SIRAT - Γιάννης Ραουζαίος

 

Το Πέρασμα - Μια Οδύσσεια του Αοράτου

Σαν μια Μετάληψη της σκόνης και της ύπαρξης, η ταινία  Sirāt του Olivier Laxe  αναδύεται στην καρδιά του σύγχρονου κινηματογράφου όπως ένα έργο που δεν είναι εκεί απλώς για να το παρακολουθήσεις αλλά υπάρχει ώστε να εμβαπτιστείς σε αυτό.

Από την πρώτη στιγμή που οι εικόνες αιωρούνται πάνω από έναν απέραντο, ηλιόλουστο, μοβ–μπεζ άνεμο της ερήμου και μέχρι το ενσωματωμένο, μέσα στη στεγανότητα αλλά και το μεγαλείο της εικόνας του, αφαιρετικό φινάλε, η ταινία εγκαθιδρύει ένα εσωτερικό τοπίο τόσο ισχυρό, που σκύβεις μπροστά του σαν να  υποκλίνεσαι  μπροστά στην πιο αρχέγονη θύμηση του κόσμου.

Το Sirāt —όρος παρμένος από τον ισλαμικό μυστικισμό που σημαίνει την «λεπτότατη γέφυρα» ανάμεσα στην Κόλαση και τον Παράδεισο— εκκινεί εδώ όχι ως μεταφορά αλλά ως υπαρξιακός χώρος: μια λεπτή, αιχμηρή γραμμή του βλέμματος και της καρδιάς, όπου κάθε βήμα μετράει και η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται απ’ ευθείας, αλλά διαθλάται στον ταχύρρυθμο ήχο και την ατέρμονη κίνηση.

Σε αυτή την ταινία, το πρώτο τέταρτο δεν  εισάγει απλώς· μας ενσωματώνει.

Το Πνεύμα του Rave, Το Πνεύμα της Τελετουργίας

Η ταινία ανοίγει μέσα σε ένα rave festival κάτω από τον Μαροκινό ήλιο — μια μεγάλης διάρκειας σκηνή όπου η μουσική δεν είναι ηχητικό φόντο, αλλά σαμάνικη πραγμάτωση. Ο ήχος εδώ δεν ακούγεται· βιώνεται όπως η άμμος που εισχωρεί στα σπλάχνα, σαν υπερβατικός ρυθμός που σπάζει την κανονικότητα του χρόνου. Η  techno και το Τrance εδώ είναι τούτο: όχι απλώς μουσική, αλλά η τελετουργική ανάσα του κόσμου, ένας χορός με τη φθορά και την άρνηση της. Η σύνδεση του σώματος με το άπειρο. Αναπάντεχα, ο Laxe συγκεντρώνει γύρω του έναν κινηματογραφικό διάκοσμο που μοιάζει ταυτόχρονα εθιστικός και οδυνηρός. Η είσοδος στο rave — μαζική, ιδρωμένη, σκόπιμα βρώμικη — δεν είναι απλώς κινηματογραφικό εύρημα. Είναι διαμεσολάβηση ψυχής. Εκεί, η μουσική της rave κουλτούρας — ένας συνεχής ηλεκτρονικός παλμός, tribal, απειλητικός, μεταφυσικός — καθίσταται πνευματικό στοιχείο, κατά κάποιο τρόπο δομικό, για την ίδια την ύπαρξη μέσα στον κόσμο της ταινίας.

Η κινηματογραφική καταγραφή των σωμάτων, των κινήσεων, των σκιών μέσα στον ρυθμό της μουσικής εξελίσσεται σε μυσταγωγία. Παρακολουθώντας αυτές τις σκηνές, μοιάζει σα να βλέπεις όχι  χορευτές, αλλά προσκυνητές, που αψηφούν τον φόβο και τον πόνο, μέσα από την ίδια την έκσταση τους. Τα πλάνα εδώ δεν αποκαλύπτουν μόνον την πτυχή μιας underground υποκουλτούρας· αποκαλύπτουν την ανθρώπινη έφεση για επαφή, για σύνδεση, για κοινή άφεση στην εμπειρία του σώματος και του ήχου.

Είναι συναρπαστικό να φανταστείς τη σκηνή αυτή σαν ένα ηχητικό και οπτικό Zazen: σώματα μεταμορφωμένα, ρυθμοί που τραβούν τις ώρες από τη ροή τους, και ένα σύμπαν που έγινε ένας χορός επίγνωσης. Σαν σε rave, όπου το beat γίνεται θεϊκή δύναμη και μετουσιώνει με τη χάρη της τη συλλογική ύπαρξη σε έναν χορό ενότητας, η ταινία Sirāt προτείνει ότι το πέρασμα — η λεπτή γέφυρα — δεν είναι πια μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου, αλλά μεταξύ εαυτού και απώλειας, πολιτικής και πνευματικότητας, θανάτου και υπαρξιακής αφύπνισης.

Στο πρώτο τέταρτο, το φιλμ μοιάζει να κινείται στα όρια ενός καθιερωμένου road movie: ένας πατέρας, ο Luis — ερμηνευμένος με βαθιά ανθρώπινη πυκνότητα από τον Sergi López, μια από τις πιο συνεκτικές φωνές του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου και  θεάτρου — φθάνει με τον νεαρό γιο του Esteban (Bruno Núñez Arjona) και το σκυλάκι τους  σ’ έναν απέραντο, σχεδόν μεταφυσικό χώρο ενός rave festival, για έναν σκοπό τόσο οικείο όσο και αδιαπέραστο: να βρουν τη Marina, την κόρη/αδελφή που έχει εξαφανιστεί σε κάποιο rave στα βάθη της αφιλόξενης έρημου ακολουθώντας τα καραβάνια των περιπλανώμενων της σκηνής. Δεν μας δίνεται καμία επιπλέον πληροφορία για το τι οδήγησε σε αυτή την απομάκρυνση αλλά είναι βέβαιο ότι ο χαρακτήρας του Λοπέζ επιδιώκει να τη βρει οπωσδήποτε και η οικογένεια να επανασυνδεθεί. Το rave διακόπτεται από την ξαφνική παρέμβαση του στρατού και απαιτείται η αποχώρηση για τις χώρες τους όλων των Ευρωπαίων κατοίκων. Ούτε εκείνη τη στιγμή μαθαίνουμε κάτι περισσότερο. Κάτι πολύ σοβαρό έχει συμβεί. Ίσως μάλιστα κάποιος γενικευμένος πόλεμος πανευρωπαϊκός ή και παγκόσμιος. Η κάμερα του Laxe, αλλά και το σενάριο του αφήνει έξυπνα αυτά τα κενά να συμπληρωθούν από τη φαντασία του θεατή και η φωτογραφία  τραβηγμένη σε θρυμματισμένη Super 16mm ύλη, λειτουργεί σαν το ενδοσκοπικό σώμα ενός ποιητή που αναπνέει τον αέρα του κόσμου — μια φιλμική σάρκα που αναγνωρίζει και αποτυπώνει τις γραμμές του φωτός και της σκιάς όπως ο χρόνος καταγράφει τα τραύματα της μνήμης.

Πολύ σύντομα ο Luis  ζητά από μια παρέα ravers να τους ακολουθήσει προς ένα άλλο, παράνομο αυτή φορά, πάρτι όπου πιθανόν θα βρεθεί η κόρη του.  Η ομάδα των Richard Bellamy, Stefania Gadda, ο Tonin Janvier, η Jade Oukid και ο Joshua Liam Henderson — ενισχύουν αυτήν την αίσθηση ότι η ζωή είναι μια επικοινωνία μεταξύ αυθεντικότητας και τραύματος. Παρά το γεγονός ότι πολλοί ηθοποιοί του καστ δεν είναι επαγγελματίες, η επιλογή τους δεν είναι «φυσική» αλλά βαθιά κινηματογραφική: το σώμα τους φέρει τις ρωγμές της ύπαρξης σαν μια υλική εμπλοκή με την πραγματικότητα. Μια εμπλοκή που πραγματοποιείται  εντέλει με τον Luis και τον Esteban να τους ακολουθούν στη διαδρομή τους. Ενώ όμως βρισκόμαστε μπροστά στην σοβαρή πιθανότητα του να παρακολουθούμε ένα κοινωνικό δράμα οικογενειακής επανασύνδεσης με όλα τα συμπαρομαρτούντα, ένα ξαφνικό συμβάν ανατρέπει αυτή μας την πεποίθηση  κάνοντας μας, σαν σε μια έκρηξη διαύγειας, να συνειδητοποιήσουμε δύο πράγματα: ότι ο Laxe  μας έχει παραπλανήσει με στόχο να μας οδηγήσει σε μια διαφορετική αφήγηση και εξιστόρηση και ότι επίσης η ταινία έχει ξεκινήσει μόλις τώρα !

Ο Δρόμος της Ύπαρξης και Το Πέρασμα του Αοράτου

Μετά την απροσδόκητη κορύφωση που αλλάζει μέσα μας τον τρόπο που βλέπουμε το έργο — με την αφήγηση να μετατρέπεται σε μια ατμοσφαιρική, υπαρξιακή τοπογραφία — η ταινία αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο. Δεν είναι πια η αναζήτηση μιας χαμένης κόρης, αλλά ένα τελετουργικό πέρασμα προς την καρδιά μας, ένα ταξίδι που σε αναγκάζει να βαδίσεις πάνω στον λεπτό δρόμο του Sirāt.

Την ίδια στιγμή, η ηλεκτρονική σύνθεση και η μουσική του Kangding Ray δεν συμπληρώνουν τα πλάνα·. Οδηγούν την εμπειρία. Ο ήχος λειτουργεί σχεδόν ως ένας επιπλέον πρωταγωνιστής — όχι διακριτός, αλλά παρών σαν πνοή. Η ηχητική εμπειρία δεν υπακούει σε κανόνες: σε απορροφά, σε χτυπά, σε μεταμορφώνει.

Όσον αφορά την εικόνα, την κίνηση και το σώμα, ο Mauro Herce, ο διευθυντής φωτογραφίας του έργου, κατασκευάζει έναν κόσμο όπου κάθε πλάνο μοιάζει να καλεί τον θεατή να βιώσει τη σωματικότητα του φωτός. Οι εκτεταμένοι ερημικοί ορίζοντες, οι σκιές που σκίζουν την άμμο, η υφή της σκόνης πάνω στο δέρμα των χαρακτήρων, η κόκκινη λάμψη του ήλιου που καίει σαν εσωτερική πληγή ή του ανέμου και του σκοταδιού, που σιγά-σιγά υπεισέρχεται και κυριαρχεί ψάχνοντας κάποια νέα διέξοδο προς το φως — όλα αυτά δεν περιγράφουν απλώς μια γεωγραφία. Ορίζουν μια τοπολογία ψυχών σε διάσπαση και επανένωση.

Σε αυτή τη δεύτερη φάση, η ταινία απορρίπτει τις νόρμες της συμβατικής αφήγησης και γίνεται μια  άγρια, άμορφη, εσωτερική “landmine” του νου. Η μουσική και οι εικόνες συγχέονται · η techno γίνεται σαν το χτύπημα της καρδιάς σε στιγμές εσωτερικού τρόμου ή βαθιάς έκστασης. Σαν να περπατάς σε ένα ...ναρκοπέδιο ανάμεσα στην ενορατική ενατένιση της ζωής και το θρίαμβο του θανάτου. Το περιβάλλον — η έρημος, οι βουνίσιες κορυφές, οι άδειες εκτάσεις — γίνεται ένα πεδίο όπου ο χρόνος και ο θάνατος είναι ειδικές συνθήκες ύπαρξης. Καταστάσεις του πνεύματος και  όχι απλώς κάποιο οπτικό  υπόβαθρο.

Ύπαρξη, Πολιτική, Πόλεμος και Σύνορα: Η Κόψη της Πραγματικότητας και το Ταξίδι.

Αυτό που ο Laxe κατορθώνει — και σπανίως το επιτυγχάνουν οι δημιουργοί του σύγχρονου σινεμά — είναι να κάνει την κινηματογραφική εμπειρία να μοιάζει με εσωτερική τελετή αφύπνισης. Αυτή δεν τελειώνει στην έξοδο από το σκοτεινό δωμάτιο που συνιστά η κινηματογραφική αίθουσα. Συνεχίζεται μέσα σου, σαν ήχος που δεν σιωπά, σαν μετα-αίσθηση που σε συνοδεύει. Αυτό είναι το Sirāt: μια γέφυρα μουσικής και σιωπής, ήχου και αβύσσου, ύπαρξης και απώλειας.

Ο δρόμος που διέρχεται ο Luis και ο Esteban δεν είναι γεωγραφικός. Είναι ενδοσκοπικός.

Κάθε πλάνο μετά την πρώτη ώρα μοιάζει να μεταφέρει τη σύγκρουση ανάμεσα στην επιβίωση και στην υπέρβαση. Η μουσική  γίνεται το ίδιο το παλμικό αίτιο που σπρώχνει όλους τους χαρακτήρες του φιλμ προς τα όρια τους, του τραυματισμού και — για όσο αντέχει η ύπαρξη — της λύτρωσης.

Σε αντίθεση με τον κινηματογραφικό ρεαλισμό που αποστρέφεται το πολιτικό, το Sirāt δεν αγνοεί τον κόσμο· τον αποτυπώνει  στο υφαντό της εμπειρίας. Ο πόλεμος — όχι ως αφήγημα, αλλά ως βαριά περιρρέουσα ατμόσφαιρα — είναι παρών ως απειλή, ως υπόθεση που καθορίζει το χώρο χωρίς να τον κατονομάζει. Στον κόσμο του Sirāt, ο πόλεμος δεν είναι μια αφηρημένη έννοια — είναι κομμάτι της  υπόστασης της ζωής. Δεν ακούγεται  αλλά γίνεται διαρκώς αισθητός: ως δυστοπική παρουσία, ως απειλή για τη συνέχιση της ανθρωπιάς.

Η μετανάστευση και το ταξίδι στο Sirāt δεν παρουσιάζεται ως ξέχωρη παράμετρος. Είναι μια θεμελιακή συνθήκη ύπαρξης: οι χαρακτήρες είναι ήδη εκτός της ασφάλειας του κόσμου που γνωρίζουν. Περνούν σύνορα, αλλά, κυρίως, περνούν τα όρια τους. Σαν να λέει ο Laxe: αυτά τα σύνορα, η πολιτική, οι απαγορεύσεις και οι “νόρμες” δεν ισχύουν σε έναν κόσμο όπου η επιβίωση καθορίζει δραστικά την ίδια την έννοια του χρόνου. Τα σύνορα του κόσμου — γεωγραφικά και ψυχικά — καταρρέουν, διαλύονται σαν τη σκόνη στην έρημο. Η μετανάστευση παύει να είναι μια κοινωνική συνθήκη, και γίνεται μια ψυχική κατάσταση διαρκούς μετάβασης: δεν μεταφέρεις μόνο το σώμα σου, αλλά το νόημα της ύπαρξής σου. Έτσι, η φίλη, ο φίλος, η κόρη,  ο πατέρας, ο γιος, οι ravers, οι ξένοι που γίνονται συνοδοιπόροι: όλοι είναι «αόρατοι μετανάστες» στην ίδια μεγάλη απεραντοσύνη του κόσμου. Οι περιπλανώμενοι...

Η ταινία αυτό που πραγματικά κατορθώνει εντέλει  είναι να ενώσει το πολιτικό με το προσωπικό, το κοινωνικό με το υπαρξιακό.

Ο εαυτός και ο κόσμος

Με την αίσθηση μιας ταινίας που ήδη διεκδικεί μια θέση ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα της εποχής μας — με πολυάριθμες βραβεύσεις, υποψηφιότητες για Όσκαρ, BAFTA και César, και με ένα κοινό που την υποδέχεται με συναισθήματα που ξεπερνούν την απλή απόλαυση της θέασης της — το Sirāt εισβάλλει στη συνείδηση μας σαν ένα φως που πληγώνει και φωτίζει μαζί.

Είναι σπάνιο.

Είναι αθέατο.

Είναι αυτό που δεν μπορούμε να δούμε, αλλά αναγνωρίζουμε βαθιά μέσα μας.

Που διασχίζουμε συνειδητοποιώντας ότι το  πέρασμα δεν ήταν ποτέ το εμπόδιο, αλλά το ίδιο το νόημα. Εκεί που ο Ουρανός αγγίζει την Κόλαση, σε αυτό το εργαστήριο πολιτισμών και ανθρώπων που συνιστά η πορεία μέσα στον βίο και τον χρόνο, το Sirāt του Laxe γίνεται μια υπερβατική, σχεδόν θρησκευτική εμπειρία: η λεπτή γέφυρα δεν χωρίζει δύο κόσμους — τους ενώνει. Ο ουρανός και η κόλαση δεν είναι εδώ δύο χώρες, δύο διακριτοί τόποι που διασχίζονται μέσα από φυσικές οδούς αλλά δύο καταστάσεις συνείδησης. Δύο καταστάσεις της ύπαρξης. Και η ταινία — στο τελευταίο μεγάλο πέρασμα της — σε αναγκάζει να περπατήσεις πάνω στη λεπτή αυτή γραμμή . Όχι για να φτάσεις κάπου, αλλά για να συνειδητοποιήσεις ότι το Πέρασμα είναι η ίδια η ζωή.

Γιάννης Ραουζαίος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα grandmagazine.gr

Smart Search Module