ΞΕΝΟΣ, Ο - Βασίλης Μάλτας

 

Μια ταινία που προσφέρει ερεθίσματα για επανερμηνεία του βιβλίου του Καμύ, ακόμα μία επανερμηνεία στις πάμπολλες επί δεκαετίες

Στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ, από τα εμβληματικά κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Γάλλος Μερσώ σκοτώνει «έναν Άραβα» σε μια παραλία του Αλγερίου- όταν η Αλγερία ήταν Γαλλική αποικία. «Το έκανα εξαιτίας του ήλιου» γράφει ο Καμύ- και δηλώνει στη δίκη του ο κινηματογραφικός Μερσώ: το πύρινο φως που «πονούσε τρομερά το μέτωπό του κι όλες οι φλέβες χτυπούσαν κάτω απ’ το δέρμα» (γράφει ο Καμύ και ειπώνεται στην ταινία), η βασανιστικά εκτυφλωτική αντανάκλαση του φωτός στη μεταλλική επιφάνεια του μαχαιριού που είχε τραβήξει ο «Άραβας», σε μια απόσταση όμως από τον Μερσώ, μετά την ενστικτώδη, ανεξήγητη κίνησή του προς τον «Άραβα», ο θανάσιμος πυροβολισμός («Mου φάνηκε ότι ο ουρανός άνοιγε διάπλατα για να ρίξει πύρινη βροχή. Ολόκληρο το είναι μου τεντώθηκε, το χέρι μου έσφιξε σπασμωδικά το περίστροφο, η σκανδάλη υποχώρησε»), οι τέσσερις επόμενοι πυροβολισμοί στον νεκρό Άραβα. Η αδιαφορία του όχι μόνο για τη ζωή των άλλων αλλά και τη δική του θα τονιστεί στη δίκη του, καταθέτοντας ότι είναι πεισμένος για την ενοχή του, δηλώνοντας ότι δεν έχει σημασία αν εκτελεστεί νέος ή πεθάνει ηλικιωμένος από φυσικά αίτια. Ο Μερσώ θα χαρακτηρίσει τον φόνο που διέπραξε ως «τυχαίο»: σύμφωνα με τον Καμύ, η ζωή έμφυτα δεν έχει νόημα και η ανάγκη νοηματοδότησής της μπροστά στην «τρυφερή αδιαφορία του κόσμου», στη σιωπή του χαοτικού σύμπαντος, γεννά ένα παράλογο. Η συνειδητοποίησή του οδηγεί σε παντελή (κι απελευθερωτική) απουσία ελπίδας, μια διαφορετική κατάσταση από την απελπισία, την παραίτηση. Σε μια εγγενώς άνευ νοήματος ζωή, δεν νοούνται ψυχολογικά κίνητρα για τις πράξεις μας που πλέον ανάγονται στη σφαίρα του τυχαίου, χωρίς να μπορεί να κριθούν βάσει της κρατούσας ηθικής.

Ο Μερσώ δεν είναι μόνο μοναχικός, είναι αποξενωμένος (ιδανική η ερμηνεία του Μπ.Βουαζέν). Στην κηδεία της μητέρας του είναι ανέκφραστος, όχι ψυχρός, δεν ανοίγει το φέρετρο για αποχαιρετισμό, εκπλήσσοντας αρνητικά τους παριστάμενους. Στην ερώτηση της συντρόφου του αν την αγαπά, απαντά ότι αυτό δεν έχει σημασία κι ότι θα παντρευόταν οποιαδήποτε γυναίκα του το ζητούσε- ο έρωτας γι’ αυτόν είναι μονάχα βιολογική λειτουργία: ο Μερσώ αδιαφορεί αν η ειλικρίνειά του πληγώνει- πολύ συχνά, κατηγορούμε ανθρώπους ότι προξενούν πόνο με την ωμή ειλικρίνειά τους, όμως πονάμε λόγω της διάψευσης προσδοκιών που έχουν προβληθεί σ΄αυτούς χωρίς να έχουν συμβάλει στη δημιουργία τους, λόγω της αποκάλυψης των ωραιοποιητικών ψεμάτων μας μπροστά στην αλήθειά τους. Ο Μερσώ αδιαφορεί όταν ο μαστροπός Γάλλος φίλος του κακοποιεί μια Αλγερινή που εκδίδει στην πορνεία («δικό τους θέμα» απαντά στην σύντροφό του που αγωνιά), ψευδορκεί υπέρ του επειδή «δεν έχει  κανένα λόγο να μην το κάνει», συμμετέχει στην εκπλήρωση των επιθυμιών των άλλων με την πεποίθησή του για τη ματαιότητά τους. Σπανιότατα, για λίγο, σπάει η απάθειά του- άραγε, πυροβολώντας τέσσερις φορές τον ήδη νεκρό Άραβα κι έχοντας συνειδητοποιήσει την αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, δοκίμαζε την πιθανότητα να αισθανθεί κάτι, δοκίμαζε τα όρια της απάθειάς του, επικύρωνε την αποκοπή του από την κοινωνία;.

Ο Μερσώ αρνείται να προσαρμοστεί στις κοινωνικές συμβάσεις έχοντας συνείδηση τού εαυτού του, δεν αξιολογεί ηθικά τις πράξεις του: δεν είναι ηθικός ούτε μη ηθικός, είναι ανήθικος χωρίς καμία ηθική. Γι’ αυτόν, χαρά, λύπη, ανακούφιση, πόνος, αισιοδοξία κι απαισιοδοξία, είναι υποπροϊόντα μιας αυτοαναφορικής συναισθηματικότητας. Η στάση του μας ενοχλεί, ο Μερσώ είναι ξένος: η διαφορετικότητά του ερμηνεύεται αντανακλαστικά ως πρόκληση κι απειλή, η συμπεριφορά του είναι ακατανόητη βάσει των προκαθορισμένων απαντήσεων που έχουν εγγραφεί ως τον πυρήνα του εγκεφάλου μας και, τελικά, αποβάλλεται καθώς η κοινωνία εξοστρακίζει το ακατάτακτο ως “ξένο”, ως επίφοβο για τη διασάλευση της δεδομένης τάξης πραγμάτων- χωρίς να συνειδητοποιούμε πως  ό,τι φοβόμαστε κι αποκλείουμε, πολύ συχνά είναι καθρέφτης μας. Στην πραγματικότητα, δικάζεται με πρόσχημα τον φόνο καθώς η ζωή του Άραβα δεν έχει αξία για τη γαλλική δικαιοσύνη (η δίκη διεξάγεται στο Αλγέρι «εν ονόματι του Γαλλικού λαού»)- δικάζεται για τον ψυχισμό του κατηγορούμενος για απάθεια στην κηδεία ή την επομένη της κηδείας επειδή ζευγάρωσε με την Μαρί και πήγαν σινεμά σε κωμωδία. Ο Καμύ είχε δηλώσει: «Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που, δίχως τίποτα ηρωικό στη συμπεριφορά του, δέχεται να πεθάνει για την αλήθεια… Συνόψισα τον Ξένο καιρό πριν με μία παρατήρηση που παραδέχομαι ότι ήταν εξαιρετικά παράδοξη: στην κοινωνία μας, κάθε άνθρωπος που δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του, διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικαστεί σε θάνατο. Ήθελα απλώς να πω ότι ο Μερσώ είναι καταδικασμένος επειδή δεν παίζει το παιχνίδι»  Ο “Ξένος” του είναι παγκόσμιος και διαχρονικός.

Όπως στο βιβλίο, ο κινηματογραφικός Μερσώ επικοινωνεί αισθητηριακά με τη ζωή (ήλιο, θάλασσα, σεξ), μια έντονη σωματικότητα που αντιδιαστέλλεται με τη συναισθηματική αποστασιοποίησή του- σε ορισμένες σκηνές, όμως, η ομορφιά των σωμάτων αντικειμενοποιείται. Η ταινία διαφοροποιείται από το βιβλίο φέρνοντας γυναικείους χαρακτήρες στο προσκήνιο, θαρρείς αντισταθμίζοντας την ανδρική επιθετικότητα και περιχαράκωση, και, κυρίως, τονίζοντας το αποικιοκρατικό πλαίσιο (η ταινία τοποθετείται στα 1938, ίδια περίοδο με την έκδοση του βιβλίου το 1942): γιατί, παράλληλα με την «τρυφερή αδιαφορία του κόσμου» συμβαίνει η ανθρώπινη Ιστορία κι ο Μερσώ αναπόφευκτα αποτελεί μέρος της: τοίχοι στο Αλγέρι με συνθήματα του Αλγερινού Μετώπου Απελευθέρωσης, Γάλλοι στο Αλγέρι με πανό «Είμαστε Γάλλοι. Ζήτω η Γαλλία», οι Γάλλοι που υποτιμούν την ντόπια κουλτούρα χωρίς να την κατανοούν- οι Γάλλοι είναι οι ξένοι εκεί,  ο Μερσώ όμως δεν ανήκει πουθενά. Ωστόσο, σαν συνέπεια του τονισμού της αποικιοκρατίας, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε αν στον φόνο εμπεριέχονται φυλετικά στερεότυπα του δυτικού ρατσισμού που έχουν εγγραφεί στο περιθώριο της συνείδησης του Μερσώ (ο Καμύ είχε κατηγορηθεί από τη Γαλλική Αριστερά, μεταποικιακούς μελετητές και τους Αλγερινούς εθνικιστές για την ανωνυμία των ιθαγενών Αράβων χαρακτήρων στο βιβλίο, η οποία αποκαθίσταται στην ταινία). Ο Οζόν προσφέρει ερεθίσματα για μεγάλες συζητήσεις για ένα βιβλίο με πάμπολλες ερμηνείες- με πολλές απ’ αυτές φιλτραρισμένες από την ανεπίγνωστη αποξένωσή μας από τον εαυτό μας- με τον κινηματογραφικό Μερσώ να παραμένει αδιαπέραστος όπως ο λογοτεχνικός Μερσώ.

Η σκηνοθεσία μεταδίδει τον λιτό, αντισυναισθηματικό θα ‘λεγες τόνο του Καμύ στην διερεύνησή του για τη σύγκρουση της ελεύθερης βούλησης τόσο με τη διαμορφωμένη σε συγκεκριμένη κουλτούρα κι εποχή κοινωνική υπόσταση όσο και με τα διαχρονικά μεταφυσικά υποστυλώματα. Τελετουργικά αργός ρυθμός με σιωπές στο στοχαστικό πρώτο μέρος όπου ο ήλιος διεισδύει σε κάθε εικόνα ενώ το φιλοσοφικό δεύτερο μέρος όπου ο Μερσώ φτάνει στη συνειδητή εξέγερση ενάντια στους κοινωνικούς κανόνες, εκτυλίσσεται σε σκοτεινούς χώρους, κυριαρχεί ο λόγος αλλά η ατμόσφαιρα γίνεται λιγότερο εσωτερική κι αισθανόμαστε μια κόπωση- ωστόσο η ταινία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Μια μνεία, τέλος, για την ασπρόμαυρη φωτογραφία που μεταφέρει σε εκείνη την εποχή, μεταδίδει την παραλυτική, υπερβατική μαγεία του μεσογειακού ήλιου, αντανακλά την απουσία εσωτερικών διακυμάνσεων στη ζωή του Μερσώ.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module