Το «Kokuho» βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 2018 του Σουίτσι Γιοσίντα. Ο σκηνοθέτης Λι Σανγκ-ιλ, που είχε διασκευάσει στο παρελθόν τα έργα του Γιοσίντα «Villain» και «Rage», επιστρέφει σε γνώριμο έδαφος, αφηγούμενος αυτή τη φορά την ιστορία ενός ορφανού με καταγωγή από τη γιακουζα, ο οποίος υιοθετείται από μια δυναστεία καμπούκι και τελικά γίνεται ningen kokuho, δηλαδή «ζωντανός εθνικός θησαυρός», τίτλος που απονέμεται από την ιαπωνική κυβέρνηση. Ο χαρακτηρισμός αυτός αφορά καλλιτέχνες σε πολιτιστικά σημαντικά πεδία όπως το καμπούκι, η κεραμική και η τελετή τσαγιού. Κάνοντας πρεμιέρα στις Κάννες, το έργο βρήκε ισχυρή απήχηση στο ιαπωνικό κοινό. Με την κυκλοφορία του στις 6 Ιουνίου, άνοιξε με έσοδα 346 εκατομμύρια γεν το πρώτο Σαββατοκύριακο, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση, για να ανέβει στην πρώτη μέχρι την τρίτη εβδομάδα. Μέσα σε έναν μήνα, είχε ξεπεράσει τα 5 δισεκατομμύρια γεν σε εισπράξεις, με 3,57 εκατομμύρια εισιτήρια, αποτελώντας την πιο εμπορική ιαπωνική live-action παραγωγή του 2025.
Η ιστορία επικεντρώνεται στον Kikuo, ο οποίος χάνει τον πατέρα του σε μια δολοφονία που σχετίζεται με συμμορίες σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Μόνος πια, υιοθετείται από τον Hanai Hanjiro, επικεφαλή μιας επιφανούς σχολής καμπούκι της περιοχής Kamigata, ο οποίος διακρίνει την ένταση των συναισθημάτων του αγοριού και το ένστικτό του για την υποκριτική. Υπό την αυστηρή και συχνά σωματικά εξαντλητική καθοδήγηση του Hanjiro, ο Kikuo εισέρχεται στον απαιτητικό κόσμο του καμπούκι, που χαρακτηρίζεται από πειθαρχία, παράδοση και απόλυτη αφοσίωση στην τέχνη.
Μεγαλώνοντας μαζί με τον Shunsuke, τον βιολογικό γιο του Hanjiro και θεωρητικό διάδοχο, ο Kikuo αναπτύσσει μαζί του μια σύνθετη σχέση, που ισορροπεί ανάμεσα σε αδελφικό δεσμό και διαρκή ανταγωνισμό. Οι δυο τους αφιερώνουν τα νιάτα τους στην τελειοποίηση της τέχνης τους, συχνά δίπλα δίπλα και εξίσου συχνά σε σύγκρουση. Όταν όμως ο Hanjiro νοσηλεύεται έπειτα από ένα ατύχημα και ορίζει διάδοχο στη σκηνή τον Kikuo αντί για τον Shunsuke, δημιουργείται ένα βαθύ ρήγμα μεταξύ τους. Αυτό που κάποτε ήταν μια εύθραυστη ισορροπία φιλίας και ανταγωνισμού αρχίζει να καταρρέει, επηρεάζοντας την πορεία της ζωής τους και αναδιαμορφώνοντας την ίδια την οικογένεια.
Η κατανόηση του καμπούκι ως μορφής τέχνης εμπλουτίζει σαφώς την εμπειρία θέασης. Βαθιά ριζωμένο στην ιαπωνική αισθητική, το καμπούκι δεν προσφέρεται εύκολα για κατανάλωση από τον δυτικό θεατή, λόγω των στιλιζαρισμένων κινήσεων, της φωνητικής απόδοσης και της αυστηρής οπτικής φόρμας. Παρότι πρόσφατες πρωτοβουλίες, όπως τα αγγλόφωνα σεμινάρια στο Kabukiza της Ginza, επιχειρούν να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα, το «Kokuho» δεν κάνει καμία προσπάθεια απλοποίησης. Ωστόσο, μέσα από την πλούσια κινηματογράφηση του Σοφιάν Ελ Φανί, τα κοστούμια, τα σκηνικά και τη μουσική, παραμένει προσιτό και καθηλωτικό ακόμη και για θεατές που δεν είναι εξοικειωμένοι με το είδος. Οι εκτενείς σκηνές παραστάσεων εντυπωσιάζουν οπτικά, ενώ η τελική κορύφωση λειτουργεί ως δυναμική σύνοψη τόσο της αφήγησης όσο και του συναισθηματικού φορτίου.
Ο Ρίο Γιοσιζάουα στον ρόλο του Kikuo και ο Ριουσέι Γιοκοχάμα ως Shunsuke εκπαιδεύτηκαν επί ενάμιση χρόνο υπό την καθοδήγηση του ηθοποιού καμπούκι Νακαμούρα Γκαντζίρο Δ’. Η προσπάθειά τους απέδωσε καρπούς, καθώς δεν είναι μόνο πειστικοί επί σκηνής, αλλά διακρίνονται και γιατ τις έντονες συναισθηματικά σκηνές εκτός σκηνής, είτε σε αντιπαραθέσεις είτε σε στιγμές εσωστρέφειας. Η χημεία τους αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της αφήγησης, ενώ οι χαρακτήρες τους αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερο ψυχολογικό βάθος.
Η αφήγηση παραλληλίζει διακριτικά τη σχέση τους με μια ερωτική ιστορία, με μοιραία συνάντηση, σταδιακή προσέγγιση μέσα από τον ανταγωνισμό, δραματική ρήξη και τελική συμφιλίωση. Τα συναισθηματικά αυτά στάδια αντανακλώνται και στις ίδιες τις παραστάσεις καμπούκι, που ενσωματώνονται οργανικά στην αφήγηση ως καθρέφτες της ψυχολογίας και της πορείας των χαρακτήρων.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η απεικόνιση των γυναικών στον ανδροκρατούμενο κόσμο του καμπούκι. Απεικονίζονται ως συνεχώς παρούσες αλλά περιθωριοποιημένες, υποστηρικτικές αλλά χωρίς ουσιαστική επιρροή στις εξελίξεις. Η Σινόμπου Τερατζίμα ξεχωρίζει ως Sachiko Ogaki, μητέρα του Shunsuke, της οποίας οι προειδοποιήσεις για την υιοθεσία του Kikuo αγνοούνται. Η σταδιακή συνειδητοποίηση της περιθωριοποίησής της, σε συνδυασμό με τη συναισθηματική κατάρρευση του γιου της, προσθέτουν μια διακριτική τραγικότητα στην αφήγηση.
Ο Κεν Γουατανάμπε προσδίδει κύρος και ευαισθησία στον ρόλο του Hanjiro, ενός πατριάρχη διχασμένου ανάμεσα στην παράδοση και το ένστικτο. Η ερμηνεία του, ισορροπώντας ανάμεσα στην αυστηρότητα και τη φροντίδα, ενισχύει τον συναισθηματικό πυρήνα της ταινίας. Παράλληλα, οι Μασατόσι Ναγκάσε και Μιν Τανάκα εμπλουτίζουν το σύνολο με ερμηνείες που χαρακτηρίζονται από εσωτερική ένταση και διακριτική δύναμη.
Η αφήγηση εξετάζει επίσης τον ρόλο της χορηγίας στις παραδοσιακές τέχνες. Το καμπούκι, όπως και άλλες μορφές κλασικής παράστασης, απαιτεί όχι μόνο ταλέντο και καταγωγή, αλλά και οικονομική υποστήριξη. Το στοιχείο αυτό ενσωματώνεται οργανικά, ενισχύοντας τον ρεαλισμό των διακυβευμάτων γύρω από τη διαδοχή και την καλλιτεχνική πορεία. Ο μοντέρ Τσουγιόσι Ιμάι αξίζει ιδιαίτερη μνεία για τη διατήρηση ενός δυναμικού ρυθμού καθ’ όλη τη διάρκεια των 175 λεπτών, διασφαλίζοντας ότι, παρόλο τον αργό ρυθμό, η ταινία παραμένει ενδιαφέρουσα από την αρχή ως το τέλος.
Το «Kokuho» λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, ως δραματική ιστορία χαρακτήρων, ως πολιτιστικό χρονικό και ως στοχασμός πάνω στην κληρονομιά, τη θυσία και την τέχνη. Παρότι η διάρκειά του είναι μεγάλη, η συναισθηματική του δύναμη, η εξαιρετική σκηνοθεσία και οι καθηλωτικές σκηνές καμπούκι δικαιολογούν πλήρως το εύρος του. Πρόκειται για ένα έργο βαθιά καλλιτεχνικό και ουσιαστικό, που παραμένει στη μνήμη πολύ μετά την ολοκλήρωσή του.
Παναγιώτης Κοτζαθανάσης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα asianmoviepulse.com
