ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΠΙΛΟΓΗ - Γιάννης Ραουζαίος

Το No Other Choice του Park Chan-wook, το οποίο είναι η προσέγγιση του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη σε ένα βιβλίο ( το "Τσεκούρι" του Donald Westlake) αλλά και μια ταινία (εκείνη του Κώστα Γαβρά πριν 20  χρόνια!) δεν είναι ταινία για έναν άνθρωπο που χάνει τη δουλειά του. Είναι ταινία για έναν άνθρωπο που χάνει τη θέση του μέσα στον κόσμο — και μαζί της, κάθε ψευδαίσθηση ηθικής σταθερότητας. Ο Park Chan-Wook, σκηνοθέτης με χειρουργική αίσθηση της κοινωνικής αστάθειας, επιστρέφει με μια μαύρη κωμωδία που λειτουργεί σαν κοινωνικό ηλεκτροσόκ: καθαρό, ψυχρό, χωρίς παρηγοριά.

Ο Yoo Man-su, τον οποίο υποδύεται με ακρίβεια και εσωτερική ένταση ο Lee Byung-hun, είναι το πρόσωπο της κανονικότητας. Οικογενειάρχης, υπάλληλος επί 25 χρόνια σε χαρτοβιομηχανία, άνθρωπος που δεν αμφισβήτησε ποτέ το συμβόλαιο: δουλεύεις, υπακούς, επιβιώνεις. Όταν η εταιρεία τον απολύει στο όνομα της «αναδιάρθρωσης», το πρόβλημα δεν είναι η απώλεια μισθού. Είναι η κατάρρευση μιας ταυτότητας που είχε δομηθεί αποκλειστικά πάνω στην παραγωγικότητα.

Ο Park Chan-Wook δεν στήνει μελόδραμα. Δεν ενδιαφέρεται για την ψυχολογική ανακούφιση του θεατή. Αντίθετα, στήνει ένα αφήγημα κλιμακούμενης ασφυξίας. Ο Man-su μπαίνει σε έναν αγώνα επιβίωσης για μια νέα θέση εργασίας — έναν αγώνα όπου οι υποψήφιοι είναι πολλοί, οι ευκαιρίες ελάχιστες και οι κανόνες άγραφοι. Η βία που ακολουθεί δεν παρουσιάζεται ως εκτροπή· παρουσιάζεται ως λογική συνέπεια ενός συστήματος που δεν αφήνει περιθώριο διαφυγής.

Η βασική ιδέα της ταινίας —ότι ο ήρωας δολοφονεί τους ανταγωνιστές του για να εξασφαλίσει τη δουλειά— δεν λειτουργεί ως θρίλερ μηχανισμός, αλλά ως πολιτική παραβολή. Το No Other Choice δεν ρωτά «μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος». Ρωτά «πόσο βίαιο είναι ήδη το πλαίσιο μέσα στο οποίο του ζητάμε να παραμείνει “κανονικός”».

Η σκηνοθεσία του Park Chan-Wook είναι απογυμνωμένη από περιττά στολίδια. Οι χώροι —γραφεία, σπίτια, δημόσιες υπηρεσίες— δεν έχουν χαρακτήρα, γιατί ακριβώς αυτό είναι το ζητούμενο: ένας κόσμος όπου η ανθρώπινη παρουσία έχει γίνει διαχειριστικό μέγεθος. Η κάμερα παρακολουθεί τον Man-su με ψυχρή επιμονή, χωρίς να τον δικαιώνει και χωρίς να τον καταδικάζει. Η ηθική κρίση μεταφέρεται στον θεατή, όχι στο κάδρο.

Ο Lee Byung-hun αποφεύγει τον πειρασμό της υπερβολής. Η ερμηνεία του βασίζεται στη σταδιακή διάβρωση: μικρές παύσεις, βλέμματα που χάνουν το σημείο εστίασης, ένα σώμα που κουβαλά την ήττα πριν ακόμα τη συνειδητοποιήσει. Δεν βλέπουμε έναν «κακό» άνθρωπο. Βλέπουμε έναν άνθρωπο που έμαθε να υπάρχει μόνο υπό όρους χρησιμότητας — και όταν αυτοί οι όροι καταργούνται, δεν του απομένει καμία γλώσσα αντίστασης.

Η μαύρη κωμωδία της ταινίας δεν προσφέρει ανακούφιση. Το χιούμορ λειτουργεί σαν μηχανισμός αποκάλυψης: γελάς, γιατί αναγνωρίζεις. Και αμέσως μετά, το γέλιο παγώνει. Ο Park γνωρίζει ότι η πιο αποτελεσματική πολιτική σάτιρα δεν φωνάζει· παρατηρεί.

Σε επίπεδο θεματικής, το No Other Choice συνομιλεί ευθέως με την επισφαλή εργασία, την αυτοματοποίηση και την πλήρη αποσύνδεση της ανθρώπινης αξίας από οτιδήποτε δεν είναι μετρήσιμο. Η ταινία δεν προτείνει λύσεις και δεν παριστάνει την επαναστατική. Κάνει κάτι πιο ενοχλητικό: δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι οι ακραίες πράξεις, αλλά η κανονικότητα που τις γεννά.

Ο τίτλος δεν είναι ειρωνικός. Είναι κυριολεκτικός. Στο σύμπαν του No Other Choice, η επιλογή έχει ήδη ακυρωθεί. Αυτό που απομένει είναι μια σειρά από αντιδράσεις μέσα σε ένα σύστημα που δεν επιτρέπει την αποχώρηση. Ο Park Chan-wook δεν ενδιαφέρεται να μας πει αν ο Man-su είχε δίκιο ή άδικο. Ενδιαφέρεται να μας δείξει πώς φτάσαμε στο σημείο όπου αυτή η ερώτηση έχει χάσει το νόημά της.

Το No Other Choice είναι μια ταινία που δεν ζητά συμπάθεια. Ζητά εγρήγορση. Και σε μια εποχή όπου ο κινηματογράφος συχνά παρηγορεί αντί να ενοχλεί, αυτό από μόνο του είναι μια πολιτική πράξη.

Γιάννης Ραουζαίος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα grandmagazine.gr

Smart Search Module