Πολύ σοφή η απόφαση της Μέρι Μπρόνσταϊν να στήσει όλη της την ταινία όχι απλά πάνω στην Ρόουζ Μπερν, αλλά πάνω στο πρόσωπό της. Με ένα κάδρο συχνά ασφυκτικά κοντινό, σαν ένας κόσμος που μοιάζει παράλογα μικρός για την κεντρική ηρωίδα, η ταινία κινείται και αναπνέει πάνω στους ρυθμούς της ερμηνείας της Μπερν. Μια ερμηνεία σαρωτική, μέσα από διαρκείς διακυμάνσεις, εκφράσεις και αντιδράσεις, σαν μια όπερα χτισμένη σε ένα πρόσωπο.
Η Ρόουζ Μπερν, χαρισματική κωμικός αλλά και γενικώς πάντοτε καλή σε ό,τι ρόλο έχει κληθεί να ερμηνεύσει στο πέρασμα των χρόνων μιας στιβαρής καριέρας (που εδώ βρίσκει επιτέλους ένα προφανές, όσο και δίκαιο αποκορύφωμα) παίζει μια ηρωίδα χαμένη απέναντι σε έναν κόσμο που βγάζει όλο και λιγότερο νόημα. Με σουρεάλ στοιχεία φυτεμένα στον οπτικό κόσμο της ταινίας –όπως φυσικά την τρύπα στην οροφή–, με καταστάσεις που φλερτάρουν με το παράλογο και χαρακτήρες που μοιάζουν να έχουν έρθει ουρανοκατέβατοι από έναν άλλο κόσμο (ή μια άλλη ταινία), το φιλμ μοιάζει με μια διαρκή τρικυμία που χτυπά την έρημη γυναίκα.
Η οποία, στα όρια ενός πλήρους παραλογισμού, μοιάζει σε στιγμές σαν ο μόνος άνθρωπος σε έναν κόσμο ενήλικου καρτούν, όπου όμως τα πάντα παίζονται με απόλυτη σοβαρότητα – το αποτέλεσμα είναι ένα συναρπαστικό τονικό πείραμα με στοιχεία θρίλερ, μαύρης κωμωδίας και ψυχοδράματος που ποτέ δε φαντάζεσαι πού μπορεί να οδηγήσει.
Αυτή η κοντρολαρισμένη τρικυμία της Μπρόνσταϊν μπορεί φυσιολογικά να συναντήσει αντιστάσεις από θεατές, αλλά μπορεί να αποδειχθεί αληθινά διασκεδαστική η ταινία αν συντονιστείς με το μήκος κύματός της. Εξάλλου αν μιλάμε για ταινίες που καταφέρνουν να σε βάλουν για τα καλά μες στο βλέμμα και το νοητικό χώρο των ηρώων τους, αυτή είναι ένα πραγματικά εξέχον νέο παράδειγμα. Απόλυτα δίκαιο βραβείο ερμηνείας για τη Μπερν στο φεστιβάλ Βερολίνου και μια σειρά διακρίσεων ακολουθούν την ταινία τους τελευταίους μήνες – έχει κλεισμένη θέση ως διαμάντι του ανεξάρτητου σινεμά των ‘20s, και πολύ δικαιολογημένα.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
