Ένας «φτωχός» Έλληνας μεγιστάνας
Αυτός ο Μάρκος Τιμολέον, στο «Πάρτυ γενεθλίων», προφανώς θα μπορούσε να είναι ο Αριστοτέλης Ωνάσης, αφού το λεγόμενο context ανταποκρίνεται στον βίο του Έλληνα μεγιστάνα, με οδηγό το βιβλίο του Πάνου Καρνέζη. Η συγκεκριμένη αναλογία, θα λέγαμε ότι αποτελεί ευχή και κατάρα για το φιλμ. Από τη μια, οι εμφανείς αναλογίες ασφαλώς κάνουν την ταινία πιο ελκυστική και πιο «πιπεράτη» για τον θεατή, από την άλλη, τον απομακρύνει από την πραγματική στόχευσή του, που είναι η εις βάθος ανάπτυξη των σχέσεων πατέρα-κόρης. Ενός πατέρα που δεν έχει μάθει να χάνει και μιας κόρης που δεν έχει μάθει να κερδίζει. Αυτή η απόσταση δεν γεφυρώνεται με ένα πάρτυ προς τιμήν της, όσο κι αν ρέει ο πλούτος, με τη μορφή φιλοξενίας, ποτού και μουσικής. Ίσως αυτή η εύκολη ταύτιση Αριστοτέλη-Μάρκου, που μοιραία ξεπηδά στο μυαλό μας, ν’ αποτελεί μια μορφή μολυβένιας μπάλας για την αυθεντική ανάγνωση των σχέσεων, μακριά από την ενδεχόμενη «οπτική της κλειδαρότρυπας».
Μολαταύτα, ο σκηνοθέτης Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ καταφέρνει να ξεπεράσει τον σκόπελο, πραγματοποιώντας γόνιμη χρήση του σεναρίου, το οποίο συνυπογράφει κι ένας εκ των παραγωγών, ο Γιώργος Καρνάβας. Πρόκειται για μια διεθνή παραγωγή, με την Ελλάδα (Κέρκυρα και Αθήνα) ως τόπο γυρισμάτων, και να μια άλλη αφορμή για την προαναφερθείσα ταύτιση. Ο Χιμένεθ διαθέτει εμπειρία Ελλάδας, με το «Παράθυρο στη θάλασσα», κάτι που τον βοηθάει στη σκηνογραφική αντιμετώπιση του χώρου. Απαραίτητος αρωγός στην προσπάθεια, η διευθύντρια φωτογραφίας Γκρις Τζορντάνα, η οποία, σκοτεινιάζοντας το κατά τεκμήριο φωτεινό τοπίο, δημιουργεί φωτοσκιάσεις στους τόνους του κιάρο-σκούρο (από το ιταλικό chiaroscuro, δηλαδή «φωτεινό–σκοτεινό»), σαν τον πίνακα στο γραφείο του μεγιστάνα. Κάπως σαν την «Πτώση των καταραμένων» του Ρούμπενς, η Ολλανδή σκηνογράφος Μιρτ Μπέλτμαν ολοκληρώνει τη σύνθεση των πλάνων με την εσωτερική σύγκρουση ενός Κροίσου μπροστά στην ηθική κρίση και στην τιμωρία. Στην πραγματικότητα, η πτώση του είναι η απώλεια της ίδιας του της κόρης, την ώρα που αισθάνεται ότι κατέχει ολόκληρο τον κόσμο. Το τελικό πλάνο αυτό προδίδει.
Πέρα από την αξιοπρόσεκτη ερμηνεία του Γουΐλεμ Νταφόε, σε έναν δύσκολο ρόλο, οι δύο γυναίκες, η Βικ Κάρμεν Σόνε ανταποκρίνεται στις υποσχέσεις που έδωσε στο «Κορίτσι με τη βελόνα», χωρίς να υστερεί η Έμμα Σουάρες. Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με μια ταινία στην οποία οι γυναίκες κρατούν τα κλειδιά της ανάπτυξης των εσώτερων στρωμάτων της ταινίας, κόντρα στην πρώτου επιπέδου ανάπτυξη μιας συμβατικής -και αρκετά γνωστής- ιστορίας. Οι συνεργάτες του Μάρκου, φτηνά ανθρωπάκια, δορυφόροι της εξουσίας, αδυνατούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο, με μόνη εξαίρεση πάλι μια γυναίκα, τη σύζυγό του. Υπάρχει γύρω ένας επίδοξος συγγραφέας της βιογραφίας του μεγιστάνα, μάλλον αδύναμος, τόσο ως χαρακτήρας, όσο και ως ρόλος. Στην ενδιαφέρουσα συμπύκνωση όλων αυτών, στο πλαίσιο ενός πάρτυ, ο Τιμολέον αποτελεί μια φιγούρα, όμοια με αυτήν του Κρέοντα, τραγική και τυραννική, ταυτόχρονα.
Η σκηνή του μοναχικού χορού αναδεικνύει ακριβώς αυτήν την εσωτερική αντίφαση του ήρωα, στην ύβρη και στη σταύρωσή του, με τη διαρκώς επανερχόμενη αναφορά στην απώλεια του γιου-διάδοχου. Το ζεϊμπέκικο, το οποίο ερμηνεύει ο Γιώργος Μαργαρίτης, αποτελεί κορυφαία στιγμή της ταινίας. Κυριολεκτικά, σχεδόν, αφού παίζει τον ρόλο του χορού, σε αρχαιοελληνική τραγωδία, με τον λαϊκό αοιδό στον ρόλο του «κορυφαίου». Είναι κρίμα, που πολλές από αυτές τις εικονογραφικές ευστοχίες, ακυρώνονται με την αιχμαλωσία της ταινίας από τις συμβάσεις.
Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr
