ΜΑΓΓΕΛΑΝΟΣ - Βασίλης Μάλτας

 

Υπνωτιστική, ψύχραιμα ανελέητη αποδόμηση του μύθου του εξερευνητή κι απεικόνιση των αποικιοκρατικών του αποστολών

Το 1511 στην Μαλάκκα της Μαλαισίας, μια γηγενής νέα που κολυμπάει αμέριμνη στο ποτάμι, τρομοκρατείται από κάτι που δεν βλέπουμε. Η γυναίκα θα τρέξει αλαφιασμένη στους συγχωριανούς της: «Ένας λευκός άντρας!». Οι γυμνοί γηγενείς περιφέρονται μονολογώντας εκστατικά, «Η ώρα της υπόσχεσης των θεών των προγόνων μας έφτασε. Δόξα στο Θεό του νερού» (ο Φιλιππινέζος σκηνοθέτης Λαβ Ντίαζ δηλώνει, «Σε κάθε γηγενή κουλτούρα υπάρχει η δοξασία ότι ο λευκός άνθρωπος ερχόταν να μας σώσει»). Στην τελετουργική προσευχή της κοινότητας, η νέα ποτίζεται με κόκκινο υγρό – άραγε, συμβολικό του αίματος κατά τη γέννηση του νέου, καλύτερου κόσμου όπου θα ζήσουν, βάσει της δοξασίας τους;

Καπνός από φωτιές εκτός κάδρου, σπαρμένος με πτώματα αυτός ο παραδεισένιος τόπος. Ένα γενικό πλάνο με τις ανθρώπινες διαστάσεις σμικρυμένες όπου ο τραυματισμένος Μαγγελάνος στηρίζεται από έναν Πορτογάλο αξιωματικό που τον πληροφορεί, «Φαίνεται ότι νικήσαμε»– μπροστά στην κοκκινισμένη από το αίμα θάλασσα, στα αναρίθμητα πτώματα των συμπατριωτών τους με τις ασημένιες πανοπλίες ν’ αντανακλούν ασθενικά το φως του φεγγαριού, σαν οι ψυχές να εγκαταλείπουν τα σώματα αυτών των ανώνυμων νεκρών. Θα ακούσουμε μόνο εκτός κάδρου τρομακτικές κραυγές, δεν θα δούμε αιματηρές μάχες παρά μόνο τα επακόλουθα της κατάληψης από τους λευκούς αυτού του πλούσιου Σουλατανάτου  και μεγαλύτερου κέντρου ελεύθερου εμπορίου στον τότε κόσμο. «Σέβομαι την ανθρώπινη ύπαρξη… θέαμα που θα δόξαζε τη βία και τη βαρβαρότητα, θα ήταν χυδαίο», δηλώνει ο σκηνοθέτης.

Πτώματα ανθρώπων που διακατέχονταν από πεποιθήσεις περί φυλετικής, θρησκευτικής και πολιτισμικής ανωτερότητάς τους, πεποιθήσεις που γεννούν ιδεοληψίες ιερού καθήκοντος «εκπολιτισμού» όσων θεωρούνται κατώτεροι, εκστρατείες και εισβολές στο όνομα ευγενών σκοπών αποκρύπτοντας τον πραγματικό σκοπό της καταλήστευσης πλούτου και πόρων και προς όφελος των κρατούντων- ο Ντίαζ μεταδίδει τις τραγικές επιπτώσεις αυτών των διαχωρισμών και των φιλοδοξιών, της τραγωδίας του αίματος των αναρίθμητων ανθρώπων που έχει χυθεί επί χιλιετίες στο όνομα αυτών των «μεγάλων ιδεών». «Το Ισλάμ θα εξαφανιστεί… τότε θα είμαστε έτοιμοι για τη δευτέρα παρουσία του Χριστού», τονίζει στους στρατιώτες ο Πορτογάλος ναύαρχος Αφόνσο ντε Αλμπουκέρκε, διακηρύσσοντας ότι οι Πορτογάλοι είναι ανώτεροι των Τούρκων, Περσών, Άγγλων, Καστιλάνων κι Ολλανδών έχοντας φτάσει πρώτοι τόσο μακριά ως την Μαλάκκα- πριν σωριαστεί πιωμένος στο έδαφος: οι στρατιώτες γελάνε ενώ ο Μαγγελάνος δηλώνει ότι ο Αλμπουκέρκε τον έχει περισσότερη ανάγκη παρά ο ίδιος τον αρχηγό του. Συχνότερα, όμως, η κατανόηση των μηχανισμών της εξουσίας κι ο χλευασμός της δεν οδηγούν στην αποτίναξή της με στόχο τη συλλογική απελευθέρωση παρά εξαντλούνται στη φιλοδοξία τής κατάληψής της ή της αλλαγής των εκπροσώπων της, καθώς στον εγκέφαλό μας έχουν σφυρηλατηθεί ως αξίες, η πίστη σε δόγματα και η απότιση σεβασμού προς καθιερωμένους θεσμούς κι αυθεντίες. Ο Μαγγελάνος προβληματίζεται ηθικά για το ότι σκοτώνει για την «ικανοποίηση της απληστίας» των βασιλιάδων στους μακρινούς τόπους, θα κυριαρχηθεί όμως από τις πρώιμες χαράξεις στον εγκέφαλό του (η παράδοσή μας σ’ αυτές έχει εμπεδωθεί ως ανακουφιστική) και σταδιακά αποανθρωποποιείται βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την επιθυμία της εξερεύνησης, επιδιώκοντας πρωτίστως εξουσία κι επιβολή του Καθολικισμού ως τα πέρατα της γης.

Μέσω χρονικών αλμάτων (συμπυκνώνοντας ιστορικό χρόνο 10 ετών σε 160 λεπτά κινηματογραφικής διάρκειας), βλέπουμε τον Μαγγελάνο ν’ αποσκιρτά προς το Ισπανικό βασίλειο («Σκότωσα για τον βασιλιά και την Πορτογαλία αλλά εισπράττω περιφρόνηση»– χωρίς, όμως, να μας εξηγούνται οι λόγοι της περιφρόνησης) αναζητώντας χρηματοδότηση- και την ευλογία της Καθολικής Εκκλησίας- για την πλεύση ενός άγνωστου θαλάσσιου δρόμου προς τα χρυσοφόρα νησιά των μπαχαρικών στην Ανατολή και την (με κάθε κόστος, βέβαια) κατάκτησή τους, ν’ αφήνει την ετοιμόγεννη έφηβη σύζυγό του στην Πορτογαλία προτιμώντας την προοπτική εξουσίας της αποστολής του (και το φάντασμα της νέας θα επανέρχεται στα βραδινά του όνειρα εκπέμποντας θαμπό φως- σαν μια επαναλαμβανόμενη εναγώνια κραυγή του ασυνείδητου ενάντια στην αυτοπροστασία από τη ζωή), να εγκαταλείπει τον ιερωμένο κι εξομολογητή της αποστολής στην ερημιά επειδή αρνείται να αποκαλύψει τυχόν συνομωτικά σχέδια των συνεπιβατών του, να βασανίζει για την αρχηγία, να δολοφονεί γηγενείς που δεν αλλαξοπιστούν. Ο Ντίαζ τον κινηματογραφεί κυρίως από μακριά, σμικραίνοντάς τον σωματικά κι αντιπαραθέτει τον μύθο του πρωτοπόρου θαλασσοπόρου (σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, ο Μαγγελάνος δεν επεδίωκε την εξερεύνηση του πλανήτη) με την πραγματικότητα του σφαγέα γηγενών λαών. Εάν στη ζυγαριά της σκέψης βαραίνει η ιδιότητα του θαρραλέου εξερευνητή εξίσου με τους φόνους που διέπραξε ή εάν τους δικαιολογούμε ως φυσική ανθρώπινη κατάσταση ή ως αναγκαίους για την επίτευξη τέτοιων σκοπών («εκπολιτισμού», ηγεσίας μακρόχρονων κι εξαντλητικών επιχειρήσεων), είναι γιατί παρά τις αντιαποικιοκρατικές απόψεις, υπάρχει κρυφός θαυμασμός της ισχύος και της επιβολής, και λόγω μιας οριενταλιστικής οπτικής. Ο Ντίαζ θα συμπεριλάβει την οπτική των θυμάτων της αποικιοκρατίας μέσω του χαρακτήρα του Ενρίκε, του Μαλαισιανού προσωπικού σκλάβου και μεταφραστή του Μαγγελάνου- αυτόν που ο Μαγγελάνος δεν αντιλαμβάνεται ότι έχει περισσότερη ανάγκη απ’ όσο ο Ενρίκε τον ίδιο- ωστόσο, αυτή η συμπερίληψη γίνεται αισθητή μόνο προς το τέλος της ταινίας.

Η σκηνοθετική ματιά προκρίνει τις συνέπειες της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας από τις αντιξοότητες των μακρινών ταξιδιών ανακάλυψης άγνωστων για τη Δύση τόπων και πολιτισμών. «Ο Μαγγελάνος είναι σημαντικό μέρος της κουλτούρας μας… Δημιούργησα έναν διάλογο γι’ αυτήν την εποχή ανάμεσα στη χώρα μας και την ιστορία», δηλώνει ο Ντίαζ, συνδέοντας το τότε με το σήμερα, τονίζοντας τη διαχρονικότητα του δυτικού ιμπεριαλισμού. Αργός, υπνωτιστικός ρυθμός, αίσθηση επιμήκυνσης του χρόνου σαν των μεγάλων ταξιδιών στην ατελείωτη, αιώνια θάλασσα ή του χρόνου μιας ζωής που κυλά πανομοιότυπα καθότι ξένη από τον εαυτό μας όταν ενστερνιζόμαστε ιδέες εθνικών μεγαλείων και φυλετικής υπεροχής, ελλειπτική πλοκή (ωστόσο, χρειαζόμασταν ορισμένες επιπλέον ιστορικές πληροφορίες), αργές, νωχελικές κινήσεις ανθρώπων με θραυσματικές συνειδήσεις, περιορισμένων διαστάσεων και σχεδόν τετράγωνο κάδρο μεταδίδοντας μια εκούσια και γι’ αυτό αναπόδραστη εσωτερική φυλακή, στυλιζαρισμένη αφήγηση και συνάμα σαν παραμύθι, αφήγηση στον αντίποδα του έπους και της μυθοποίησης, χαλαρό, ανεπίδεικτο μοντάζ («Δεν θέλω να επιβάλω, θέλω μόνο να είμαι παρατηρητής» δηλώνει- και η παρατήρησή του είναι ψύχραιμα ανελέητη), εικόνες σαν ζωγραφικοί πίνακες, μεγαλύτερη δραματουργική σημασία στο φυσικό τοπίο που, με την κινηματογράφηση των δυτικών από απόσταση, συμβολίζονται η αντιδιαστολή της νοοτροπίας τους με τη βαθιά σχέση των ιθαγενών με τη φύση και η συρρικνωμένη ηθική τους διάσταση, εξομοιούμενοι μέσα στην αποανθρωποποίησή τους, στην αποξένωσή τους από τη φύση και την ανθρώπινη φύση της συνύπαρξης και της συνεργασίας- και η αλαζονεία τους δεν τιμωρείται από θεία δίκη παρά από τη φύση. Πάνω απ’ όλα, αυτά τα στατικά πλάνα του Ντίαζ με τόση εσωτερική ένταση και στοχαστικότητα! Kαι, παρά μια υποτονικότητα ορισμένες φορές και τη διαφοροποίηση του ύφους στο τελευταίο μέρος καθώς αποκτά μια πιο συγκροτημένη δραματουργία σε σχέση με τη χαλαρή αφηγηματική δομή μέχρι τότε, η ταινία του άγνωστου στην Ελλάδα αλλά παραγωγικότατου, ιδιοσυγκρασιακού Ντίαζ είναι μια εμβυθιστική και συναρπαστική κινηματογραφικά εμπειρία.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module