Χωρίς έμπνευση και ρυθμό
Είναι κατόρθωμα πώς μια ταινία με τόση μουσική, όπως «Η μπαλάντα των ονείρων», δεν καταφέρνει να ανασυρθεί από την πλήξη ούτε με τον γερανό των τραγουδιών, τα οποία την πλημμυρίζουν. Η συνάντηση δύο ξεπεσμένων, πρώην μουσικών, οδηγεί αρχικά σε μια φιλία και στη συνέχεια σε μια αδυσώπητη έχθρα, με κέντρο τη διεκδίκηση ενός τραγουδιού.
Πρόκειται για μια μπαλάντα, η οποία γίνεται μεγάλη επιτυχία και ξαναφέρνει τον έναν από τους δύο στο προσκήνιο και στις καρδιές των νέων ανθρώπων.
Το επίμαχο τραγούδι μοιάζει ερωτικό και ως τέτοιο εκλαμβάνεται, στην πραγματικότητα όμως έχει να κάνει με τα συναισθήματα που εμπνέει ένα παιδί στον πατέρα του. Αυτή η διάσταση της ερμηνείας είναι και το καλύτερο εύρημα του φιλμ, κάτι που αναδεικνύει τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίον διαβάζουν δύο άνθρωποι το ίδιο γεγονός. Ό,τι μεσολαβεί κατά τη διάρκεια του κυνηγητού και της διεκδίκησης του δικαίου, είναι σαν την ίδια την μπαλάντα, που διχάζει τους πρωταγωνιστές.
Ένα μουσικό κομμάτι, μισο-ρομαντικό, μισο-ποπ, το οποίο αδυνατεί να σε συνεπάρει, ακόμη κι όταν προσποιείται το συγκινητικό. Ίσως εάν άφηνε ο σκηνοθέτης μόνον τα υπόλοιπα τραγούδια να ακούγονται περισσότερο (αυτά τα γνωστά ποπ, στους γάμους ή στα πάρτι), τα πράγματα να ήταν καλύτερα. Η ταινία μπορεί πάλι να μην βλεπόταν, αλλά τουλάχιστον θ’ ακουγόταν.
Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr
