ΟΔΥΣΣΕΙΑ - Γιάννης Γκροσδάνης

Ένα σχόλιο στην αρχή της Ιστορίας για το τέλος του ανθρώπινου πολιτισμού

Καταρχάς να πούμε ότι είναι πλέον κάτι παραπάνω από κωμικό να επιτίθονται κάποιοι σε μια ταινία που δεν έχουν καν δει. Και μάλιστα για μια ταινία που διαφημίζει την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό παντού. Σε κάποιο σημείο ακούγονται ελληνικά (ο ηθοποιός Γιάννης Κοκιασμένος έχει μια μικρή άλλα όμορφη παρουσία μέσα στην ταινία) ενώ και η μουσική (στο υπέροχο και απόλυτα ατμοσφαιρικό σκορ του Λούντβιχ Γκόρανσον) έχει κάποια «δάνεια» από την ελληνική μουσική παράδοση. Προσπερνάμε ασχολίαστες τις ατάκες της Λουπίτα Νιογκό περί γυναικών στον Όμηρο, η οποία μάλλον αγχώθηκε πως κάπως έπρεπε να μπει στην κουβέντα της ταινίας και το έκανε με τον εντελώς λάθος τρόπο.

Επικεντρωνόμαστε λοιπόν στην ουσία της ταινίας του Κρίστοφερ Νόλαν. Η οποία αντλεί και δανείζεται, όπως και το σύνολο της φιλμογραφίας του, ιδέες από την αρχαιότητα. Ο Οπενχαίμερ του είναι ένας μεταπολεμικός Προμηθέας. Ο γητευτής των ονείρων του Inception είναι ένας Ορφέας που καταδύεται στον σκοτεινό Άδη για να ξαναβρεί την αγαπημένη του Ευρυδίκη. Ο Κούπερ του Ιντερστέλαρ είναι και αυτός ένας μεταμοντέρνος και διαστημικός Οδυσσέας που χάνεται στον χωροχρόνο και πάει λέγοντας. Ψάχνοντας θα βρείτε κι άλλα τέτοια παραδείγματα.

Η Οδύσσεια του δεν είναι ακριβώς μια διασκευή παρά την προσοχή που δίνει ο ίδιος σε αυτό σε αρκετά σημεία. Περισσότερο με μια πραγματεία μοιάζει πάνω στις ιδέες του έργου και στην προσαρμογή τους στο σήμερα. Φυσικά είναι μια σπουδαία επική παραγωγή, ένα κινηματογραφικό μπλοκμπάστερ απολαυστικό ως εμπειρία για τους θεατές, που δεν σε αφήνει να ξεμυτίσεις ούτε στιγμή από την μεγάλη οθόνη, έχει δουλευτεί άψογα στα συμφραζόμενα και στον εσωτερικό σχολιασμό που κάνει με όχημα την ομηρική ιστορία αλλά παρ’ όλα αυτά δεν είναι απαραίτητα η καλύτερη ταινία του δημιουργού. Αυτό δεν μειώνει στο ελάχιστο την λειτουργία και την σινεφιλική απόλαυση που προσφέρει.

Όσοι περιμένουν να δουν μια πιστή αναπαράσταση του ομηρικού έπους θα απογοητευτούν. Δεν είναι κι αυτό συμβαίνει γιατί στο σινεμά δεν υπάρχει σε καμία διασκευή πιστή αναπαράσταση λογοτεχνικών κειμένων. Οι επιλογές αυτής της διασκευής ωστόσο κρίνονται και για την λειτουργικότητα τους. Ο Νόλαν επιλέγει την σύμπτυξη κάποιων επιμέρους καταστάσεων (σηκώνει μεγάλη συζήτηση εδώ αν δουλεύει αυτό που κάνει), προσπερνάει τελείως κάποιες άλλες, εισάγει στοιχεία από κατοπινούς συγγραφείς (όπως ο Βιργίλιος) και φτιάχνει μια δική του κινηματογραφική εκδοχή με σαφείς αναφορές στο ανθρώπινο παρόν.

Ο νόστος, που  φυσικά υπάρχει ως έννοια, και είναι αισθητός από την αρχή ως το φινάλε της Οδύσσειας, δεν είναι η βασικότερη ιδέα. Επίσης το μεταφυσικό στη ζωή των ανθρώπων, που εξηγείται με την παρουσία και τις παρεμβάσεις των θεών δεν υφίσταται. Ίσως μια επιλογή που αν υπήρχε να δυσκόλευε κάποιους από τους θεατές της (κυρίως στην Αμερική). Για αυτό και ο Νόλαν δείχνει να στηρίζει την δική του ομηρική Οδύσσεια φυσιοκρατικά, ορθολογικά και στην ηθική. Μια ενδιαφέρουσα επιλογή σεναριακά που διευκολύνει τον δημιουργό της σε αρκετά σημεία. Ο Οδυσσέας του είναι ευφυής αλλά συνένοχος και μάρτυρας της παρακμής που βιώνει η ανθρώπινη κοινωνία της εποχής αντιλαμβανόμενος το κακό που προκαλούν οι ίδιοι οι άνθρωποι με την ηθική διάσταση των αποφάσεων τους, την αλαζονεία και την ασέβεια τους  προς τους ηθικούς κανόνες, που ουσιαστικά τιμωρούν και την δική τους προοπτική. Η σημασία του Ξένιου Δία και η απαξίωση του από τους ισχυρούς της εποχής όπως και ο Δούρειος Ίππος και η αποτελεσματικότητα της απάτης που προσφέρει στον δεκαετή Τρωικό Πόλεμο υπέρ των Ελλήνων είναι δύο καλά παραδείγματα αναφορών σε αυτό.

Για αυτό και τα εμπόδια που συναντά ο Οδυσσέας κατά την επιστροφή του απηχούν τις επιλογές που έχει ήδη κάνει θέλοντας να αμφισβητήσει την παρουσία των θεών (το αναφέρει μάλιστα με έμφαση) και τον οδηγούν σε έναν κόσμο σκοτεινό, ερεβώδη, βίαιο, ενστικτώδη, χωρίς καλοκαιρινό φως και ζεστασιά (όλα συμβαίνουν εποχικά μέσα σε έναν περίεργο χειμώνα που πλακώνει ψυχολογικά τους ανθρώπους), με γιγάντιους πολεμιστές που φορούν μεσαιωνικές πανοπλίες (ενδιαφέρον σχολιαστικά αυτός ο αναχρονισμός που εξυπηρετεί το σκεπτικό του Νόλαν σε σχέση με την διαχρονικότητα των καταστάσεων που περιγράφει), μυθολογικά τέρατα που λειτουργούν με το ένστικτο και τη βία, μάγισσες που κρίνουν και τιμωρούν τους θνητούς για αυτή την ανηθικότητα τους.

Οι προεκτάσεις που δίνει πάνω σε αυτή την κοινωνικά ηθική και ψυχολογική προβληματική ο Νόλαν – ειδικά στο τελευταίο μισάωρο όποτε και αναπτύσσει πλέον ξεκάθαρα τις σκέψεις του και ξετυλίγει πιο συναισθηματικά τον βασικό ήρωα του – μοιάζουν να σχολιάζουν όχι μόνο την εποχή του Χαλκού αλλά μια διαχρονική κατάσταση για την ανθρώπινη ιστορία και πολύ περισσότερο για την τρέχουσα εποχή. Ο σχολιασμός του έτσι δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους της Εποχής του Χαλκού αλλά σίγουρα και το τόσο δύσκολο και σύνθετο παρόν της ανθρωπότητας.

Ερμηνευτικά ο Ματ Ντεϊμον στηρίζει άψογα αυτό τον Οδυσσέα ως ρόλο και δικαιούται χωρίς επιφυλάξεις το χειροκρότημα. Είναι όσο ανθρώπινος του το επιτρέπει η ροή της αφήγησης ακόμα κι αν δεν έχει τίποτα από την μεγαλοπρέπεια άλλων Οδυσσέων του παρελθόντος (όπως ο Κερκ Ντάγκλας του 1954). Δεν είναι όμως και απόλυτα γήινος όπως συμβαίνει στον Ρεϊφ Φαϊνς (στην πρόσφατη Επιστροφή του 2024). Παραδίδει ωστόσο μια συγκινητική και συναισθηματικά όμορφη ερμηνεία (όσο του επιτρέπεται σε αυτή την σύνθετη αλληλουχία καταστάσεων) και υιοθετεί με την βοήθεια του Νόλαν μια προσέγγιση ενός περίπλοκου άνθρωπου (για να μην ξεχνάμε και το σήμερα), ο οποίος παρά την ευφυΐα του αντιλαμβάνεται ότι οι ευφυείς αλλά ανήθικες αποφάσεις του έχουν τελικά συνέπειες.

Το ίδιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η psycho-horror Κίρκη της Σαμάνθα Μόρτον (μια από τις καλύτερες ιδέες στο σενάριο του Νόλαν) όπως και η φωτεινή και γοητευτική Καλυψώ της Σαρλιζ Θερόν (παρά τις προβληματικές συμπτύξεις που κάνει για τις οποίες μιλήσαμε και εδώ φαίνονται αρκετά), η καθαρά ανθρώπινη και συγκαταβατική προς τους ανθρώπους Αθηνά της Ζεντάγια ακόμα και ο αρκετά εύθραυστος αλλά ωραία εκφραστικός τυφλός υπηρέτης Ευμαίος του Τζον Λεγκουϊζάμο. Δεν συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με την διαρκώς νευρική Πηνελόπη (Αν Χάθαγουεϊ) και τον άτολμο Τομ Χόλαντ ως Τηλέμαχο ή ακόμα και τον διασκεδαστικά αλλά αρκετά σχηματικά κακό Αντίνοο του Ρομπερτ Πάτινσον. Όσο για την Λουπίτα Νιογκό με το ζόρι πέντε λεπτά εμφανίζεται μέσα στα 172 της ταινίας, δεν θα σας απασχολήσει περισσότερο αλλά καταλαβαίνεις πως και εδώ ο Νόλαν καλλιτεχνικά κάτι θέλει να μας πει : πως μια τόσο ξεχωριστή και διαφορετική γυναίκα από τις υπόλοιπες κατάφερε να προκαλέσει ένα τέτοιο αιματοκύλισμα και η αδερφή της, η Κλυταιμνήστρα που επίσης την ερμηνεύει η Νιογκό – άρα το alter ego της - κατάφερε να σκοτώσει τον άνθρωπο που πραγματικά ευθύνεται για τον πόλεμο. Πολύ κακό για το τίποτα λοιπόν.

Γιάννης Γκροσδάνης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα parallaximag.gr

Smart Search Module