Τελικά επιβεβαιώνεται ο χρυσός κανόνας ότι “εάν δεν δεις μια ταινία με τα μάτια σου”, τότε οι όποιες εξωτερικές συμβουλές παρακολούθησης ή αποφυγής της, αποδεικνύονται σεβαστά υποκειμενικές, σταδιακά αχνές, έως και αποκαρδιωτικά άτοπες.
Εάν η Ατομικότητα του καθενός μας λειτουργεί τόσο αποτρεπτικά, ώστε να μην μπορούμε να εξετάσουμε την ανάλογη Υποκειμενική Κατασκευή ενός σκηνοθέτη (γιατί αυτό είναι το Σινεμά), τότε δεν θα κατανοούμε ποτέ, τι σημαίνει ευγενής εισαγωγή στον Κόσμο των Τεχνών. Το ίδιο ισχύει όχι μόνο βλέποντας ταινίες, αλλά και διαβάζοντας κριτικές. Η κατανόηση στο αναφαίρετο δικαίωμα Ελεύθερης γραφής έχει εξίσου μεγάλη σημασία.
Προτιμάται όμως μια Ισορροπία. Ισορροπία μεταξύ σκηνοθεσίας και κριτικής, συνιστά η αναγνώριση μεθοδολογίας. Αυτή λοιπόν είναι μια κριτική ταινίας, η οποία τείνει να αποφεύγει τις υπερβολές και την παρορμητικότητα. Είτε των “δεξιόστροφων” και “αριστερόστροφων”, είτε των ένθεων και άθεων θεατών. Μιλά ουσιαστικά, για το τι πέτυχε και δεν πέτυχε, κινηματογραφικά, ο Σμαραγδής.
Ανάλυση
Απαραίτητη Εισαγωγή…
Τροφή για ψύχραιμη σκέψη. Εάν σε έναν άνθρωπο που γνωρίζει πώς να γυρίζει ταινίες, η Ατομικότητά του τον βοηθά να διαμορφώσει κινηματογραφικό χαρακτήρα, τότε εκείνος ακολουθεί το σωστό δικό του μονοπάτι. Εννοείται εφόσον είναι ειρηνικό, καλλιτεχνικά ωφέλιμο (και όχι επιβλαβές) για το κοινό ψυχαγωγικό συμφέρον, τούτο το μονοπάτι. Η διαμορφωμένη Κοσμοθεωρία λοιπόν, εκτός από αναπόσπαστο στοιχείο Ατομικότητας, είναι και δικαίωμα έκφρασης κάθε καλλιτέχνη. Ας δούμε δύο παραδείγματα σκηνοθετών, χωρίς να έχουν σε καμία περίπτωση ίδιο βεληνεκές. Αλλά ούτε και ίδιο στυλ, κουλτούρα, δυναμικές, ούτε καν ίδιο είδος ταινιών, που όμως η αντίθετη Κοσμοθεωρία τους κατορθώνει και ευεργετεί στην κάθε περίπτωση την παρουσία προσωπικής κινηματογραφικής υπογραφής. Είτε αυτή η εμφάνιση υπογραφής αρέσει, είτε όχι, από άποψη αισθητικής.
Εάν φερειπείν τον Γούντι Άλεν, τον βοήθησε η Αθεΐα του για να γίνει διανοούμενος και με τη βούλα από το “Νευρικός Εραστής” (1977) και μετά, σημασία έχει να εξετάσουμε μόνο την ύπαρξη ή όχι της κινηματογραφικής γοητείας. Την οποία κινηματογραφική γοητεία, πράγματι, η Αθεΐα του Άλεν την τροφοδοτεί δημιουργικά πάντοτε. Ακόμη και όταν ο ίδιος υπερβάλλει. Βεβαίως, μετά από κάποια χρόνια εκείνος επαναλαμβάνεται...Άρα, εν συνόλω στη Φιλμογραφία του Άλεν ο στόχος επετεύχθη, ως επί το πλείστον σε σκηνοθεσία κωμικοτραγικού, ρομαντικού μοτίβου ζευγαριών, με τη διαπάλη καλλιτέχνη/ψυχανάλυσης σαν μορφή καθοδηγητή ή καλύτερα τρίτου γονέα. Τέτοιες καλλιτεχνικές εκφράσεις, επιστημονικού-ανθρώπινου κορμού, διασώζουν το όλο εγχείρημα.
Εάν τώρα επί παραδείγματι στον αντίποδα, η Πίστη στο Θεό βοηθά τον Γιάννη Σμαραγδή να καταθέσει κινηματογραφική υπογραφή από τον “Ελ Γκρέκο” (2007) και μετά, τότε πάλι σημασία έχει να εξετάσουμε μόνο την ύπαρξη ή όχι της κινηματογραφικής γοητείας. Την οποία κινηματογραφική γοητεία, πράγματι, η μεταφυσική Πίστη του Σμαραγδή την τροφοδοτεί δημιουργικά, κάποιες φορές. Αλλά όχι, όταν ο ίδιος υπερβάλλει. Παρομοίως, μετά από κάποια χρόνια εκείνος επαναλαμβάνεται...Άρα, εν συνόλω στη Φιλμογραφία του Σμαραγδή ο στόχος επετεύχθη εν μέρει ή μάλλον για να το προσδιορίσουμε πιο σωστά...Τέτοιες καλλιτεχνικές εκφράσεις, θεολογικού στολίσματος, δεν απειλούν το όλο εγχείρημα, σε σκηνοθεσία ιστορικού μοτίβου και βιογραφίας.
Γενικώς…
Πάμε τώρα στην κριτική για το έργο “Καποδίστριας” (2025). Σε γενικές γραμμές, παρά τα ποσοστιαία ελαττώματα της τάξεως του 20%, όπου εκεί δυστυχώς υπάρχει όντως μη ωφέλιμη θεολογική αστρόσκονη, μπαρουτοκαπνισμένη με λιβάνι και κατάνυξη, καθώς και από ένα 5% με μερικώς αναίτια απόδοση πλατωνικού ερωτισμού, το υπόλοιπο 75% ευτυχώς αφορά την προσεγμένη σκηνοθετική-σεναριακή ματιά μέσα σε μια αξιόλογη ταινία.
Αυτή η ματιά οραματίζεται μεθοδικά και υποστηρίζει προσεκτικά, ανά σκαλοπάτι προόδου, την ενάρετη αύρα του Καποδίστρια. Σε μαχητική διπλωματία, οικονομική ανιδιοτέλεια, πολιτική εντιμότητα, καθώς και σε αντιπαλότητα αριστοκρατικής πυγμής. Ναι, η ταινία του Σμαραγδή δεν ασχολείται μεν με δυσαρέσκειες, αμφιβολίες ή αμφισβητήσεις απέναντι στο πρόσωπο του Καποδίστρια, σχεδόν καθόλου. Μολονότι ιστορικά έχουν ειπωθεί και αρνητικές αναφορές (π.χ. παρά τη δημιουργία ελληνικού τυπογραφείου, στην πραγματικότητα έχει ειπωθεί ιστορικά για την εσωτερική του πολιτική, ότι προχώρησε σε διώξεις του Τύπου όσον αφορά αντιπολιτευόμενες δημοσιεύσεις ή ότι ασκούσε αυταρχικά την εξουσία κατά καιρούς). Αλλά αντιθέτως, η ταινία διακατέχεται από ανθρώπους που αναγνωρίζουν την οξυδέρκειά του και προκρίνουν υποστηρικτικά το -σκακιστικού σκεπτικού- αλύγιστο θάρρος εκείνου. Ακόμη και οι αντίπαλοί του τον παραδέχονται. Αλλά αυτό δεν είναι κακό, ούτε απειλητικό, για την όλη αύρα σε ένα έργο.
Η Θεματική τούτης της ασύλληπτα δυναμικής, ιστορικής κυβερνητικής προσωπικότητας, που επηρέασε θετικά τον ευρωπαϊκό και ελληνικό χάρτη του 19ου αιώνα, πλαισιώνεται με κινηματογραφική γοητεία από την έκδηλη, μα και τεκμηριωμένη εκτίμηση του Γιάννη Σμαραγδή, προς το πρόσωπο του Ιωάννη Καποδίστρια. Ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης Σμαραγδής λοιπόν, παρουσιάζει με το έργο του μια αντανάκλαση ιστορικής αναγνώρισης, επικεντρωμένη στο κυρίαρχο θετικό πρόσημο του λυτρωτή Καποδίστρια. Επιδοκιμάζει δηλαδή τακτικά τον κεντρικό ήρωα, ο οποίος τον ενέπνευσε ώστε να γυρίσει τη συγκεκριμένη Βιογραφική ταινία Ιστορικού μοτίβου. Στοιχείο απαραίτητο, αν σκεφτούμε, πόσο έχει αναγνωριστεί η εντυπωσιακή πορεία του Καποδίστρια από ιστορικούς (οι οποίοι φυσικά, ξέρουν πολλά περισσότερα από εμάς). Αλλά η προσωπικότητά του έχει εκτιμηθεί και από απλούς ανθρώπους, που έχουν διαβάσει Ιστορία. Τον Καποδίστρια τον έχουμε παραδεχτεί πολιτικά όλοι μας (για τα Καντόνια στην Ελβετία, μέχρι την ίδρυση Εθνικού Νομισματοκοπείου και την κατασκευή Αλληλοδιδακτικών Σχολείων στην Ελλάδα).
Το θέμα είναι, εάν η ταινία τον εκθειάζει σε επίπεδο παραλληλισμού με την παρουσία ενός μεσσία. Προσοχή όμως! Άλλο καλλιτεχνικό στοιχείο αποτελεί ένα έμπιστο, αποτελεσματικό πολιτικό πρόσωπο, εκπέμποντας κινηματογραφικά την εμπνευσμένη μορφή του λυτρωτή, σε συμμάχους, φιλικά πρόσωπα και απλούς ανθρώπους. Και άλλο πράγμα είναι ο μεσσιανισμός. Προσωπικά, δεν βλέπω κανένα μεσσιανισμό στο έργο του Σμαραγδή. Διακρίνω μόνο μία αναπόδραστη ανάγκη αυτού του κινηματογραφικού Καποδίστρια, να βρει πυρετωδώς κάποιον ιερό, ανώτερο σκοπό, που να ξεπερνά τον εαυτό του. Καθώς και μία άκριτη, ανεξερεύνητη ανάγκη του κινηματογραφικά μυθοπλαστικού ιερέα Νικόδημου, να πιστέψει αναπόφευκτα την πνευματική ενίσχυση σε έναν τέτοιο ωφέλιμο σκοπό, για το μέλλον πολλών ανθρώπων. Όμως το ξαναλέω, άλλο αυτό το στοιχείο Κοσμοθεωρίας με χαρακτήρα στολιδιού (που σαφώς καθρεπτίζει τη θεολογική προσέγγιση του καλλιτέχνη Σμαραγδή) και άλλο πράγμα ο μεσσιανισμός από τη βάση ενός έργου. Άρα, δεν βλέπω ούτε θεοκρατική προσέγγιση εδώ. Παρά μόνο μια αχρείαστη υπερβολή, πασπαλισμένης θεολογικής αστρόσκονης. Σαν κάποιος χαρισματικός άνθρωπος-κυβερνήτης-διπλωμάτης-κόμης, που έχει Εύνοια ή που έτσι θέλει να πιστεύει, προκειμένου να πάρει δύναμη. Αλλά μέχρι εκεί. Όχι σαν μεσσίας.
Να σημειώσουμε από άποψη σεναριακής μεθοδολογίας, ότι η περσόνα του “Νικόδημου” στο έργο “Καποδίστριας” (2025) ακολουθεί με αφοσίωση το Σινεμά των ιδεών του Σμαραγδή. Καθότι και στο “Ελ Γκρέκο” (2007) υπήρχε η συμβουλευτική -αν και πιο ταπεινή- μορφή “Νικολός” (από το όνομα Νικόλαος). Άρα παρατηρούμε, ότι στην Ονοματολογία και πιο συγκεκριμένα στην Ανθρωπωνυμία του Ιστορικού Βιογραφικού Σινεμά, η λέξη “Νίκη” σαν πρώτο συνθετικό ενδιαφέρει πολύ τον σεναριογράφο Σμαραγδή για την έμπνευση και διαδραστικότητα των δικών του μυθοπλαστικών, συμβουλευτικών περσόνων (Νικόδημος = Νίκη + Δήμος, Νικόλαος = Νίκη + Λαός). Ομοίως και η ταύτιση της Νίκης με τους πολίτες (Λαός) και τη διοίκηση (Δήμος). Δηλαδή, οι περσόνες αυτές συμβουλεύουν τους κεντρικούς ήρωες του Σμαραγδή, για έναν ανώτερο καλό σκοπό (είτε τέχνης, είτε πολιτικής).
Εν προκειμένω πάντως, ο νεαρός ιερέας Νικόδημος αντλεί έμπνευση από τον χαρισματικό Καποδίστρια, μα τον καθοδηγεί κιόλας αργότερα, σε μια ανθρώπινη σχέση που θυμίζει αλληλεπίδραση παιδιού-γονέα. Και τελικά, αποφαίνεται πιο πολύ ως ψυχολογική προσέγγιση. Εντάξει, για όποιον θεατή πιστεύει σε θεϊκή οντότητα, εμφανίζει και μια ιερή στιγμή ο Νικόδημος. Σαν να προστατεύει με Εύνοια τον Καποδίστρια. Στιγμή, η οποία υποστηρίζεται σε μια ενδιαφέρουσα ισορροπία σκότους-φωτός από τη διεύθυνση φωτογραφίας.
Επιπλέον, δεν απέκρυψε ποτέ η ταινία ότι τούτος ο Καποδίστριας είναι ανθρώπινος, με πολύ χειροπιαστό τρόπο. Καθότι, οι ορατές αδυναμίες του Καποδίστρια ενυπάρχουν σε παρελθόν και παρόν. Το να δείξεις σε μια ταινία, ότι ο εκλεκτός κυβερνήτης έπεσε (“γκρεμοτσακίστηκε” κιόλας) στη νιότη του από ένα ατίθασο άλογο, κατά την ελεύθερη ιππασία (ειδικά εκείνες τις εποχές, όπου η ιππασία ήταν στοιχείο γενναιότητας και δυνατοτήτων). Το να δείξεις, ότι δεν θα ζήσει στο παρόν της ηλικιακής του ωριμότητας και πολιτικής του κορύφωσης τον σπάνιο έρωτά του. Αυτά δεν αποτελούν σημεία εξιδανίκευσης! Μα αντιθέτως, εκφράζουν ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας έχει τρωτά σημεία. Ότι δεν μπορεί να ελέγξει, μα ούτε και να γίνει τα πάντα.
Όμως το μυαλό του μπορούσε να δώσει μεγάλες, αλλιώτικες μάχες. Μάχες, που κλιμακωτά θα έφερναν την ανεξαρτητοποίηση της Ελβετίας, την προστασία της Γαλλίας, την επιλεκτική, μα στενή συμμαχία της Ρωσίας και φυσικά την απελευθέρωση του Ελληνικού Έθνους. Αυτές οι Νίκες ήταν και οι Έρωτές του. Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στην ταινία παντρεύονται χωροχρονικά με χώρες, πόλεις και έτη, ώστε να οδηγούμαστε κλιμακωτά στα σημαντικότερα σημεία του διαδραστικού βίου του Ιωάννη Καποδίστρια. Έτσι οι αλλαγές ταμπεραμέντου, κλίματος, συνόρων και προσώπων των τότε χωρών κατανέμονται ομοιόμορφα στην κινηματογραφική αφήγηση.
Το γραφείο του μισητού Καγκελάριου Μέτερνιχ, οι επιστολές και συναντήσεις με την αγαπημένη Ρωξάνδρα, η πλαισίωση του συμβουλευτικού Νικόδημου, οι επισκέψεις στην Ελβετία, οι αποστάσεις με την άμαξα στα χιόνια της Ρωσίας, αποτελούν σταθερά σημεία-ορόσημα της κινηματογραφικής αφήγησης. Πιο σταθερός, είναι ο στωικός χαρακτήρας του Καποδίστρια. Ας μην ξεχνάμε, ότι αυτή είναι μια ταινία που φτιάχτηκε για να την παρακολουθήσουν απλοί θεατές, κινηματογραφόφιλοι, λόγιοι, κριτικοί και σκηνοθέτες. Η λειτουργική επικοινωνιακή γλώσσα, κατά συνέπεια, αποτελεί προτεραιότητα, προκειμένου να παρακολουθηθεί επιτυχώς και επεξηγηματικά η εν λόγω ταινία από όλους.
Ο Σμαραγδής φτιάχνει Σινεμά που παρακολουθείται, κατανοείται, συζητιέται, συστήνεται ευχάριστα σε πολύ κόσμο, αλλά απορρίπτεται και δογματικά από ορισμένη μερίδα του κοινού. Εξάλλου, τι περιμέναμε δηλαδή; Να δούμε ποτέ έναν avant-garde “Καποδίστρια”; Να είναι κυνικός; Να υπάρχουν πειραματικά jumpcuts στο μοντάζ, όταν αλλάζει χώρες; Να μην αναγράφονται χρονολογίες; Να ξαναδούμε το εικαστικό κινηματογραφικό θαύμα, που μόνο ένας Νίκος Κούνδουρος έχει καταθέσει (“Μπάϊρον, η Μπαλάντα ενός Δαιμονισμένου”, 1992) σε ταινία που αφορά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης; Καλό είναι, να είμαστε σοβαροί και εύστοχοι, με τις παραμέτρους κάθε ταινίας. Ο Μπάϊρον ήταν ποιητής και σκοτεινός. Ο Καποδίστριας ήταν κυβερνήτης και φωτεινός. Ο Κούνδουρος διέθετε καλλιτεχνικές υπερβάσεις. Ο Σμαραγδής φέρει έναν προμελετημένο θαυμασμό για τις ιστορικές προσωπικότητες, που διαλέγει να ζωντανέψει σε ταινίες.
Πάντως, ατάκες περί “εθνικισμού” είναι πραγματικά άτοπες εδώ, καθότι αυτή η θέαση αφορά μια ταινία όπου πολεμά τον αλαζονικό σχεδιασμό κατάπνιξης χωρών από τον συντηρητικό διπλωμάτη και αργότερα Καγκελάριο της Αυστριακής Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, Κλέμενς Φον Μέτερνιχ. Μια ταινία, που υπογραμμίζει την ενδυνάμωση ευρωπαϊκών καταπιεσμένων χωρών και την αποδυνάμωση της ελεγκτικής Αυστριακής Αυτοκρατορίας και της συνωμοτικής Αγγλίας. Εξάλλου, τότε ήταν μια ιστορική περίοδος, όπου μετά την εμπνευσμένη Γαλλική Επανάσταση, αλλά και μετά την Ιουλιανή Επανάσταση, σχεδόν όλη η Ευρώπη διεπόταν από μια Ιδέα Ρομαντικού Εθνισμού (Ρομαντικός “εθνισμός” και όχι “εθνικισμός”, αυτή είναι κατ’ εμέ, για εκείνη την ιστορική περίοδο η πιο σωστή συμπληρωματική λέξη, καθότι οι τότε χώρες ήθελαν σύνορα, στοιχεία πολιτισμού και τη δική τους γλώσσα).
Συμπερασματικά
Επιπλέον, το Καλό και το Κακό, μερικές φορές είναι όχι μόνο δυνητικά ορατά, μα ξεκάθαρα. Τόσο στην Ιστορία, όσο και στον Κινηματογράφο. Ιδίως, όταν μιλάς για μοχθηρές προσωπικότητες σαν τον Μέτερνιχ. Εκτός, εάν δεν κατανοεί κάποιος θεατής, ποιος ακριβώς ήταν γεωπολιτικά και μεταρρυθμιστικά, ο ύπουλος Μέτερνιχ σε σχέση με το μέλλον άλλων χωρών και όχι μόνο. Υπερασπιζόμενος την απόλυτη μοναρχία, αλλά περιορίζοντας παράλληλα με λογοκρισία την εκπαίδευση, τον λόγο και την ελευθερία του Τύπου...Όπως και να έχει, το σενάριο μπήκε πειστικά μέσα στο αρρωστημένο μίσος του Αυστριακού Μέτερνιχ (ενδιαφέρουσα απόδοση του ηθοποιού Φίνμπαρ Λιντς) και στους υποχθόνιους τακτικισμούς του μυθοπλαστικού Άγγλου Μέϊσον για την τότε Ελλάδα...Απέφυγε βεβαίως, την άποψη κάποιων ιστορικών, ότι και η Γαλλία αναμίχθηκε έντονα με μηχανορραφίες...
Θα φτάσουμε όμως φυσικά και στα έντονα ελαττώματα του έργου. Τα μειονεκτήματα, της μη ωφέλιμης θεολογικής αντίληψης, αφορούν κυρίως τα επινοημένα οράματα του σκηνοθέτη Σμαραγδή, με τον Καποδίστρια να διαβλέπει την Παναγία (αν και επίσημα, θεωρείται στο έργο ως άϋλη-πνευματική, θηλυκή μορφή). Και αναφέρομαι στην μη προσεγμένη, κινηματογραφικά κακή ποιότητα, αυτών των οραμάτων. Εδώ λοιπόν ο θεατής, είτε αναγνωρίζει την Επιστήμη, είτε τον Θεό ως φάρο καθοδήγησης στη ζωή, θα διαπιστώσει από κοινού μια θηλυκή κινηματογραφική μορφή σε ανεπαρκές σκηνικό λευκού φόντου, η οποία δεν πείθει καθόλου για την ανεκτίμητη ιερότητά της. Και τούτο, εξαιτίας της ατυχούς φιλμικής γλώσσας, με ανεξήγητα ακατάλληλη αισθητική, αλλά και λόγω της αταίριαστης, νευρικής κινησιολογίας της ερμηνεύτριας.
Λάθος, το οποίο αφορά όμως την επίβλεψη του σκηνοθέτη, σε έναν ασαφή στόχο υποκριτικής απόδοσης. Ύστερα, μολονότι η όλη μουσική επένδυση τα πήγαινε περίφημα με ουσιώδεις χαρακτηρισμούς στο πιάνο, που απέδιδαν την αριστοκρατική αύρα του Καποδίστρια, αλλά και την αίσθηση του ευρωπαϊκού-δυτικού ανήκειν της Ελλάδος, δυστυχώς, στο φινάλε έσκασε μύτη...Μια επιβεβλημένη μυρωδιά συντηρητισμού κατευθείαν μέσα από λειτουργία εκκλησίας. Με το “Η Παρθένος Σήμερον…” Το να αισθανόμαστε ξαφνικά στο φινάλε, σαν να βγήκαμε από εκκλησία απομακρυσμένου χωριού από τον Πολιτισμό και όχι μέσα από αίθουσα προβολής ταινιών της πρωτεύουσας, δεν είναι καλό. Βρισκόμαστε στο έτος 2026! Άλλο πράγμα η δικαιωματική θεολογική αντίληψη του σκηνοθέτη Σμαραγδή και άλλο είναι η σερβιρισμένη κατήχηση στο κοινό.
Έπειτα, η αγάπη του Ιωάννη Καποδίστρια για τη Ρωξάνδρα Στούρτζα καταντά να διέπεται από πλατωνικές και εφηβικές ονειροπολήσεις ενός μη πειστικού Ρομαντισμού, ειδικότερα για τον απευθυνόμενο θεατή του 2025-2026. Το πασιφανές οπτικοποιημένο Μελόδραμα της θλιμμένης Ρωξάνδρας μες στη βροχή, μπορεί μεν αρχικώς να είναι σεναριακά παλιομοδίτικο, έως και εξόφθαλμα “cheesy.” Μα αργότερα, σκηνοθετικά-καλλιτεχνικά η εικόνα της στο δάπεδο, με το κίτρινο φόρεμα μες στη βροχερή νύχτα, διαθέτει σεβαστή κινηματογραφική αισθητική. Θυμίζει το φόρεμα, κάτι από το ηλιόλουστο τοπίο της Ελλάδας (έτσι όπως αποδίδει αργότερα το κίτρινο χρώμα, για τον ήλιο, η διεύθυνση φωτογραφίας), που όμως το πνίγει ένα άλλο κλίμα. Ενδιαφέρον!
Η πλατωνική έκφραση μπορεί μεν να αποτελεί μειονέκτημα για τις διαπροσωπικές ερωτικές σχέσεις Ιωάννη-Ρωξάνδρας, αλλά παράλληλα τροφοδοτεί τις ανθρώπινες σχέσεις των αριστοκρατών Καποδίστρια-Στούρτζα (εδώ συνεισφέρει και η ηθοποιός Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη). Δηλαδή κάτι χάνεται, αλλά έτσι κάτι άλλο κερδίζεται με χρήσιμη τροφοδότηση για τα ίδια πρόσωπα. Καθότι, ο κόμης Καποδίστριας του Σμαραγδή μπορεί μεν να ηττάται συναισθηματικά, εφόσον δεν παντρεύεται ούτε ζει τον Έρωτα με την αγαπημένη του, αλλά ο ίδιος κεντρικός ήρωας νυμφεύεται τις επιβραβεύσεις των διπλωματικών του Νικών, βήμα προς βήμα.
Και εκείνη τον θαυμάζει. Και αυτές οι κοινωνιολογικές και ηθικές ικανοποιήσεις, που παρασημοφορούνται κιόλας δικαίως, επιτρέπουν στον ανεκπλήρωτο και άνυδρο έρωτα των Ιωάννη-Ρωξάνδρας να αποκτά έναν διαποτισμένο αλληλοθαυμασμό, ανυπέρβλητης διάστασης. Ενδιάμεση στιγμή σε τούτο τον αλληλοθαυμασμό είναι η συνάντηση των Καποδίστρια-Στούρτζα στη Μολδοβλαχία, σαν κέντρο Ελλήνων προσφύγων.
Ωφέλιμη πινελιά, είναι η παρουσία των προσώπων που αφορούν τον αγώνα των Ελλήνων για Ελευθερία, σε συμμαχίες ή συγκρούσεις με τον Καποδίστρια. Οι παρουσίες αυτές συνοδεύονται και από κατάλληλες ερμηνείες, σε ένα παραπάνω από ικανοποιητικό casting. 1) Του ίδιου του Ιωάννη Καποδίστρια (ιδανική ερμηνεία από τον Αντώνη Μυριαγκό, *ανάλυση ερμηνείας κάτωθι, στην κατηγορία “Πιο Αναλυτικά”). 2) Του αθεράπευτα μάχιμου Αλέξανδρου Υψηλάντη (Πάνος Κλάδης). 3) Του βέβαιου, δίχως φόβο, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (Μάξιμος Μουμούρης). 4) Της ενοχλημένης τριπλέτας των Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (Μιχάλης Ιατρόπουλος), Ναυάρχου Γεωργίου Κουντουριώτη (Παύλος Κοντογιαννίδης), Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου (Νίκος Καρδώνης), σαν παρουσία των κοτζαμπάσηδων/πλοιοκτητών. Εδώ λοιπόν επήλθε και μια γκρίζα ζώνη ηθικής. Πιο πολύ από όλους τους δευτεραγωνιστές, φάνηκε να ξεχωρίζει ο Παύλος Κοντογιαννίδης, στο ρόλο του Κουντουριώτη. Ωραία ερμηνεία, με εναλλαγή δυναμικών στη χροιά της φωνής.
Μια λειτουργική επιλογή της ταινίας είναι η εξέλιξη των γεγονότων μέσω σκόπιμης ελλειπτικότητας στο μοντάζ και σεναριακής προσφώνησης. Έτσι λόγου χάριν, μαθαίνουμε την αρνητική κατάληξη του Υψηλάντη σε αυστριακές φυλακές, χωρίς να το δούμε. Έτσι γίνεται και με τις θετικές εξελίξεις στον αγώνα της ελληνικής Επανάστασης και Απελευθέρωσης. Διότι η ταινία αφορά την οπτική του διπλωμάτη-κυβερνήτη Καποδίστρια. Ο Σμαραγδής ξέρει πώς να χειριστεί δημιουργικά από άποψη πλανοθεσίας την κάμερα, αλλά και τη σεναριακή διαμοίραση των μυθοπλαστικών και ιστορικών προσώπων! Ιδίως, όταν τα μυθοπλαστικά πρόσωπα αφορούν απλούς καθημερινούς κατοίκους του νεοσύστατου τότε Έθνους. Η σκηνοθεσία προς το τέλος της ταινίας θα αφήσει τη σταθερότητα των ακίνητων πλάνων και θα αποκτήσει ορατή κινητικότητα. Κατά τις επιστολές του Καποδίστρια (γύρω από το γραφείο-κυβερνείο ή με απομάκρυνση της κάμερας στην ευθεία του γραφείου-κυβερνείου).
Εντυπωσιάζει η διεύθυνση φωτογραφίας, με χρήση άπλετου φωτός να εισέρχεται σε προσομοιάζον σπηλαιώδες καταφύγιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Τα κοστούμια είναι ποιοτικά, οι ερμηνείες επικοινωνιακές, το μοντάζ ρέει σωστά και η διεύθυνση φωτογραφίας αξιοποιεί το φως. Ο Σμαραγδής επιστρέφει εντυπωσιακά μετά από έναν “Καζαντζάκη” (2017) με ανεξίτηλα ελαττώματα και κάποιες τολμηρές καλές ιδέες, παρουσιάζοντας τώρα έναν αρχοντικό και κινηματογραφικά ευπροσήγορο “Καποδίστρια” (2025). Εάν μια φορά φρόντιζε ανέκαθεν με το Σινεμά του μέσα από πιο ταπεινούς ρόλους να αποδίδει Φόρο Τιμής σε σημαντικούς, ικανούς Έλληνες ηθοποιούς (Σωτήρης Μουστάκας, Στάθης Ψάλτης), που δικαιούνταν στην πορεία τους να έχουν περισσότερες ανάλογες ευκαιρίες τέτοιας προβολής, τώρα έκανε κάτι αλλιώτικο. Τώρα, επιπλέον έδωσε την ευκαιρία, βελτίωσε και ανέδειξε έναν ηθοποιό, με εξελισσόμενες δυνατότητες, σε πρωταγωνιστικό ρόλο ασύλληπτης βαρύτητας, για μια αξιέπαινη πολιτική προσωπικότητα.
Σκεπτικό…
Το Τρίπτυχο των Συναντήσεων
Η σκηνοθεσία θα ορίσει έξυπνα, εμβληματικές και ταυτοχρόνως ταπεινές, τοποθεσίες συναντήσεων. Αυτές θα πάρουν απρόβλεπτη κινηματογραφική δυναμική. Μέσα από το ενδιαφέρον Τρίπτυχο: Φυσικό Τοπίο/Ανθρώπινο Κτίσμα/Πολιτικά Πρόσωπα.
Εκεί τα εκάστοτε ενδιαφέροντα Τρίπτυχα θα υποστηρίξουν επάξια τους διαχρονικούς διαξιφισμούς, σε καθοριστικές πολιτικοϊστορικές συναντήσεις, για τις σχέσεις Ελλάδας-Ευρώπης κατά τον 19ο αιώνα. Ξεχωρίζει ο Καποδίστριας, συναντώντας τον Μέτερνιχ σε δασική έκταση, με φόντο την ανθρώπινη κατασκευή. Αλλά και ο Καποδίστριας, σε συνάντηση με τον Μέϊσον κοντά στο υδάτινο στοιχείο.
Πιο Αναλυτικά…
*Ερμηνεία
Αντώνης Μυριαγκός (Ιωάννης Καποδίστριας)
Μεταξύ άλλων στοιχείων, είχα γράψει το 2019 για μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια στον αποστασιοποιημένο ρόλο Μιλάν, στην Eretiki κριτική της ταινίας “The Waiter.” Όταν ο συγκεκριμένος ηθοποιός είχε κάνει ένα εκφραστικό “αλματάκι”, που μαρτυρούσε ότι κάτι πονηρό έπραξε η περσόνα. Εξού και η έκδηλη νευρικότητά της. Διέκρινα πράγματι κάτι ελπιδοφόρο τότε στον ηθοποιό.
Ωστόσο, αν μου έλεγε κάποιος λίγες ημέρες ή μήνες μετά, ότι ο ίδιος ηθοποιός θα υποδυόταν 7 χρόνια αργότερα τον Ιωάννη Καποδίστρια... Σε ταινία του Σμαραγδή, που εξετάζει διεξοδικά-πρωταγωνιστικά τον εν λόγω κυβερνήτη...Και μάλιστα, αποδίδοντας ερμηνευτικά τέτοια άνεση και φινέτσα...Δεν θα το πίστευα. Και όμως, μέσα από μια εξελικτική πορεία στο Θέατρο, μια ενισχυτική παρουσία στον Κινηματογράφο, σε όλο και πιο απαιτητικούς και κεντρικούς ρόλους (π.χ. “Πανίδα”, 2024), ο εν λόγω ερμηνευτής βούτηξε τώρα στα βαθιά. Η κινηματογραφική έκθεση ηθοποιών, περιλαμβάνει την αμείλικτη καταγραφή. Όμως τα κατάφερε. Τα συναισθήματα που αποδίδει; Πολλά και έγκυρα.
Δείχνουν το ταμπεραμέντο του κόμη Καποδίστρια, όταν βρίσκεται ένα βήμα από το να γευτεί τη Ρωξάνδρα. Με το ανυπόμονο και αποφασιστικό χειροφίλημα. Δείχνουν την αγωνία, αλλά και την ψυχραιμία, σε επίσημες ευρωπαϊκές συναντήσεις με δύσπιστους, αλλά και ευπροσήγορους διπλωμάτες. Δείχνουν τη θέληση αυταπάρνησης, να τρέξει για τα ελληνικά ζητήματα, αν και άρρωστος. Δείχνουν την αύρα ανωτερότητας και αξιοπρέπειας, σε ιδιωτική συνάντηση με τον Μέτερνιχ. Δείχνουν ειρωνεία, σε ιδιωτική συνάντηση με τον Μέϊσον. Δείχνουν, ότι η περσόνα έχει αναντίρρητα την κοψιά του κόμη. Είναι από τους ηθοποιούς που αξιοποιεί περισσότερο την προσαρμοσμένη έκφραση, από ό,τι την ομιλία. Κάτι το οποίο επαληθεύεται, όταν θυμηθούμε και τη συνολική συμμετοχή του στην ταινία “The Waiter.”
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr
