ΟΣΑ ΞΕΡΕΙ Η ΜΑΡΙΕΛ - Βασίλης Κεχαγιάς

Μυστικά και ψέμματα στην οικογένεια

Υπάρχουν τρεις τρόποι να «παίξει» κάποιος με τη φαινομενικά παράλογη διάσταση της ταινίας του Γερμανού Φρεντερίκ Χαμπαλέκ, «Όσα ξέρει η Μαριέλ», αλλά και με τη δωδεκάχρονη ηρωίδα. Αυτή αναπτύσσει υπερφυσικές δυνάμεις, μετά από ένα χαστούκι το οποίο δέχεται από μια φίλη της και την οδηγεί στην ικανότητα να διαβάζει τα όσα οι γονείς της μιλούν και πράττουν, όπου κι αν βρίσκονται. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ταινία που θα μπορούσε να ταξινομηθεί στο υπαρξιακό θρίλερ ή στον χώρο του φανταστικού κινηματογράφου; Κάθε άλλο, αφού, όλα κινούνται στη σφαίρα της απόλυτης -σχεδόν ενοχλητικής- λογικής. Στην ουσία είναι κάτι  σαν παιχνίδι, που οργανώνει η Μαριέλ. Ταμπλό της «συμμετοχής» αποτελεί το εικαστικής αξίας σκηνικό του Μπαρθολομάους Μάρτιν Λεπέκ. Το έργο χρησιμοποιεί τον απόλυτο τετραγωνισμό των εσωτερικών χώρων, ως αντιθετικό στοιχείο στην εσωτερική αναταραχή των πρωταγωνιστών. Όσο και να προσπαθούν να «τετραγωνίσουν» τις ζωές τους, αυτές επιμένουν να οδηγούνται σε δαιδαλώδεις διαδρομές. Τη σχέση των ηρώων με τη φαντασία και την προσπάθειά τους να συνδεθούν με αυτήν την προδίδει όχι μόνον το μοντερνίστικο σκηνικό, αλλά και η αναφορά στη μίμηση πινάκων: το εξώφυλλο του βιβλίου βαφτίζεται «ψευδό-Μαγκρίτ» και τους τοίχους κοσμούν έργα «μίμησης Μοντριάν». Σε αυτήν την πρώτη ανάγνωση, η Μαριέλ αποτελεί απλώς έναν καταλύτη. Το σκηνοθετικό εύρημα των ικανοτήτων της χρησιμοποιείται απλώς για να διαπεράσουν οι γονείς την εσωτερική τους θωράκιση. Χάρη στη Μαριέλ, οδηγούνται στην αυτογνωσία και στη γνωριμία τους με το τραχύ οικογενειακό ανάγλυφο.

Σε μια δεύτερη περίπτωση, η Μαριέλ είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο οποίος κατασκευάζει έναν κινηματογραφικό καθρέφτη, για χάρη του θεατή. Το σινεμά μπορεί να αποτελεί την «τετραγωνισμένη» υπόθεση μιας οθόνης, αλλά τα όσα βλέπει κάποιος πάνω της είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Η έβδομη τέχνη είναι η ευκαιρία να απελευθερωθεί η εσωτερική του δύναμη και να λυτρωθεί από κάθε ψευδαίσθηση ζωής. Το σινεμά δεν είναι υποχρεωμένο να βαδίζει τον δρόμο της σύμβασης και της κολακείας, αλλά ν’ αποκαλύπτει τον εσώτερο κόσμο μας και τη σχέση με τους γύρω μας. Η μικρή Μαριέλ είναι τόσο «μεταφυσική», όσο μια κινηματογραφική ιστορία, αληθινή και ψεύτικη την ίδια στιγμή. Υποχρεώνει τους γονείς της στην αλήθεια, αφού η αίσθηση ότι παρακολουθούνται τους οδηγεί σε πραγματική εξομολογητική πράξη. Προσπερνούν τον σκληρό τρόπο της προτεσταντικής ηθικής και αντιλαμβάνονται τη σημασία της αγάπης. Η οικογένεια, το κεντρικό «πρόσωπο» της ταινίας, για να επιβιώσει δεν απαιτεί το σύστημα της τιμωρίας, αλλά της κατανόησης. Η βία -είτε σωματική είτε λεκτική- επανέρχεται διαρκώς, είναι η πραγματική ένοχη, αφού όλα ξεκινούν από ένα χαστούκι, το οποίο δέχεται η μικρή Μαριέλ και το τελικό αίτημα είναι η αγάπη. 

Τέλος, η Μαριέλ, με τρόπο ενοχλητικό, είναι μια κάμερα. Τίποτα δεν ξεφεύγει από το «μάτι» της, αποκλείοντας την ιδιωτικότητα και των αναγκαίων απόκρυφων γωνιών στον ψυχισμό του καθενός μας. Μήπως πρόκειται για έναν φαινομενικά αθώο «big brother»; Αν η Μαριέλ είναι η αφορμή να τοποθετηθεί η οικογένεια στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή, αυτό που βγαίνει στην επιφάνεια είναι η μαυρίλα ενός κρυμμένου κόσμου. Ίσως να μην είναι πάντα χρήσιμη η αποκάλυψή του, αφού το πρώτο θύμα όλων των αποκαλύψεων είναι η ίδια η δωδεκάχρονη. Μετά τα όσα συνέβησαν ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, στις εργασιακές τους σχέσεις, στην υπονόμευση της φιλίας, η Μαριέλ είναι ένα θύμα, αλλά ίσως κι ένας θύτης της οικογένειας. Όπως το πάρει κανείς…

Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr

Smart Search Module