Η επιρροή της “Έντασης” του Μάικλ Μαν συνεχίζει αμείωτη στο σύγχρονο Χόλιγουντ με ταινίες που ποικίλουν, από το “Den of Thieves” με τον Τζέραρντ Μπάτλερ μέχρι τον “Σκοτεινό Ιππότη” του Κρίστοφερ Νόλαν, αλλά το νέο φιλμ του Μπαρτ Λέιτον είναι ο πιο ξεκάθαρος απόγονος μέχρι σήμερα.
Με προϋπηρεσία στο ντοκιμαντέρ, έχοντας γυρίσει το εξαιρετικό “Imposter” του 2012 κι έπειτα το υβριδικό αστυνομικό θρίλερ “American Animals”, ο Λέιτον φέρνει μια αμεσότητα και μια, γουέλ, ένταση στην αφήγηση μιας κλασικής υφής ιστορίας κυνηγητού ανάμεσα σε εγκληματία και αστυνομικό. Όλα τα φιλμ του Λέιτον (που αξίζει να τα αναζητήσετε) αφορούν ανθρώπους-διπλότυπα, που κατά μία έννοια πατούν πάνω στις διαδρομές μιας εκδοχής-φάντασμα του εαυτού τους, κι αυτή είναι η ερμηνεία που δίνει ο σκηνοθέτης και σε αυτή την αφηγηματική σύνθεση του αρχετυπικού crime thriller.
Ο Κρις Χέμσγουορθ είναι ο ατσαλάκωτος εγκληματίας – ληστής υψηλού προφίλ και πληρωμής χρηματαποστολών, που ακολουθεί τον δικό του προσωπικό κώδικα. Απέναντί του ένας Μαρκ Ράφαλο τσαλακωμένος, κακοδιατηρημένος, που πάει κόντρα στη βόλεψη των συναδέλφων του κι ενός διαρκούς αγώνα για ‘εξέλιξη’. Ο ένας θα βρει στον άλλον όχι μόνο ένα άτομο που ενεργεί πιστά βάσει διαδικασιών και εσωτερικών κανόνων, αλλά και απρόσμενα έναν καταλύτη αυτοβελτίωσης.
Ανάμεσά τους στέκεται η Χάλι Μπέρι στο ρόλο μιας ασφαλίστριας που θέλει να παίζει με τους κανόνες αλλά σταδιακά καταλαβαίνει πως αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Κι οι τρεις χαρακτήρες τρέχουν να ξεφύγουν από καταστάσεις και συνθήκες που τους κρατούν καθηλωμένους χωρίς να το κατανοούν, κι είναι η μεταξύ τους εμπλοκή που αρχίζει να τους κινεί.
Είναι λοιπόν περισσότερο ψυχολογική η έγνοια του Λέιτον εδώ, καθώς ακολουθεί τους ήρωές του σαν ενδιαφερόμενος να ‘λύσει’ τα μυστήριά τους –συνεπές με το background του– και με μια λιγότερο ποιητική και στοχαστική στόφα όπως συμβαίνει στην “Ένταση” από την οποία ξεκάθαρα δανείζεται αισθητικές και αφηγηματικές αναφορές. (Το φινάλε σίγουρα ωχριά απέναντι σε εκείνο του αριστουργήματος του Μαν και μοιάζει αταίριαστο με αυτής της χροιάς την ιστορία.)
Όμως ο βρετανός σκηνοθέτης ξέρει καλά πώς να πει μια τέτοια ιστορία. Με δυναμικά πλάνα κίνησης σε ένα Λος Άντζελες που έχει την αίσθηση της νύχτας ακόμα κι όταν είναι μέρα, τοποθετώντας την κάμερα σε καπώ και πόρτες αυτοκινήτων, εστιάζοντας στα πάντα ενδιαφέροντα πρόσωπα των ηρώων του, πλέκοντας αγνή δράση με σκιαγράφηση χαρακτήρων δίχως ποτέ να χάνει την ισορροπία, ο Λέιτον δημιουργεί ένα εντυπωσιακό πλέγμα ηθικής και ανθρωπογεωγραφίας σε μια πόλη όπου λιγοστοί άνθρωποι έχουν (ή αποκτούν) συναίσθηση της θέσης τους ως γρανάζια μιας κοιμισμένης μηχανής.
Με μια απολαυστική διανομή ρόλων που εκτός των άψογων πρωταγωνιστών βρίσκει γνωστές ή/και αγαπημένες φάτσες σε μικρά ή μεγάλα περάσματα – από τις κατεξοχήν εκείνες ταινίες που διαρκώς αναγνωρίζεις πρόσωπα και δείχνεις την οθόνη κάθε 10-15 λεπτά. Νικ Νόλτε με τη σπασμένη του φωνή! Μόνικα Μπαρμπάρο να δίνει φοβερή ενέργεια και ζωή σε έναν πολύ μικρό (και συμβατικό) ρόλο! Μπάρι Κέογκαν να παίζει τον αντιπαθέστατο, ασταθή β’ ρόλο! Τέιτ Ντόνοβαν από Εκείνη Τη Σειρά! Πολ Άντελστιν από Σίγουρα Κάποια Άλλη Σειρά! Και… ναι, αυτός είναι όντως ο Πέιμαν Μοάντι από τον “Χωρισμό” του Φαραντί!
Από εκείνες τις ταινίες που μοιάζουν προορισμένες να λιώσουν στις επαναληπτικές σπιτικές θεάσεις τα επόμενα χρόνια, που οι φανς της “Έντασης” και των καλογυρισμένων αστυνομικών θρίλερ σίγουρα θα απολαύσουν.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
