day, 2026).

Σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, κοινός παρονομαστής, αυτής της ενδιαφέρουσας τέταρτης ταινίας μέσα στην εξέλιξη της αναπτυγμένης Τετραλογίας Σπάϊντερμαν, είναι η -καθόλου τυχαία- σταθερότητα στον κρίσιμο ρόλο, από τον επιτυχημένο πρωταγωνιστή, Τομ Χόλαντ. Και το λέω αυτό, γιατί φερειπείν ο σκηνοθέτης Τζον Γουάτς των τριών συσχετικών ταινιών Σπάϊντερμαν (2017, 2019, 2021), οι οποίες όπως είδαμε παραπάνω εμπεριέχουν ακόμη και στον τίτλο τους εναρμόνιση με την κοινή έννοια “Home”, δεν ακολούθησε με την παρουσία του το σχεδιασμό της τέταρτης ταινίας. Δεν συμπεριλήφθηκε εκεί. Αντιθέτως, στο “Spider-Man: Καινούργια Μέρα” (2026) ανέλαβε τη σκηνοθεσία ο Ντέστιν Ντάνιελ Κρίτον. Άρα, ο ηθοποιός Χόλαντ απεδείχθη ως μια σημαντική και απαραβίαστη καλλιτεχνική *σταθερά, για τη συνέχιση της συγκεκριμένης Τετραλογίας. Από εκεί και πέρα, κοινό πρότζεκτ παραγωγής στην Τετραλογία αυτή, αποτελεί το σταθερά συγκεκριμενοποιημένο όραμα του ειδικού κινηματογραφικού Σύμπαντος, ονόματι MCU (Marvel Cinematic Universe).

Σε δεύτερο, πιο διεισδυτικό, επίπεδο ανάγνωσης, παρατηρούμε, ότι και τα τέσσερα έργα αυτά, στα οποία κεντρικός ήρωας υπήρξε ο ενσαρκωμένος Πίτερ Πάρκερ / Σπάϊντερμαν από τον Τομ Χόλαντ, έπαιξαν πολύ ψυχολογικά - ενσυναισθητικά με την έννοια του “Σπιτιού”, του “Τόπου.” Και κατά συνέπεια, της αίσθησης του “Ανήκειν.” Μια κρίσιμη έννοια, για τον κεντρικό ήρωα Πίτερ Πάρκερ / Σπάϊντερμαν, η οποία ελευθερώνει διάφορα νοήματα. Δηλαδή: Την υπομονετική ωρίμανση, με σταδιακή απομάκρυνση από τους Εκδικητές. Την προσπάθεια, για την απόκτηση οικειότητας με τον εσωτερικό εαυτό, αλλά και για τη συνύπαρξη στο εξωτερικό κοινωνικό περιβάλλον. Τον προσανατολισμό, για την ανάπτυξη διαπροσωπικών ανθρώπινων σχέσεων. Την αναζήτηση πολύτιμων εμπειριών, που οδηγούν στην αναγνώριση Ηθικών Αξιών, στις οποίες εμπεριέχονται κρίσιμες παράμετροι, όπως: οι ευθύνες, τα πρότυπα, οι φίλοι, οι εχθροί, ο έρωτας. Την προσπάθεια για ανασυγκρότηση προσωπικότητας. Και ουσιαστικά, μια προσέγγιση της διερευνητικής ψυχολογίας του απρόβλεπτου διπόλου, Σπάϊντερμαν / Πίτερ Πάρκερ.

Η Marvel (εν αντιθέσει με την DC, η οποία και μόνο με τη μελέτη των Μπάτμαν και Τζόκερ έχει τη δυνατότητα να κάνει “διερευνητικό ψυχολογικό πάρτι”) δεν έχει πολλούς ήρωες - αντιήρωες που να διαθέτουν τέτοιο δυναμικό ψυχολογικό υπόβαθρο, όπως ο Σπάϊντερμαν. Για αυτό το λόγο και απολαμβάνουμε τώρα πλέον τέσσερις αυτόνομες ταινίες με τον Σπάϊντι! Διότι αξιοποιήθηκε το ισχυρό καλλιτεχνικό υλικό. Στις τρεις ταινίες εξάλλου, τούτο φάνηκε ακόμη και στον τίτλο, μέσω επισήμανσης από την εξακολούθηση της χαρακτηριστικής παρουσιασμένης λέξης “Home” (ή “Τόπος” όπως αποδόθηκε στα ελληνικά). Ωστόσο η αξιοποίηση του καλλιτεχνικού υλικού ισχύει νοηματικά, ανεξαρτήτως τίτλου, σε όλη την Τετραλογία. Δηλαδή και στο τωρινό έργο, η ψυχοσύνθεση του Πίτερ / Σπάϊντι ανταποκρίνεται σε όλα τα παραπάνω κοινωνιολογικά νοήματα που σας ανέφερα. Επιπλέον, σε τούτο το Σύμπαν των τεσσάρων ταινιών, ο ίδιος ο Χόλαντ μετουσίωσε πολύ παραστατικά και πυρηνικά την πιο κοντινή ταύτιση του υπερήρωα αυτού, με την εφηβική και μετεφηβική έξαρση, στην όλη ιδιόρρυθμη ζήση της εν λόγω περσόνας.

Γενικώς…

Και περνάμε πλέον αναλυτικά στην κριτική της τέταρτης, τρέχουσας ταινίας, “Spider-Man: Καινούργια Μέρα” (2026). Ιδίως, το μετεφηβικό ηλικιακό στάδιο του κεντρικού ήρωα παρουσιάζεται ιδανικά στην τωρινή ταινία. Για την ακρίβεια, ένα μετεφηβικό στάδιο το οποίο αναζητά τη γεφύρωση του διπόλου Πίτερ Πάρκερ / Σπάϊντερμαν με την καθοριστική ενηλικίωση. Αυτό μας το δείχνουν τα ίδια τα γεγονότα στο σενάριο. Εδώ δηλαδή, σύμφωνα με το πλήρωμα του χρόνου της ταινίας, τα κρίσιμα πρόσωπα στη ζωή του Πίτερ Πάρκερ, η Μισέλ Τζόουνς και ο Νεντ Λιντς, έχουν αποφοιτήσει από το MIT της Βοστώνης και έχουν επιστρέψει στη Νέα Υόρκη. Άρα, ο συνομήλικός τους Πίτερ Πάρκερ, μπορούμε να υποθέσουμε, πως είναι περίπου ηλικιακά 22 ετών πλέον.

Ουσιαστικά είναι πια, όχι παιδί, μα ένας νεαρός άντρας, η μετεφηβική προσωπικότητα του οποίου περνώντας από δυσκολοδιάβατα μεταβατικά στάδια προσπαθεί να γεφυρωθεί με την επερχόμενη ψυχοσωματική ενηλικίωση. Και αυτό φυσικά, επηρεάζει τον Σπάϊντερμαν, αλληλεπιδρώντας στη δική του ηρωική και περιπετειώδη ζήση. Η δυναμική του αλλάζει, με έναν απρόβλεπτο τρόπο και τόνο. Το συναίσθημα επηρεάζει το σώμα του. Οι ιστοί του παρουσιάζουν μεγάλη ενδυνάμωση, ώστε να παράγονται πλέον ορμητικά και εκ φύσεως (δεν συμβαδίζουν πια με την εφευρετική προέλευση - κατασκευή ιστών, της προϋπάρχουσας μορφής από τεχνολογικά - επιστημονικά επιτεύγματα). Η δύναμή του αυξάνεται με ορμέμφυτο και ανεξέλεγκτο τρόπο, τα μάτια του μαυρίζουν, η αλυσίδα του γενετικού του υλικού κάνει κάποιες ενισχυτικές τροποποιήσεις και όλα αυτά ευθυγραμμίζονται με τον έντονο θυμό που νιώθει ο ίδιος. Ένας κυρίαρχος θυμός, που προκύπτει από την υπαρξιακή αγωνία, η οποία με τη σειρά της προκύπτει από την οδυνηρή μοναχικότητα και συνάμα ατυχή μοναξιά στη ζωή του Πίτερ Πάρκερ.

Με άλλα λόγια, όσο και αν γίνεται προσπάθεια για το αντίθετο, Πίτερ και Σπάϊντερμαν εξακολουθούν να αλληλοεπηρεάζονται. Ασχέτως, εάν όλος ο Κόσμος ξέρει ή όχι την πραγματική ταυτότητα του Σπάϊντερμαν. Ασχέτως, εάν την ξέρουν ή όχι οι στενοί του άνθρωποι. Μάλιστα, σε τούτη την ταινία προκύπτει, ότι όσο περνά ο καιρός, Σπάϊντερμαν και Πίτερ θα έρχονται όλο και πιο κοντά. Αυτό μας το δείχνουν οι σημαντικές απώλειες αγαπημένων προσώπων. Διότι ο Πίτερ δεν έχει πια στην καθημερινότητά του την αποθανούσα, αγαπημένη θεία Μέϊ, αλλά επιπλέον έχουν πεθάνει καί μεταφορικά στην προσωπική του ζωή οι παλιότερες στενές διαπροσωπικές σχέσεις, με τη Μισέλ και τον Νεντ. Ειδικά η Μισέλ, κάνει κάτι χειρότερο από τη λήθη, όταν μαθαίνει τώρα (στην τέταρτη ταινία) τη συγκλονιστική αλήθεια για τη διαγραφή του Πίτερ από τη μνήμη της (πως όλος ο Κόσμος ξέχασε τον Πίτερ Πάρκερ από το αναγκαίο ξόρκι του Δρ. Στρέϊντζ, στην τρίτη ταινία). Η Μισέλ, μετά από αυτή τη νέα πληροφορία, εκφράζει στον Πίτερ, κάτι που του παγώνει την ψυχή. Και αυτό, ο ατρόμητος ήρωας δεν το αντέχει. Αυτό, το φοβάται διαρκώς. Οι στενοί του άνθρωποι, να χάνονται από τη ζωή του. Άλλωστε, η μοναχικότητα έγινε μοναξιά εδώ και πολύ καιρό, στην προσωπική ζωή του περιχαρακωμένου τώρα Πίτερ (εξαιρετική, η ενστικτώδης προφύλαξή του, μέσα σε καταφύγιο ιστών).

Ο Σπάϊντερμαν προσπάθησε κάποτε να τους προστατέψει, μα δεν τα κατάφερε για όλους. Αλλά υπάρχει και ο Πίτερ, που πληρώνει τις συνέπειες για τον Σπάϊντερμαν. Έτσι πλέον θέλει, όσους βρίσκονται εν ζωή, να τους πλησιάσει ξανά. Παλεύει με τον εαυτό του. Όταν επιχειρεί να πλησιάσει τη Μισέλ και τον Νεντ, μα βλέπει ότι εκείνοι έχουν προχωρήσει πια στη ζωή τους (εξαιτίας της στιγμής με το ξόρκι της λήθης, στην οποία και εκείνοι βρέθηκαν), τότε αποδιοργανώνεται. Δεν μπορεί να το διαχειριστεί. Ειδικότερα όταν μαθαίνει, ότι η Μισέλ έχει κιόλας καινούργιο σύντροφο. Και αντιστοίχως, επηρεάζεται άμεσα η δράση του Σπάϊντερμαν. Στη μάχη με τον Σκορπιό ο Σπάϊντι ξεκινά με το γνωστό του χιούμορ προσωπικής Κάθαρσης, παρόλο που ο ίδιος περνά μια άσχημη, αινιγματική, ψυχοσωματική χρονική περίοδο. Έπειτα όμως, μαυρίζουν τα μάτια του, επηρεάζεται όλο του το Είναι, με οργή. Και τότε γίνεται ιδιαίτερα βίαιος, στη μάχη με τον Σκορπιό. Ώστε να μην τον νοιάζει, εάν τυχόν υπάρξουν παράπλευρες απώλειες (μία αστυνομικός τραυματίζεται τότε σοβαρά). Όταν βέβαια ο κεντρικός ήρωας λίγο μετά συνέρχεται, επανέρχεται και η γνώριμη ευαισθητοποίηση του Πίτερ / Σπάϊντι, την οποία αντιλαμβάνεται μόνο η ντετέκτιβ Ντε Βολφ.

Το μεγαλύτερο προτέρημα της ταινίας του σκηνοθέτη Ντέστιν Ντάνιελ Κρίτον είναι, ότι η προσωπική διαπάλη κατά τη γεφύρωση μετεφηβικής ζωής και ενηλικίωσης του Σπάϊντερμαν αφορά κάτι σαν υπομονετική παρατήρηση ωφέλιμου διμορφισμού. Κάτι θεωρητικό και βιωματικό μαζί, το οποίο αντιμετωπίζει - μελετά ο κεντρικός ήρωας. Κάτι το οποίο, ο ίδιος ο Σπάϊντερμαν θα το διαπιστώσει μεν σαν προβληματισμό μόνος, αλλά θα βρει τελικά στην πορεία την πολύτιμη απάντηση μαζί με συμμάχους. Ωστόσο, υπάρχουν και ελάχιστες στιγμές που μπορούν να χαρακτηριστούν με αρνητικό πρόσημο αξιολόγησης ή αφήνοντας ουδέτερη “επίγευση” στο μυαλό του θεατή. Ξεκινώντας από το αρνητικό πρόσημο, η μεγάλη ανατροπή του σεναρίου, με τον αινιγματικό όρο “V-Max” απεδείχθη πως ήταν -σε απογοητευτικό βαθμό- αρκετά απλοϊκή. Και όχι κατάλληλη για σοβαρή παρουσίαση, σε σενάριο μιας τόσο προβεβλημένης ταινίας, την οποία περιμένουν να δουν πώς και πώς παγκοσμίως, τόσοι αφοσιωμένοι θαυμαστές της Marvel και του Σπάϊντερμαν… Μπορούμε έπειτα, να περάσουμε και στην ουδέτερη αίσθηση, που αφήνουν ορισμένες πτυχές του έργου στο θεατή. Φερειπείν, ο τίτλος της ταινίας ανοίγει κάποιους προβληματισμούς, οι οποίοι φέρουν διπλή ερμηνεία αξιολόγησης.

Αφενός, η “καινούργια μέρα - αρχή” αναφέρεται έγκυρα στην ψυχολογία του κεντρικού ήρωα Σπάϊντερμαν. Καθότι εκείνος θα πρέπει να μάθει, να ζει χωρίς τις αναμνήσεις των φίλων του για τον ίδιο. Ουσιαστικά, κατά ειρωνικό τρόπο ο Σπάϊντερμαν θυμάται τα πάντα για εκείνους, αλλά εκείνοι αγνοούν τα όσα έζησαν μαζί του. Δηλαδή η Μισέλ Τζόουνς, αν και ήταν η κοπέλα του, δεν τον θυμάται πια. Το ίδιο συμβαίνει και στο κομμάτι της φιλίας, από τον κολλητό του, Νεντ Λιντς. Έτσι πλέον, η Μισέλ και ο Νεντ διαθέτουν εμπειρίες οι οποίες ανέπτυξαν την προσωπικότητά τους, αυτή τη φορά δίχως τον Πίτερ για συνταξιδιώτη και εμπνευστή. Πρώτον, αποφοίτησαν από το MIT της Βοστώνης και δεύτερον, επέστρεψαν τώρα στη Νέα Υόρκη. Άρα, ο Πίτερ δυσκολεύεται πάρα πολύ να μην τους βλέπει καθημερινά, εφόσον ζει τώρα στην ίδια πόλη με εκείνους, μα πλέον αυτοί έχουν υποστεί αφαίρεση των σημαντικών αναμνήσεών τους για το άτομό του. Πρόκειται για μια σαδιστική ζήση, σε ειδικές συνθήκες. Η δυϊκή διάσταση του κεντρικού ήρωα πρέπει να προσαρμοστεί σε μια άβολη νέα καθημερινότητα. Στο ότι δεν υπάρχουν τα “θέλω” του Πίτερ Πάρκερ, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν οι “ευθύνες” του Σπάϊντερμαν. Κάτι το οποίο, ακόμη και αν προσπαθεί να το τηρήσει ο κεντρικός ήρωας, δεν εξαρτάται μόνο από τον ίδιο (η περιέργεια της Μισέλ, έχει ενεργό ρόλο και σε αυτή την ταινία της Τετραλογίας). Υπό αυτή την έννοια, ναι, είναι εν μέρει, εύστοχος ο τίτλος και η νοηματοδότηση της ταινίας.

Αφετέρου, ο τίτλος που επιχειρεί να χαρακτηρίσει την ταινία “Spider-Man: Καινούργια Μέρα”, παραμένει εν μέρει αναποτελεσματικά αντιφατικός. Διότι, μολονότι χρησιμοποιείται η φράση της “καινούργιας ημέρας – αρχής” και ό,τι αυτό μπορεί να υπόσχεται νοηματικά σε έναν απαιτητικό θεατή (είτε γνώστη των Κόμιξ, είτε του Σινεμά, είτε και των δύο), από την άλλη πλευρά στην πράξη η ταινία παραθέτει ήδη γνώριμους ήρωες της Marvel στο σινεματικό πρωταγωνιστικό πέρασμά τους, οι οποίοι “αναγκάζονται” να προσέλθουν στο Σύμπαν του Σπάϊντι, προκειμένου να του προσδώσουν ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον. Όπως ο Χαλκ / Μπρους Μπάνερ. Διότι ας μην μπερδευόμαστε, εδώ ουσιαστικά δεν έχουμε να κάνουμε αμιγώς με τους Εκδικητές. Αλλά με αυτόνομη ταινία για τον Σπάϊντερμαν. Και σε προηγούμενες ταινίες της Τετραλογίας, εμφανίστηκαν ο Άϊρονμαν και ο Νικ Φιούρι. Και τώρα, ο Χαλκ. Άρα λοιπόν, που ακριβώς μέσα στο έργο βρίσκεται η πιστοποίηση για αυτή την περιβόητη έννοια της “Ολοκαίνουργιας Ημέρας – Ολοκαίνουργιας Αρχής” (“Brand New”), πρακτικά;! Τόσο για τον Σπάϊντερμαν, όσο και για τον θεατή;! Θέλω να πω, ότι σε μια αυτόνομη ταινία Σπάϊντερμαν περιμένουμε την ψυχοσύνθεση του ανάλογου κεντρικού ήρωα, σε σύγκρουση με εκείνη των αμιγώς δικών του εχθρών, σε συμμαχία με εκείνη των αμιγώς δικών του φίλων. Και όχι βολικές προσμίξεις από όλη τη Marvel! Θα μου πείτε βεβαίως, ότι καλά εδώ στην πρώτη κιόλας ταινία, αυτής της κινηματογραφικής σειράς Σπάϊντερμαν, έσκασε μύτη τότε σε βαρυσήμαντο ρόλο ο Άϊρονμαν.

Γενικώς όσο περισσότερο το σκεφτόμαστε, ανακαλύπτουμε, ότι σε τούτη την Τετραλογία ο Σπάϊντερμαν ήθελε αρκετή βοήθεια στη σεναριακή ενίσχυση, με τη συμμετοχή και άλλων ηρώων. 1) Ο Άϊρονμαν ως σύμμαχος μέντορας, με παράλληλες δόσεις πατροναρίσματος του μικρού Σπάϊντερμαν, στην πρώτη ταινία (ναι εντάξει, υπήρχαν οι κλασικοί εχθροί του Σπάϊντερμαν, επιβλητική εμφάνιση από το Όρνιο, έμμεση παρουσία του Σόκερ και έμμεση αφύπνιση Σκορπιού). 2) Ο Νικ Φιούρι σε ρόλο καθοδηγητή και ο απρόβλεπτος “Μυστήριο”, στη δεύτερη ταινία (που ναι μεν εντάσσεται φυσικά ως εχθρός μέσα στον Κόσμο του Σπάϊντι, αλλά εδώ το Σύμπαν αφορούσε τη σχεδιασμένη εγκεφαλική πλάνη – πλεκτάνη εικονικής πραγματικότητας, με ολογραφικά τεχνάσματα, του Κούεντιν Μπεκ ως Villain της οφθαλμαπάτης και όχι τον Κόσμο του Πίτερ). 3) Στην τρίτη ταινία, συνέβη η υπέρτατη συγκέντρωση ηρώων / αντιηρώων. Τρεις Σπάϊντερμαν με νοσταλγική εμφάνιση (άμεσα συνοδευόμενη από το Καστ των ηθοποιών Τόμπι Μαγκουάϊρ και Άντριου Γκάρφιλντ, μαζί με τον Τομ Χόλαντ). Οι εχθροί από τα Σύμπαντά τους (Δρ. Οκτάπους, Γκριν Γκόμπλιν, Σάντμαν, Λίζαρντ και Ηλέκτρο, με τους ανάλογους ηθοποιούς Άλφρεντ Μολίνα, Γουίλεμ Νταφόε, Τόμας Χέϊντεν Τσερτς, Ρις Ίφανς και Τζέϊμι Φοξ). Αλλά και ο σύμμαχος Δρ. Στρέϊντζ (με τη γνώριμη παρουσία του Μπένεντικτ Κάμπερμπατς). 4) Ενώ στην τέταρτη ταινία, έχουμε τις εξωτερικές παρουσίες των Τζιν, Χαλκ, Τιμωρού (και την εσωτερική παρουσία του εμφανισιακά πανέτοιμου, απειλητικού Σκορπιού), σαν πιο τρανταχτές. Θεωρώ, ότι οι υπόλοιποι εχθροί του Σπάϊντερμαν που εμφανίστηκαν στο τέταρτο έργο, για να το πω ευγενικά, δεν είναι ακριβώς και “φίρμες.”

Συμπερασματικά

Εν προκειμένω στην τέταρτη ταινία, που είναι άλλωστε και το κύριο θέμα μας στη συγκεκριμένη κριτική, το Σύμπαν τούτου του Σπάϊντερμαν διογκώνεται με την προσθήκη αρκετών ηρώων, που έχουν περάσει μπροστά από τις Σελίδες των Κόμιξ, μπροστά από τη Μεγάλη Οθόνη, αλλά ακόμη και μπροστά από τη Μικρή Οθόνη, μέσα από Σειρές. Αλλά ας μιλήσουμε τώρα, πιο πολύ για Οθόνες και όχι για Σελίδες. Οι τρανταχτές μορφές ηρώων – αντιηρώων, είναι γνώριμες. Και αυτό αποδεικνύεται, κυρίως με την προσθήκη της Τζιν Γκρέϊ από τους “X-Men” (σε πολλές ταινίες, έχει εντοπιστεί ο γενικός χαρακτήρας της). Αλλά και με τον Τιμωρό / Φρανκ Καστλ (ο χαρακτήρας του, έτσι ακριβώς, εντοπίστηκε σε σχετική σειρά ονόματι “The Punisher” του 2017 - 2019 και στο ειδικής τηλεοπτικής παρουσίασης “The Punisher: One Last Kill” 2026, με πρωταγωνιστικό ρόλο που υποδύθηκε πάλι ο Τζον Μπέρνθαλ).

Κλειδί στη συσχέτιση, του Σπάϊντι με τον Τιμωρό, του Σινεμά με τις Σειρές της Marvel, υπήρξε η περσόνα του δικηγόρου Ματ Μέρντοκ = Ντέαρ Ντέβιλ, που εμφανίζεται στιγμιαία στο έργο “Spider-Man: No Way Home” (με ενσάρκωση από τον ηθοποιό Τσάρλι Κοξ, ο οποίος πρωταγωνίστησε στη σειρά “Daredevil” 2015 - 2018 {όπου εκεί είχε πρωτοεμφανιστεί και ο Τιμωρός, με την εν λόγω ενσάρκωση, πάλι από τον Τζον Μπέρνθαλ} ενώ αργότερα ο Κοξ πρωταγωνίστησε και στο “Daredevil Born Again” 2025). Αλλά ουσιαστικά, όχι ο Τιμωρός, άλλη είναι η δυναμική παρουσία που κλέβει την παράσταση, στο τωρινό έργο του Σπάϊντερμαν! Η ήδη γνώριμη παρουσία της Τζιν Γκρέϊ, από το Σύμπαν των X-Men! Βεβαίως, η παρουσία αυτής της τόσο νεαρής, επί της ουσίας έφηβης, ασχημάτιστης Τζιν, η οποία ανέφερε κιόλας με έντονη δυσαρέσκεια τις οικογενειακές της παρελθοντικές πληροφορίες περί άδικης προσωπικής εγκατάλειψης, φαίνεται να πρωτοπορεί στην ταινία του Ντέστιν Ντάνιελ Κρίτον.

Επομένως, η διόγκωση του Σύμπαντος του Σπάϊντερμαν, με την προσθήκη των προαναφερόμενων χαρακτήρων εδώ, θα μπορούσε να εκληφθεί αξιολογικά, μέσα από δύο αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος. Τόσο ως μια αδυναμία, ανέμπνευστης σεναριακής γραφής, με ορισμένα ψήγματα ωραίων ιδεών. Όσο και ως μια συνολική δύναμη, εκρηκτικής σκηνοθετικής εικονοποίησης. Στο δεύτερο κομμάτι της εικονοποίησης, η ταινία κερδίζει πολλούς θετικούς πόντους! Διότι φυσικά πάντοτε περιμένουμε για τον Σπάϊντερμαν και για κάθε ήρωα της Marvel που η δράση του μεταφέρεται στο Σινεμά, κάτι πολύ συγκεκριμένο σχετικά με την κομβική έννοια “Θέαμα.” Το γνώριμο Θαυμαστό κομμάτι, πρωτόγνωρης δράσης της Marvel (στο οποίο εκεί αντιστρόφως, συγκριτικά, υστερεί συνήθως η DC). Δηλαδή, το Υπερθέαμα! Την ακραία αντιπαλότητα μεταξύ χαρακτήρων, η οποία εξαιτίας των Υπερδυνάμεών τους, που διασταυρώνονται επικίνδυνα στο χώρο, καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της. Και ταυτοχρόνως αυτή η καταστροφική, απρόβλεπτου αποτελέσματος ή νικητή, αντιπαλότητα, εξιτάρει δημιουργικά τον θεατή.

Έτσι στον αντίποδα, παραδέχομαι, ότι οι μαρβελικές προσμίξεις, με τον αμείλικτα βίαιο (και όχι πια νοήμονα) πράσινο Χαλκ, καθώς και με την επικίνδυνα εγκεφαλική (ασχημάτιστη ακόμη) Τζιν, ευνοούν ξεκάθαρα το Υπερθέαμα της συγκεκριμένης ταινίας. Ο θεατής θα μείνει πραγματικά ευχαριστημένος, από αυτές τις κινηματογραφικές διαμάχες, των Σπάϊντερμαν εναντίον Χαλκ και Σπάϊντερμαν εναντίον Τζιν! Καθώς και με τη λυτρωτική ευαισθησία – αυταπάρνηση, επάνω σε αυτές τις δύο ξεχωριστές αντιπαλότητες! Στα πιο γνώριμα στοιχεία, των κλασικών εχθρών του Σπάϊντερμαν, εμφανίζεται ξανά ο Σκορπιός. Πιο ολοκληρωμένος από άποψη μάχης (με την ουρά). Αλλά για πολύ λίγο χρόνο. Τον κυριεύει εγκεφαλικά η Τζιν. Ωστόσο, η μάχη του Σπάϊντερμαν με την τηλεπαθητική κυρίευση της Τζιν στο σώμα του Σκορπιού θυμίζει κάτι πολύ έντονο, από την παλιά αύρα των αμφίρροπων συγκρούσεων, που θα περίμεναν οι θαυμαστές του Ανθρώπου-Αράχνη. Μια ομοιάζουσα ωραία αύρα από Φιλμ, Ανιμέϊσον, Κόμιξ ή και Βιντεοπαιχνίδια μαζί, όσον αφορά τις στιγμές δράσης και τους κοφτούς διαλόγους.

Στην ταινία “Spider-Man: Καινούργια Μέρα” πρωταγωνιστεί έντονα η παρουσία της Γυναικείας Δυναμικής. Τα δυναμικά γυναικεία πρόσωπα είναι πολλά και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Ας το δούμε στην πράξη. Ο Σπάϊντερμαν συμβουλεύεται τη δολοφόνο Γελένα Μπελόβα. Ο Σπάϊντερμαν θέλει να προστατέψει τη Μισέλ Τζόουνς. Ταυτόχρονα συγκρούεται με την παντοδύναμη Τζιν Γκρέϊ. Εκείνη είναι συναισθηματικά δεμένη με την ανάμνηση της αδερφής της, Σάρα Γκρέϊ. Ο Σπάϊντι εμπιστεύεται την ντετέκτιβ Ντε Βολφ. Το υπολογιστικό σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης, E.V., που προστατεύει τον Σπάϊντερμαν, έχει γυναικείο ηχόχρωμα στη φωνή του. Έπειτα, υπάρχει το κομμάτι της αντρικής αλληλεγγύης. Του Πίτερ Πάρκερ με τον Μπρους Μπάνερ. Αλλά και του Σπάϊντι με τον Τιμωρό. Πάρκερ και Μπάνερ επικοινωνούν, σε επιστημονικό επίπεδο. Ενώ Σπάϊντερμαν και Τιμωρός επικοινωνούν, σε ηρωικό και ακραίο επίπεδο, παρόμοιου (όχι ολόϊδιου) τρόπου περιπετειώδους ζωής και ψυχολογικού τραύματος. Από την άλλη πλευρά Σπάϊντερμαν και Χαλκ συγκρούονται έντονα, αλλά καταφέρνουν να βρουν την ισορροπία καθοριστικής επικοινωνίας, μέσα από τη ματιά των alter ego τους.

Το θέμα εδώ είναι, ότι μέσα από συναναστροφές με γυναικείους ή αντρικούς χαρακτήρες ο Σπάϊντερμαν κατορθώνει να βρει τη δική του αρμονία, ξεπερνώντας την ανεξέλεγκτη μεταμόρφωσή του. Στο σύνολο της κινηματογραφικής αφήγησης, που κατάφερε να χωρέσει σεναριακές και σκηνοθετικές εκφράσεις, θεωρώ πραγματικά σημαντική την επιτυχή παρουσία των τριών ανθρώπων στο μοντάζ (Νατ Σάντερς, Τζίνα Σάνσομ, Χάρι Γιούν). Νομίζω, ότι ο σκηνοθέτης Ντέστιν Ντάνιελ Κρίτον ακολούθησε με τη ματιά του σωστά τον διαμορφωμένο Σπάϊντερμαν που επέλεξε να μας παρουσιάσει (είτε με τους ταξιδιάρικους ανεξέλεγκτους ιστούς του, είτε στη μοναξιά του, είτε με τη διασταύρωση προσωπικοτήτων).

Διαφωνώ σε ένα συγκεκριμένο θέμα, με τα όσα λένε οι συντελεστές της ταινίας. Ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τον Πίτερ Πάρκερ, αλλά με την αφοσίωση μόνο στον Σπάϊντερμαν. Όχι λοιπόν. Αντιθέτως, το κομμάτι του Πίτερ Πάρκερ ενυπάρχει και εδώ στον Σπάϊντερμαν. Και μάλιστα, είναι ακριβώς αυτό το ιδιόρρυθμο κομμάτι, που διαμαρτύρεται μέσα στο κλασικό δίπολο του ήρωα Ανθρώπου-Αράχνη της Marvel. Και διαμαρτύρεται, επειδή ο ίδιος δεν μπορεί να βρίσκεται κοντά στις ζωές των Μισέλ Τζόουνς και Νεντ Λιντς. Όταν βλέπει τη Μισέλ να έχει άλλον σύντροφο και μάλιστα να φιλιέται μαζί του, τότε ο Πίτερ αποδιοργανώνεται και δυσκολεύεται να το διαχειριστεί. Ο Πίτερ, όχι ο Σπάϊντι. Όταν η Μισέλ αργότερα λέει στον αποκαλυμμένο Σπάϊντερμαν, πως δεν μπορεί να τον αγαπήσει, τότε ο ίδιος πονάει. Και δεν πονάει ο Σπάϊντι, αλλά ο Πίτερ.

Εν κατακλείδι, η ταινία “Spider-Man: Καινούργια Μέρα” δεν είναι μεν σαν το προηγηθέν υπέροχο έργο “Spider-Man: No Way Home” (όπου εκεί δικαιολογημένα και κατ’ εξαίρεση έγιναν τα πάντα). Αλλά αξίζει να τη δείτε για την ενδιαφέρουσα συνέχιση της Τετραλογίας. Και για τις δυναμικές εντάσεις ή χαμηλόφωνες συγκινήσεις, που προσφέρει η τέταρτη αυτή ταινία ανεξαρτήτως.

Σκεπτικό…

Άλμα Σώματος - Συνείδησης

Η απειλή της, εδώ νεαρής έως και έφηβης, ασχημάτιστης, μα οργισμένης και συνεπώς απρόβλεπτα ισχυρής Τζιν, παρουσιάζεται ιδανικά, έχοντας άμεσο αντίκτυπο στον Κόσμο. Ο Σπάϊντερμαν αρχικώς δεν γνωρίζει, από που προέρχεται τούτη η απειλή. Και έτσι το μυστήριο αναπτύσσεται περίτεχνα και σε εμάς τους θεατές. Δεν ήταν ποτέ όμως και κανένα αίνιγμα, ούτε και κάποιο αληθινά απαγορευτικό σημείο, τύπου “spoiler alert”, για να μην το αναφέρουμε στο όλο κείμενο της κριτικής. Διότι έτσι και αλλιώς, στην ταινία σχετικά γρήγορα αποκαλύπτεται, τι ακριβώς συμβαίνει.

Με εγκεφαλικό, τηλεπαθητικό τρόπο κυρίευσης, ο άγνωστος εχθρός χρησιμοποιεί τα σώματα οποιωνδήποτε πολιτών, προκειμένου να πλησιάσει, να παρακολουθήσει, να συνομιλήσει και κυρίως, να προειδοποιήσει τον Σπάϊντερμαν. Αυτή η μέχρι ένα σημείο άγνωστη, προερχόμενη απειλή, αλλάζει διαρκώς σώματα πολιτών, δίχως να υπολογίζει την αξιοπρέπεια ή τη ζωή των ανθρώπων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λεπτομέρεια, όπου η αόρατη εγκεφαλική ταυτότητα, που χρησιμοποιεί ως προσωρινούς ξενιστές τα σώματα αγνώστων ανθρώπων, θυσιάζει τη ζωή ενός εργαζόμενου οδοκαθαριστή (τον οποίο χτυπά αμάξι).

Αυτό που μας ενδιαφέρει όμως περισσότερο, είναι η γενική κινηματογραφική απόδοση επί τούτου. Η παραστατικότητα που παρουσιάζει, με έναν συνδυασμό Φαντασίας και Ρεαλισμού, η εκλογικευμένη εγκεφαλική χορογραφία, κατά την οποία η Τζιν αλλάζει σώματα, για να περάσει το μήνυμα απειλής της προς τον Σπάϊντερμαν. Και αυτό που το κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον, είναι, ότι για να γίνει το “Άλμα Σώματος - Συνείδησης” σε αυτή την -από πρακτική άποψη- ερμηνευμένη χορογραφία σωμάτων (έτσι όπως δηλαδή αποδόθηκε σαν αποτέλεσμα γυρισμάτων) υπάρχει όριο απόστασης, της εν λόγω επικίνδυνης δεξιότητας που διαθέτει η Τζιν. Όριο απόστασης, στα δέκα μέτρα...

Πιο Αναλυτικά…

*Ο Χόλαντ της Τετραλογίας

Ο Χόλαντ δεν κλήθηκε ποτέ να επαναλάβει επακριβώς ό,τι περιπέτειες ερμήνευσαν οι προκάτοχοί του, Τόμπι Μαγκουάϊρ και Άντριου Γκάρφιλντ. Τα σενάρια, η συσχέτιση των φιλικών προσώπων, οι συνήθειες του χαρακτήρα, οι εχθροί του Σπάϊντερμαν, ακόμη και οι επιλεγμένοι ηθοποιοί στο Καστ, υπήρξαν εντελώς διαφοροποιημένες και μοναδικές παράμετροι δημιουργικότητας.

Εκτός από μία ταινία (“Spider-man: No Way Home”), στην οποία έγινε, κατόπιν μελέτης, η υπέρτατη ένωση τριών Κόσμων. Με τρεις Σπάϊντερμαν και τη συναθροισμένη αντιμετώπιση των εχθρών τους. Με μια λεπτή διαφορά όμως, τότε! Ότι εκεί εκτάκτως “φιλοξενήθηκαν” δύο Σπάϊντερμαν και αρκετοί εχθροί τους, στο ειδικό Σύμπαν που ανήκε – πρωταγωνιστούσε ουσιαστικά εκείνος, ο ένας Σπάϊντερμαν, του Χόλαντ!

Έτσι, πράγματι, ο ερμηνευτής Τομ Χόλαντ έφτασε αισίως τις τέσσερις πρωταγωνιστικές σερί συμμετοχές, σχετικών αυτόνομων ταινιών, στο ρόλο του απαιτητικού διπόλου Πίτερ Πάρκερ / Σπάϊντερμαν. Κάτι το οποίο τουλάχιστον για αυτόνομες ταινίες της ίδιας κινηματογραφικής εκδοχής Σπάϊντερμαν, από άποψη συσχετικού οράματος που φέρει ακολουθία Τετραλογίας σεναρίου – σκηνοθεσίας – παραγωγής και με όμοιο κεντρικό ήρωα - πρωταγωνιστή, δεν είχε ξανασυμβεί μέχρι πρότινος.

Ούτε από τον Τόμπι Μαγκουάϊρ των τριών δικών του ταινιών (“Spiderman”, “Spiderman 2”, “Spiderman 3”), με σκηνοθέτη τον Σαμ Ράϊμι, ενίοτε και σεναριογράφο. Ούτε και από τον Άντριου Γκάρφιλντ των δύο δικών του ταινιών (“The Amazing Spiderman”, “The Amazing Spiderman 2”), με σκηνοθέτη τον Μαρκ Γουέμπ και τριπλέτες άλλων σεναριογράφων στα δύο έργα. Αντιθέτως, στα έργα του MCU που πρωταγωνιστεί ο Τομ Χόλαντ, περάσαμε με τρεις ταινίες από τον σκηνοθέτη Τζον Γουάτς και φτάσαμε στην τέταρτη ταινία Σπάϊντερμαν μέσα από την αλλιώτικη αλλά και συμπάσχουσα, οπτική του σκηνοθέτη Ντέστιν Ντάνιελ Κρίτον.

Άρα, όπως και να το εξετάσουμε, τελικά ο Χόλαντ, εκ των πραγμάτων παραμένει κινηματογραφικά ακλόνητος, με αποτέλεσμα να πρωτοπορεί με τη σταθερή παρουσία του, στην κατακτηθείσα Τετραλογία του Σπάϊντερμαν. Ο Χόλαντ έχει γράψει τη δική του κινηματογραφική ιστορία. Για να μην μιλήσουμε κιόλας, για την επιπρόσθετη συμμετοχή του σε ταινίες των Εκδικητών. Τώρα, εάν ήταν ποιοτικά καλύτερος ο Τομ Χόλαντ από τους Τόμπι Μαγκουάϊρ και Άντριου Γκάρφιλντ ή ποιος ήταν τελικά από όλους αυτούς ο καλύτερος Σπάϊντερμαν / Πίτερ Πάρκερ… Αυτό είναι ένα άλλο θέμα συζήτησης.

Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr

Smart Search Module