Ο Τίτους Μίλεχ και η γενναία αντιμετώπιση του τραύματος της γερμανικότητάς του
Γνωρίζοντας ότι ο ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και συγγραφέας Τίτους Μίλεχ είναι Γερμανός, προκαλεί εντύπωση ακούγοντάς τον να μιλάει στα γαλλικά στην αρχή της ταινίας. Η απορία λύνεται σύντομα: ο γεννημένος το 1947 Μίλεχ, δύο χρόνια μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αυτοεξορίστηκε νέος, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, έπαψε να μιλάει στα γερμανικά κι απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα αποκηρύσσοντας τη γερμανικότητά του. Πλέον ζει στην Ελλάδα.
«Τέσσερις στους πέντε Γερμανούς θα έπρεπε να αυτοκτονήσουν μετά τον πόλεμο… Οι Γερμανοί που θαύμαζαν το κριτικό πνεύμα του λατρεμένου τους Καντ, που κήρυτταν αδιάκοπα την αγάπη, θα μπορούσαν να φωνάξουν: όχι, όχι και πάλι όχι. Δεν το έκαναν. Άρα το θέλησαν», ακούμε τον Μίλεχ να αναφέρεται στο συλλογικό γερμανικό τραύμα από τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διέπραξε η πατρίδα του στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν ό,τι θεωρείτο αδιανόητο, έπαψε πια να θεωρείται αδιανόητο. Ήταν, επιπλέον, η ντροπή και η ενοχή που αισθανόταν για τη σιωπηρή συναίνεση της γερμανικής κοινωνίας στην εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων που είχε εσωτερικεύσει τη ναζιστική προπαγάνδα περί «υπανθρώπων».
«Μια γερμανική λέξη κλειδί είναι το υπακούω. Αυτό απαιτούσαν οι γονείς και οι δάσκαλοι: να υπακούω, να ακολουθώ. Να είμαι η συνέχεια των… :αυτό είμαστε: η συνέχεια των γονιών και των προγόνων μας. Στη διάσταση του χώρου, σύμφωνα με αυτήν τη διατύπωση, είμαστε πίσω από τους πρεσβυτέρους μας. Ωστόσο στη διάσταση του χρόνου, είμαστε μπροστά. Τα παιδιά είναι το μέλλον. Επομένως, αν υπακούμε πειθήνια, θα είμαστε μονίμως πίσω. Δεν θα προκύψει κάτι καινούριο…. Η ασθένειά μου είναι η υπακοή», ακούμε τον Μίλεχ. Ήταν η ασθένεια της γερμανικής κοινωνίας του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, τυφλωμένης από τον φασισμό ενός υπερεθνικιστικού πατριωτισμού που είχε πιστέψει ότι «ο ναζισμός εμπεριείχε το σωστό και το αγαθό» και γνωρίζοντας για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, έστω κι αν αγνοούσε τις τρομακτικές λεπτομέρειες, όσο κι αν είχε τρομοκρατηθεί για τους θανάσιμους κινδύνους κάθε αντίδρασης στο ναζιστικό καθεστώς. Ήταν η ασθένεια του Ες, διοικητή στο Άουσβιτς, που έγραψε, «Δεν είχα άποψη αν η μαζική εξόντωση των Εβραίων ήταν αναγκαία γιατί δεν είχα γνώση του θέματος» και του Άιχμαν που ισχυριζόταν ότι νομικά ήταν αθώος επειδή ως αποδέκτης εντολών, κινδύνευε η ζωή του αν δεν τις εκτελούσε. Δεν επρόκειτο περί ενός κακού της ανθρώπινης φύσης- επρόκειτο και πρόκειται, πάντα και παντού, για την «κοινοτοπία του κακού» σύμφωνα με την Χάνα Άρεντ, με πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικές ρίζες που υπερβαίνει εθνικά σύνορα και ατομικές ψυχοπαθολογίες, η ασθένεια ανθρώπων διανοητικά φυσιολογικών που επικροτούσαν τις μαζικές θανατώσεις ανθρώπων στερημένων από το φυσικό δικαίωμα της ανθρώπινης ισότητας. Πόση, άραγε, ανθρωπιά κι επίγνωση απωθούμε, συσσωρεύοντας θυμό κι αποζητώντας την εκτόνωσή του ως μίσος ενάντια στον πιο αδύναμο, είτε προσωπικά είτε μέσω εκπροσώπησής μας από έναν ηγέτη, έναν σύγχρονο Χίτλερ που αρνούμαστε να τον αναγνωρίσουμε ως τέτοιον; Ο Μίλεχ αναφέρεται στη γερμανική ευθύνη εν είδει εθνικού DNA ενώ παλιότερα είχε δηλώσει ότι «Ακόμη και εάν η προδιάθεση για φασιστική σκέψη και πρακτική είναι γενική, στην Γερμανία έφτασε– ποσοτικά, τουλάχιστον– σε βαθμό που έκανε το “αδύνατο” δυνατό».
«Τι σημαίνει αυτό το ταξίδι;… Πηγαίνω να δω τη χώρα της παιδικής μου ηλικίας που την χαρακτήριζαν περισσότερο η θλίψη και η σύγχυση παρά η χαρά;… Φοβάμαι ότι θα δω ξεκάθαρα πόσο ήμουν κι εγώ με τον τρόπο μου χαμένος και μόνος σ’ αυτήν την πατρίδα που παρουσιαζόταν σαν καλή και δίκαιη»: δεκαετίες μετά τον αυτοεξορισμό του, ο Μίλεχ επέστρεψε στην πατρίδα του, πρώτη φορά για ένα μεγάλο διάστημα, συζήτησε με φιλικά πρόσωπα το κοινό ψυχικό άχθος ως απόγονοι ναζιστών αξιωματικών και στρατιωτών, γονιών που ενέκριναν ή σιώπησαν στις φρικαλεότητες. Ο Μίλεχ έχει καταθέσει παλιότερα την ψυχαναλυτική του εμπειρία ότι οι ασθενείς-απόγονοι υπευθύνων της ναζιστικής θηριωδίας, δεν μπορούσαν «να βρουν ησυχία… και δεν θα έπρεπε να βρίσκουν ησυχία» ενώ στην ταινία, ένας Γάλλος ψυχαναλυτής καταθέτει ότι αυτοί οι απόγονοι-ασθενείς του ένιωθαν ότι, φέροντας το όνομα του ναζιστή πατέρα τους, «μιλούσαν εξ ονόματος των πατέρων τους και, ταυτόχρονα. ότι οι πατέρες τους μιλούσαν εξ ονόματός τους». Επίσης, ο Μίλεχ επισκέφτηκε στρατόπεδα συγκέντρωσης: «Χρειάζεται τουλάχιστον μια μέρα για να επισκεφτείς το καθένα και μια αιωνιότητα για να χωνέψεις, να συλλάβεις μέχρι πού μπορεί να φτάσει η περιφρόνηση προς τον συνάνθρωπο». Και, ο Ματίας Ράιχελτ αναρωτιέται μεγαλώνοντας, κι αναταράσσοντάς μας με την ειλικρίνειά του καθώς είναι ιδεολογικά αντιφασίστας, αν θα ήταν κι αυτός ένας ναζί αν είχε μεγαλώσει την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, συμπληρώνοντας ότι πάντα, σε κάθε ιστορική περίοδο, οφείλουμε να εξετάζουμε τους εαυτούς μας, να αναρωτιόμαστε τι πραγματικά πιστεύουμε για κάθε πολιτικό θέμα. Άραγε, στο σήμερα, ποια είναι η δική μας έμπρακτη στάση στους σημερινούς καιρούς με γενοκτονίες όπως στην Γάζα- από τους απογόνους των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, μάλιστα- και στο Σουδάν, με δυτικούς βομβαρδισμούς για την καταλήστευση του πλούτου άλλων χωρών προκαλώντας εκτοπισμούς, με δυτικούς φόνους και κτηνωδία στο όνομα της προστασίας των συνόρων από τους ξεριζωμένους και τους κατατρεγμένους, την άνοδο της ακροδεξιάς πανευρωπαϊκά; Πώς αντιδρούμε σε ανάλογα σκεπτικά μ’ αυτό του Γερμανού καγκελάριου Σολτς το 2022, όταν, χειροκροτούμενος θερμά στο κοινοβούλιο, δήλωνε ότι στο όνομα της προστασίας της γερμανικής δημοκρατίας κι ελευθερίας, στόχος είναι ένας υπερσύγχρονος ομοσπονδιακός στρατός και για την υλοποίησή του, που αναμφίβολα κοστίζει πολλά χρήματα, θα επενδύονται στην εθνική άμυνα περισσότερα από το 2% του ΑΕΠ κάθε χρόνο;
Η ταινία επικεντρώνεται στην προσωπική και συλλογική ευθύνη ακολουθώντας την υπαρξιακή αγωνία του Μίλεχ που, όπως έχει εξηγήσει παλιότερα, «Οι ιστορικο-πολιτικο-οικονομικοί παράγοντες έχουν ερευνηθεί σε βάθος χρόνου. Ο αριθμός των σχετικών δημοσιεύσεων αυξάνεται συνεχώς, μου είναι δύσκολο να τις παρακολουθήσω και οι απόψεις μου δεν είναι πλήρεις. Αυτό που με απασχολεί κυρίως είναι οι ατομικές, οικογενειακές και ψυχοπολιτισμικές προϋποθέσεις, εκείνες που συχνά παραμένουν στο ασυνείδητο». Ένα υπαρξιακό οδοιπορικό στην προσωπική και συλλογική μνήμη- και λήθη- χωρίς δραματοποίηση, μια διερεύνηση του διαγενεακού τραύματος (αν και χρειαζόταν μεγαλύτερη ψυχαναλυτική εμβάθυνση σε ορισμένα σημεία), μια ψύχραιμη απόπειρα καταβύθισης στις «ανελέητες ρίζες», όπως ο Μίλεχ αναφέρεται στο ανέφικτο της εκρίζωσης της γερμανικότητάς του: είναι, όμως, με τη συνειδητοποίηση της διαμόρφωσής μας από τα κοινωνικά πρότυπα με τα οποία έχουμε διαπαιδαγωγηθεί που αυτές οι ανελέητες ρίζες παύουν να μας ορίζουν. Μια επίκαιρη ταινία που υπενθυμίζει τη διαχρονική ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης που οι εξουσίες επιχειρούν να αλλοιώσουν με αναθεωρητισμούς κι επανεγγραφές επιδιώκοντας τη χειραγώγησή μας, τη συναίνεση, την παραίτηση ή την αδιαφορία μας. Η σκηνοθετική ματιά ακολουθεί την ψύχραιμη διερεύνηση του Μίλεχ, δημιουργώντας μια ταινία που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον, προσφέροντας ερεθίσματα για σκέψεις, συζητήσεις κι αναζητήσεις απαντήσεων για το τότε που δεν παύει να επαναλαμβάνεται.
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
