Ο Τζεμ είναι ένας βετεράνος του βρετανικού στρατού που πηγαίνει σ’ ένα απομονωμένο σπίτι στο δάσος για να συναντήσει τον αδερφό του, Ρέι, τον οποίο δεν έχει δει τα τελευταία είκοσι χρόνια, και να του παραδώσει ένα πολύ σημαντικό γράμμα.
Οικογενειακό και ψυχολογικό δράμα για τον τρόπο με τον οποίο ο πόλεμος αλλάζει τον άνθρωπο. Το σενάριο πραγματεύεται πολλά και δύσκολα ζητήματα: το ψυχικό τίμημα του πολέμου, την εγκληματική υποκρισία της Καθολικής Εκκλησίας και την παιδοφιλία που διαχρονικά υποθάλπει, και βεβαίως ένα περίπλοκο σχήμα οικογενειακών σχέσεων με επίκεντρο τις σχέσεις πατεράδων και γιων, η αποκατάσταση της μιας από τις οποίες αποτελεί το κεντρικό διακύβευμα της πλοκής. Το τελευταίο θέμα εκτείνεται κι έξω από την αφήγηση, αφού ο σκηνοθέτης Ρόναν Ντέι- Λούις πραγματοποιεί μ’ αυτή την ταινία το ντεμπούτο του καθοδηγώντας τον πατέρα του, Ντάνιελ, από τον οποίο αποσπά ακόμα μία καθηλωτική ερμηνεία.
Η ταινία πιθανώς θα μπορούσε ν’ αναδείξει ακόμη περισσότερες αποχρώσεις των σχέσεων μεταξύ των δύο αδερφών και της Νέσα, ενώ σίγουρα περνάει περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι χρειάζεται παρακολουθώντας τα δύο αδέρφια να επανασυνδέονται στη φύση, πριν ξανασυγκρουστούν κάθε φορά που επιστρέφουν σπίτι. Επιπλέον, η σκηνή με το χαλάζι δεν είναι ιδιαιτέρως πειστική, αφού λόγω του μεγέθους του (στο οποίο έχει προηγουμένως δοθεί έμφαση) θα έπρεπε τουλάχιστον να τους τραυματίσει.
Νομίζω όμως ότι οι παραπάνω επιμέρους λεπτομέρειες δεν υποσκελίζουν τη στοχαστική, υποβλητική φωτογραφία του Μπεν Φόρντσμαν, τις ισχυρές ερμηνείες όλου του καστ και την εσωτερικά φορτισμένη λακωνική προσέγγιση του σκηνοθέτη στις εύθραυστες συναισθηματικές ισορροπίες, η οποία διακόπτεται υπολογισμένα από δύο μακροσκελείς μονολόγους του Ρέι.
Νίκος Τσαγκαράκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα patris.gr
