SIRAT - Βασίλης Μάλτας

 

Μια ταινία περισσότερο αισθητηριακά στοιχειωτική και λιγότερο υπαρξιακά φιλοσοφική

“Αυτήν την αίσθηση έχει το τέλος του κόσμου;”.

Μια σειρά από ογκώδη ηχεία κι ενισχυτές έχει στηθεί στη Μαροκινή Σαχάρα, σε μια θαυμαστή γεωμετρική σύνθεση με τους αρχέγονους βράχους. Πλήθος ανθρώπων θαρρείς από κάθε φυλή έχει συρρεύσει για να χορέψει μερόνυχτα σ’ ένα ρέιβ πάρτι, να δονηθεί στους ρυθμούς της techno μουσικής και στην αντήχησή της στους αιώνιους βράχους (“το ρέηβ είναι παλιά, ιερή τελετουργία κάθαρσης και προσευχής με το σώμα μας”, έχει δηλώσει ο σκηνοθέτης). Άνθρωποι που η πλειοψηφία τους έχει απορρίψει κοινωνικές συμβάσεις, ιεραρχικές δομές και τεχνοκρατία- για πόσους απ’ αυτούς, όμως, είναι μόνο τυφλή αντίδραση, για πόσους μια παραισθητική, εξιδανικευμένη διαφυγή και για πόσους η αναζήτηση μιας αποκαλυπτικής, μεταμορφωτικής εμπειρίας; Για πόσους, άραγε, πρόκειται μόνο για διάλειμμα στην καθημερινότητά τους και πόσοι ωθούνται από αναχωρητισμό- και πόσοι έχουν επίγνωση του κενού ανάμεσα στον αναχωρητισμό και την έλλειψη επαφής με τους άλλους; Για πόσους το μουσικό δρώμενο ολοκληρώνεται σε κοινωνικό δρώμενο;

“Δεν ενοχλούμε, μόνο χορεύουμε”, διαμαρτύρονται έντονα πολλοί ρέιβερς στις στρατιωτικές δυνάμεις που διατάσσουν εκκένωση του χώρου καθώς η χώρα έχει τεθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω ενός (παγκόσμιου;) πολέμου (που παραμένει αθέατος): όμως, μόνο 4-5 φορτηγά θα αποκοπούν από την ατέλειωτη αυτοκινητοπομπή εκκένωσης, σπάζοντας την καταναγκασμένη πειθάρχηση, αρνούμενοι να μην “ενοχλήσουν” την ισχύουσα τάξη πραγμάτων: δεν θα έπρεπε η ρέιβ κουλτούρα να συνεπάγεται τη φλέγουσα επιθυμία να χαράσσεται κάθε προσωπική διαδρομή ελεύθερα και, ταυτόχρονα, αλληλέγγυα με τους άλλους;- ακόμα και διακινδυνεύοντας τη ζωή αν χρειαστεί, σαν αυτούς τους λίγους που μπαίνουν όλο και βαθύτερα στην έρημο για να αποφύγουν τη σύλληψη, στο άγνωστο, τραχύ, θανάσιμα επικίνδυνο τοπίο με στενούς, κακοτράχαλους, πετρώδεις ορεινούς δρόμους πάνω από γκρεμούς που χάσκουν, όπου η βενζίνη και τα τρόφιμα ολοένα λιγοστεύουν. Μαζί τους, ο Ισπανός Λουίς με τον 12χρονο γιο του, με το ακατάλληλο για τη μορφολογία του εδάφους βανάκι, αναζητώντας την εξαφανισμένη 17χρονη κόρη του στους ρέιβερς της Σαχάρα. Η μορφή της οικογένειας που έχουν σχηματίσει με δική τους βούληση αυτοί οι περιπλανώμενοι στην έρημο ρέιβερς σε αντίθεση με την οικογένεια των βιολογικών δεσμών του Λουίς, η κουλτούρα της αποδοχής και του μοιράσματος σε αντίθεση με την επιφυλακτικότητα και την αστική κουλτούρα της ιδιοκτησίας (που απεικονίζεται, ωστόσο, διδακτικά), δύο διαφορετικοί κόσμοι εκτεθειμένοι σε κοινούς κινδύνους. Γιατί, όμως, ο Λουίς αναζητά την κόρη του και, μάλιστα, σε ακραία αντίξοες συνθήκες, διακινδυνεύοντας θανάσιμα ο ίδιος και τον γιο του, ποια εξιλέωση ενδεχομένως αποζητά- ποιο είναι το Sirāt του και ποιο το Sirāt των πέντε ρέιβερς που ακολουθεί; Δεν μαθαίνουμε τις προσωπικές ιστορίες, επιθυμίες, ανάγκες και φόβους τους καθώς επιχειρείται οι χαρακτήρες να λειτουργήσουν σαν σύμβολα.

“Sirāt”, όπως μαθαίνουμε στην αρχή της ταινίας “είναι γέφυρα, λεπτή σαν τρίχα και κοφτερή σαν σπαθί που ενώνει την Κόλαση με τον Παράδεισο” (πρόκειται για έννοια της Ισλαμικής παράδοσης). Σε συνέντευξή του, ο σκηνοθέτης διευκρινίζει ότι “η κυριολεκτική έννοια του Sirāt, είναι «το μονοπάτι». Η ζωή είναι μονοπάτι με στροφές, εξελίξεις, έχει περάσματα και στις δύο πλευρές… Η ζωή ξαφνικά σε δονεί, σε τραντάζει, σε ωθεί στα όριά σου, σε ρωτά:«Ποιος είσαι;»”. Διαμορφωνόμαστε ήδη από τη γέννησή μας με βάση τα κοινωνικά πρότυπα κι ενηλικιωνόμαστε ως ξένοι από τον εαυτό μας, εξατομικοποιημένες υπάρξεις που επιθυμούν να κατέχουν ανθρώπους κι αντικείμενα, που η επιτέλεση των κοινωνικών ρόλων αποκτά μεγαλύτερη σημασία από το βίωμα, που κυριαρχεί ο φόβος της ετερότητας, που ο φόβος του θανάτου παραλύει συρρικνώνοντας τη ζωή. Η κατάκτηση αυτής της επίγνωσης κι ο (ψυχικός) θάνατος αυτού του γνωστού, καθημερινού εαυτού, συχνότατα συνεπάγονται ανείπωτο πόνο, απώλειες κεκτημένων, άρνηση μιας ολόκληρης προηγούμενης ζωής, σαν διαδρομή πάνω σε γέφυρα που είναι αμφίβολο αν αντέξει το βάρος ενός ολόκληρου εικονικού εαυτού. Και, στον κόσμο μας που το τέλος του γίνεται αισθητό, που η γέφυρα ανάμεσα στη σωτηρία και την καταστροφή του έχει γίνει “λεπτή σαν τρίχα και κοφτερή σαν σπαθί” καθώς η κλιματική αλλαγή υποσκάπτει τα θεμέλιά μας στη γη κι ο κίνδυνος της κλιμάκωσης των περιφερειακών πολέμων σε παγκόσμιο πόλεμο επιτείνεται, άραγε ποιος Παράδεισος μπορεί να υπάρχει μετά την Κόλαση, είναι η Κόλαση που διασχίζουμε ή ο Παράδεισος, υπάρχει λύτρωση ή μονάχα επιβίωση στην απέναντι όχθη; Πώς μπορεί να κατανοηθεί η κρίσιμη αναγκαιότητα αυτής της εσωτερικής δοκιμασίας σε συλλογικό επίπεδο όσον αφορά την τύχη του ανθρώπινου είδους και της γης;

Χαλαρή αφηγηματική δομή (άνευρο, όμως, το ενδιάμεσο μέρος της ταινίας), ένα υπαρξιακό road movie στην έρημο που απεικονίζεται σαν προ-αποκαλυπτικό τοπίο. Οδυνηρές απώλειες, βεβαιότητες γκρεμίζονται, αισθήματα ασφαλείας εξαχνώνονται, η ανάγκη να διασχιστεί το προσωπικό και συλλογικό Sirāt γίνεται επείγουσα-πρώτιστη σημασία αποκτά το θάρρος ή η πίστη σ’ αυτήν την πράξη σ’ έναν κόσμο που καταρρέει. Σ’ αυτήν τη δυστοπία, όλοι οι επιζώντες, πρόσφυγες και μετανάστες πια, θα επιβαίνουν στο ίδιο τραίνο με άγνωστη κατεύθυνση, πάνω σε όσες ράγες θα έχουν απομείνει. Παραισθητικά πλάνα με τις διαμήκεις διαγραμμίσεις κατά μήκος των δρόμων και με τις ράγες του τραίνου με λήψεις από το ύψος των τροχών, νυχτερινές εικόνες των φορτηγών με το μόλις ορατό στην αμμοθύελλα φως των προβολέων, θαρρείς σαν ψυχές που έχουν χαθεί ψάχνοντας καταφύγιο ως το πέρας ενός κόσμου ναρκοθετημένου από την υποταγή της ζωής στην εξουσία του θανάτου, η παλλόμενη techno μουσική του Κάντινγκ Ρέι που διεισδύει στα εγκεφαλικά μας κύτταρα, το όλο ηχητικό τοπίο μιας τρανς κατάστασης, μιας υπνωτικής καταληψίας όπου ο χρόνος παγώνει και μια αρχέγονη μνήμη φόβου του ανθρώπινου είδους αναδύεται.

Όμως… εκείνη η σοκαριστική σκηνή με ένα τραγικό γεγονός κομβικής σημασίας στην εξέλιξη της ταινίας, που μας βρίσκει εντελώς απροετοίμαστους καθώς η ακρότητά της δεν είχε υπονοηθεί ούτε στο ελάχιστο, αποδυναμώνει την πνευματικότητα ενώ, επιπλέον, δεν μεταδίδεται ο συναισθηματικός αντίκτυπος στους χαρακτήρες και μένουν μετέωρες τόσο η υπαρξιακή κρίση που προκαλείται όσο και η αποδοχή του θανάτου ως οργανικό μέρος της ζωής: αν και σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, ένα τέτοιο τραγικό γεγονός είναι πιθανό να λειτουργεί ελεητικά για όσους έχουν αποφύγει την ευθύνη της απάντησης στο υπαρξιακό ερώτημα «Ποιος είσαι;», ωστόσο στην ταινία δεν δικαιολογείται το αναγκαίο μιας τέτοιας απώλειας, μιας τέτοιας “θυσίας”, για το έλεος που δίνεται. Και, το καθηλωτικό, αξέχαστο τελευταίο μέρος της ταινίας, αποκομμένο από ό,τι έχει προηγηθεί, σαν μικρού μήκους ταινία μέσα στην ταινία, είναι περισσότερο αισθητηριακά, οπτικοακουστικά στοιχειωτικό παρά φιλοσοφικό (ποιοι, άραγε, έχουν τα αναγκαία ψυχικά εφόδια να διασχίσουν το Sirāt τους και ποια είναι αυτά; Ερωτήματα που, δυστυχώς, απαντώνται μόνο για έναν χαρακτήρα και μόνο μερικώς). Υπερταλαντούχος δημιουργός εικόνων κι ατμόσφαιρας ο Λάσε, αναμφίβολα αξίζει να δούμε την ταινία, είναι όμως κρίμα που προδίδεται από τη ρηχότητα των συμβολισμών της, την απλοϊκότητα της δραματουργίας της, την προκάτ εξέλιξή της.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module