Ο καθρέφτης είναι λίγο θαμπός
Από τον τίτλο ακόμη, η ταινία «Αντικατοπτρισμοί» αντανακλά τον τρόπο με τον οποίον ο κινηματογράφος και η μουσική συναντιούνται προκειμένου να διεγείρουν το φαντασιακό και να καλύψουν ένα ψυχικό τραύμα. Οι «αντικατοπτρισμοί», ειδικά αν διαβαστούν στον αυθεντικό τίτλο («Mirroirs3») παραπέμπουν στο σχετικό κομμάτι για πιάνο, του Μορίς Ραβέλ, αλλά και στη φύση της ίδιας της έβδομης τέχνης. Επιστρατεύονται τα δύο εκφραστικά μέσα, προκειμένου να αποδοθεί ο τρόπος με τον οποίον το ψυχικό τραύμα βρίσκει ανακουφιστική γάζα με την ψυχαναλυτική «αλλαγή αντικειμένου», αλλά και με την παρηγορητική λειτουργία της τέχνης. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, ο «αντικατοπτρισμός» ονομάζεται Λάουρα και αφορά σε μια κοπέλα, η οποία γνωρίζει συγκινητική περίθαλψη από μια γυναίκα , στην αγκαλιά της οποίας βρίσκεται μετά από ένα τροχαίο δυστύχημα. Σχεδόν περπατώντας στα χαμένα (κυριολεκτικά και μεταφορικά), αρχικά μοιάζει να ζεσταίνεται ευχάριστα σ’ αυτήν την αγκαλιά, στη συνέχεια όμως, κρατάει αποστάσεις, αντιλαμβανόμενη ότι αποτελεί κάτι σαν υποκατάστατο. Εδώ είναι που ο Πέτζολντ πραγματοποιεί ένα δύσκολο εγχείρημα: αρχίζει, με τις βελόνες της Λάουρα, να ξηλώνει το οικογενειακό πουλόβερ και σταδιακά, με πολύ προσεκτικά αφηγηματικά βήματα, αποκαλύπτει το πεδίο ενός ψυχολογικού θρίλερ. Τα μυστικά τα οποία κρύβει η οικογένεια συνοψίζονται στον όρο «ψυχικό τραύμα», δηλαδή ένα γεγονός του οποίου η επίδραση είναι πέρα από την αντοχή των «ψυχολογικών ιστών» του ατόμου. Σε αυτήν την κατάσταση βρίσκεται η μητέρα της οικογένειας και με έντεχνη σκηνοθεσία, ο Πέτζολντ γυρίζει τον χρόνο προς τα πίσω, να ερμηνεύσει την κατάσταση, να πάψει ο καθρέφτης να είναι θαμπός.
Ως προς αυτό, ο Γερμανός σκηνοθέτης τα καταφέρνει, τη γνωρίζει την τέχνη του. Εκεί όπου το κάτοπτρο παραμένει χαμηλής ευκρίνειας είναι στο πεδίο της εξέλιξης των σχέσεων. Από τη στιγμή που δίνει προτεραιότητα σε αυτές, το φιλμ θα όφειλε να επιδείξει μεγαλύτερη ευρηματικότητα. Σε προηγούμενα έργα του («Μπάρμπαρα» και κυρίως το «Τραγούδι του Φοίνικα»), ο Πέτζολντ ξάφνιαζε. Με τη θεματική και κινηματογραφική του τόλμη, έδινε την υπόσχεση ενός σινεμά που θα μπορούσε να ανιχνεύσει τις κοινωνικές, αλλά και τις αισθητικές τάσεις. Τώρα ούτε στο ένα ούτε στο άλλο πρωτοτυπεί. Το θέμα του ψυχικού τραύματος και της αντιμετώπισής του, αποτέλεσε σταθερή «αξία» για το σινεμά. Το ίδιο και η πλεκτή αφήγηση, την οποία υπηρετεί και στην οποία ίσως όλα εξαντλήθηκαν από τον Μίκαελ Χάνεκε και μετά. Ιδίως με τις δόσεις έντονου ψυχολογικού τρόμου, τις οποίες πρόσθεσε. Τις χρησιμοποιήσε ακριβώς για να καταλήξει στην αμφισημία, ακόμη κι αυτών ακόμη των εικόνων, που τροφοδοτούν τη βεβαιότητά μας. Αυτό αποτέλεσε και το πιο επιτυχημένο δείγμα κινηματογραφικών «αντικατοπτρισμών». Η ταινία του Πέτζολντ μοιάζει να θέλει να υπηρετήσει το ίδιο θέμα, χωρίς όμως να γνωρίζει καινούριους δρόμους.
Η χρήση της μουσικής (κυρίως του Ραβέλ, αλλά και πιο πολυποίκιλη) είναι αυτή που υποτίθεται ότι προσφέρει μια καινούρια πυξίδα προσανατολισμού. Οι νότες του συγκεκριμένου μουσικού θέματος του πασίγνωστου Μορίς Ραβέλ προσπαθούν, αλλά δεν συνδέονται εύκολα με την εξέλιξη. Στον «Λόρενς της Αραβίας» το μουσικό θέμα του «Μπολερό», του ίδιου συνθέτη, δίνει ένα μάθημα κινηματογραφικής χρήσης της μουσικής, με τον βηματισμό στην έρημο. Εδώ, η Λάουρα αποτελεί ένα είδος αντικατοπτρισμού, αντικείμενου επιθυμίας, σαν το νερό στην έρημο. Η οικογένεια των τριών ατόμων θα ξαναβρεθεί στο ίδιο τραπέζι, θα επανασυγκολληθεί, με συνδετικό ιστό τη νεαρή κοπέλα. Αλλά η μουσική, όμως, λίγα προσθέτει στον «βηματισμό» προς τη λύση. Ο Πέτζολντ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο, η νεαρή να έχει γίνει αντικείμενο χρήσης και όχι αποδέκτης αγάπης, που εμφανώς είναι αυτή που αναζητά. Ή μήπως έζησε και η Λάουρα έναν αντικατοπτρισμό, μιας οικογένεια που δεν υπάρχει;
Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr
