ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΦΟΡΑΕΙ ΠΡΑΝΤΑ 2, Ο - Θοδωρής Δημητρόπουλος

20 χρόνια μετά, τα πράγματα έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Η Άντι της Αν Χάθαγουεϊ είναι πια αναγνωρισμένη δημοσιογράφος. Η Έμιλι (της Έμιλι Μπλαντ, εμβληματική όπως χαρακτηρίζεται στην ταινία) δουλεύει στο Dior, γνωρίζοντας τι θέλει το κοινό να αγοράζει. Ο Νάιτζελ του Στάνλεϊ Τούτσι είναι ακόμα η ήρεμη δύναμη πίσω από την Μιράντα. Και η Μιράντα της Μέριλ Στριπ; Είναι ακόμα η Μιράντα – αλλά είναι τα περιοδικά που είναι πια μικρότερα.

Κάθε μίτινγκ κουβαλά και μια μικρή απόγνωση με άγχη περί μπάτζετ, περί περικοπών, περί κλικς του κάθε άρθρου. Ένα κείμενο που διασώζει το πρεστίζ του ιστορικού περιοδικού αμφισβητείται γιατί «κανείς δεν το διάβασε». Η αίγλη και το γκλάμουρ που χαρακτήριζαν το ορίτζιναλ, μαζί με μια διάχυτη ειρωνική διάθεση, εδώ αμφισβητούνται και υποσκάπτονται. Έξυπνα και φυσικά, προπαντός, ανάλαφρα. Είναι ένα αστείο, διασκεδαστικό, αεράτο σίκουελ, φτιαγμένο για να αγαπηθεί από τους φανς – αλλά και να μας θυμίσει πως αυτό δεν αποκλείει τις ιδέες και την προσωπικότητα. Μαζικό δεν σημαίνει απαραίτητα και κυνικό!

Ο κόσμος αυτού του “Διαβόλου” είναι διαφορετικός λοιπόν, όπως κι ο δικός μας. Η Άντι απολύεται –μαζί με όλη σχεδόν τη συντακτική ομάδα μιας πρεστίζ εφημερίδας– την ώρα που κερδίζει ένα βραβείο για το ρεπορτάζ της. Η Μιράντα διατηρεί τον έλεγχο και παραμένει θρύλος, αλλά γύρω της είναι σαν οι πάντες να γνωρίζουν πως η μόδα έχει αποκεντρωθεί, τα περιοδικά είναι στα τελευταία τους, και οι παραδόσεις και το πρεστίζ ενός θεσμού σαν του Runway (διάβαζε και: Vogue) πλέον δεν μας λένε και πολλά.

Είναι αλήθεια: Ζούμε σε ένα κόσμο όπου η δημοσιογραφία μοιάζει να στηρίζεται (στην ιδανική της μορφή) από μια πίστη σε σπάνια ανιδιοτελή κίνητρα – αναγνωστών, διαφημιστών, συνδρομητών, και φυσικά ιδιοκτητών. Πόσα είναι αυτά τα μέσα που επιβιώνουν; Όλο και λιγότερα! Τα βλέμματα αποσπώνται παντού στο ίντερνετ, στα social. Η αυθεντία αμφισβητείται από τους influencers. Χωράει στον σημερινό κόσμο μια Μιράντα Πρίσλεϊ; Ή ακόμα και μια Άντι Σακς;

Δεν περιμέναμε απαραίτητα πως ένα ακόμα legacy sequel από τα άπειρα που πλέον ξεφουρνίζει το Χόλιγουντ, θα είχαν τέτοιες έγνοιες. Πόσο μάλλον ότι θα τις διαχειρίζονταν με μια κάποια χάρη και μελαγχολία. Αλλά αυτό ακριβώς κάνει το αναπάντεχα μεστό και ψυχωμένο σίκουελ “Ο Διάβολος Φοράει Prada 2”, στο οποίο ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Φράνκελ κι η σεναριογράφος Αλίνε Μπος ΜακΚένα επανενώνονται μετά την τεράστια επιτυχίας της ορίτζιναλ ταινίας του 2006.

Το σίκουελ αυτό έχει κάποια σημεία όπου ανακυκλώνονται κομμάτια πλοκής, και στο κλείσιμο δεν αποφεύγει το στρογγύλεμα των διαδοχικών μικρο-φινάλε. Αλλά κατά βάση αποφύγει το άνευρο ξεπατίκωμα μιας ήδη πετυχημένης συνταγής, κάτι που τα περισσότερα σίγκουελ όχι απλά δεν καταφέρνουν, αλλά δεν αποζητούν καν. Αντ’αυτού, κρατά το βλέμμα του στο σήμερα, και φαντάζεται με αληθινή έγνοια τον ρόλο που θα είχαν στον σημερινό κόσμο οι ηρωίδες του σουξέ του ‘06.

Η Αν Χάθαγουεϊ, πάντα ένας φρέσκος αέρας στη μεγάλη οθόνη μας, ζωντανεύει ξανά μια Άντι γεμάτη όρεξη και όνειρα τα οποία ο γνώριμος κόσμος μας επιχειρεί να συνθλίψει. Η Έμιλι Μπλαντ διασκεδάζει ως παλαιάς κοπής σνομπ που έχει βρεθεί στο retail το οποίο κάπου μέσα της πάντα θεωρούσε κατώτερο. Δίπλα τους, ξεχωρίζει ο Τζάστιν Θίρου ως μια εκδοχή του Τζεφ Μπέζος, σε μια πάρα πολύ αστεία, αλλά και οξυδερκή αποτύπωση ενός αιώνιου εφήβου σε απόρριψη, ενός άντρα/αγοριού σε μόνιμη διαδικασία κοινωνικής απόρριψης.

Ανάμεσά τους, είναι η Μέριλ Στριπ που επιστρέφει αληθινά θριαμβευτικά, με μια από τις πιο υπόγειες ερμηνείες της εδώ και χρόνια. Επιστρέφοντας ως Μιράντα Πρίστλεϊ – έναν από τους πιο διαχρονικούς ρόλους της καριέρας της, και πιθανώς μια από τις κορυφαίες ερμηνείες της – ξέρει πώς να αποτυπώσει μια γυναίκα-θεσμό που ξέρει πια τι μάχες μπορεί να δώσει και ποιες έχει εξαρχής χάσει. Έχει ακόμα πρεστίζ και βαρύτητα και προκαλεί ακόμα δέος, αλλά ο κόσμος της έχει συρρικνωθεί. Κι η ίδια, μέσα από την ακριβοθώρητη στωικότητά της, μοιάζει να το ξέρει. Οι σιωπές της κουβαλούν περισσότερη αιχμή από όσο μια κοφτερή ατάκα της στην ορίτζιναλ ταινία.

Η Μιράντα κι η Άντι επανενώνονται χωρίς στα αλήθεια να το θέλουν, επειδή οι επιλογές έχουν γίνει λιγότερες. Βρίσκονται κάτω από την ίδια στέγη, και δουλειά τους είναι να την κάνουν να χωρέσει και τις δύο. Γύρω τους, οι ΜακΚένα και Φράνκελ στήνουν έξυπνα έναν κόσμο γεμάτο μικρές και μεγάλες αλληγορίες – ακόμα και το ρομαντικό ενδιαφέρον της Άντι στην ταινία, ένας στιλάτος εργολάβος, εκπροσωπεί την συστημική ιδέα της επιβίωσης μέσα από κάποια μορφή gentrification.

Παλιά κτίρια μετατρέπονται σε αεράτα σύγχρονα διαμερίσματα, όπως ακριβώς και θρυλικά περιοδικά υψηλής μόδας και ερευνητικής δημοσιογραφίας μετεξελίσσονται σε ψηφιακές φάρμες για γρήγορα κλικς και viral αρθράκια. Εκεί όπου οι βαθιές τσέπες των επενδυτών μπορεί να είναι η διάσωση ή η καταδίκη ενός θεσμού, μιας παράδοσης – αλλά όπου τα πάντα έχουν ημερομηνία λήξης.

Ακούγεται μελαγχολικό, κι όντως είναι. Ισορροπώντας αγαπητούς χαρακτήρες, απολαυστικό ειρωνικό χιούμορ, απαράμιλλο στυλ και καλεσμένους από όλα τα μήκη και τα πλάτη της διασημότητας, αυτό το σίκουελ καταφέρνει να κινείται, να διασκεδάζει και να ικανοποιεί τους υπάρχοντες φανς, χωρίς να χάνει την επαφή του με το σήμερα.

Αυτή η απόπειρα εξισορρόπησης βρίσκεται στο ίδιο το κείμενο της ταινίας. Η οποία ταξιδεύει από τον Μυστικό Δείπνο και τα κλασικά κτίρια (με την βαριά τους Ιστορία) του Μιλάνου μέχρι τα κλινικά φωτισμένα (αλλά από μακριά ίσως και λίγο ζεστά;) δωμάτια που βρίσκονται μέσα σε επιβλητικούς ουρανοξύστες της –επίσης εμβληματικής!– σημερινής Νέας Υόρκης. Ίσως μια γλυκόπικρη υπενθύμιση πως το μοντέρνο που έρχεται, νομοτελειακά θα γίνει κι αυτό μέρος μιας μελλοντικής Ιστορίας;

Δε θέλω να κάνω την ταινία να ακούγεται σαν κάποιος τρομερά βαθύς στοχασμός, αλλά είναι προς τιμήν της πως αυτές είναι οι έγνοιες της. Ή απλώς, δίπλα σε μια ισχνή πλοκή δίχως την παραμικρή ένταση και γεμάτη με προβλέψιμες στροφές, αυτές οι ιδέες είναι που μένουν τελικά περισσότερο. Στο τέλος μπορεί τα πάντα να βρίσκουν γλυκά και παραμυθένια τον δρόμο τους, όμως όλα συμβαίνουν με έναν τρόπο που δεν αναιρεί την πίκρα ή την μελαγχολία – και ούτε και το πόσο κεφάτα περνάνε αυτές οι δύο ώρες.

Σαν συνοδευτικό φιλμ στο “Top Gun: Maverick”, αυτός ο 2ος “Διάβολος” έχει συναίσθηση πως μιλά για παραδόσεις που αχνοσβήνουν. Μπροστά στον Μυστικό Δείπνο, ένα δείγμα τέχνης που επιβίωσε μισή χιλιετία και βάλε, ο ζάπλουτος tech bro του Τζάστιν Θίρου αναλύει υπεροπτικά στην Μιράντα πως στο τέλος τίποτα δεν επιβιώνει, και όλα θα γίνουν Α.Ι.. Δεν έχει συναίσθηση πως το ίδιο του το περιβάλλον τον διαψεύδει, την ώρα που μια στωική Στριπ αποχωρεί σιωπηλά από τη συνομιλία.

Ο χρόνος είναι όντως αδυσώπητος – και δεν ξέρεις ποτέ τι θα αφήσει πίσω. Ευτυχώς, πάντα κάτι επιβιώνει. Ένα στυλ; Μια μορφή; Ένα έργο; Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις. Αλλά μέσα από αυτή τη μελαγχολική αβεβαιότητα, αυτό το σίκουελ καταφέρνει να κοιτάξει τη μόδα με μια πολύ πιο ουσιαστική και ώριμη ματιά ακόμη κι από το ορίτζιναλ φιλμ, την ίδια ώρα που επαναφέρει αγαπημένους χαρακτήρες και σκηνικά προς απόλαυση του κοινού.

Είναι καλύτερη ταινία; Θα επιβιώσει όπως, απρόσμενα, ο προκάτοχός της; Ποιος ξέρει – αυτά τα πράγματα, θα τα κρίνει μόνο ο χρόνος.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

 

Smart Search Module