ΟΝΕΙΡΑ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Με τα –βραβευμένα με τη Χρυσή Άρκτο του Βερολίνου– “Όνειρα”, ο νορβηγός Νταγκ Γιόχαν Χάουγκερουντ κλείνει τη θεματική του τριλογία Σεξ / Αγάπη / Όνειρα, πάνω στη σύγχρονη επικοινωνία, τα αισθήματα, τον έρωτα και το πώς αυτά εκφράζονται και προσλαμβάνονται στο σήμερα. Η τριλογία αποτελεί εν τέλει ένα αφηγηματικό σύνολο με κάποια ίσως κουραστικά επιμέρους κομμάτια (αυτές οι ταινίες δεν έχουν αληθινό δημιουργικό λόγο να είναι μεγάλου μήκους, πόσο μάλλον 2 ώρες η κάθε μία) και με κάποια εμφανώς πιο αδύναμα στοιχεία (φοβερό ότι ο ξεκάθαρος αδύναμος κρίκος της τριλογίας είναι, ανάμεσα σε όλα τα παραπάνω, το “Σεξ” κομμάτι), όμως εν τέλει το σύνολο έχει το ενδιαφέρον του.

Οι ταινίες είναι τελείως αυτοτελείς και δεν έχουν καμία απολύτως αφηγηματική σύνδεση μεταξύ τους (οπότε μπορείτε να δείτε το συγκεκριμένο φιλμ στο σινεμά ακόμα κι αν δεν έχετε ιδέα τι είναι τα άλλα δύο), όμως επικοινωνούν μεταξύ τους θεματικά, καθώς εξετάζουν από πολλαπλές οπτικές γωνίες τις ιδέες της επικοινωνίας και της επαφής μέσα από πολλαπλές τους εκφάνσεις. Από χαρακτήρες μοναχικούς, χαρακτήρες με όρεξη για πειραματισμού ή για μια νέα αρχή, χαρακτήρες με μια (ίσως κουραστική) σταθερότητα στη ζωή τους, χαρακτήρες νεαρούς που μαθαίνουν εκ του μηδενός τι σημαίνουν καν τα συναισθήματα.

Στα “Όνειρα” η κεντρική αφήγηση ανήκει σε μια μαθήτρια που ερωτεύεται την καθηγήτριά της, όμως δανειζόμενη μια άκρως λογοτεχνική φόρμα (στα όρια της εξάντλησης κιόλας), η ταινία καταφέρνει να μετατοπίζει συνεχώς την οπτική της γωνία, αμφισβητώντας διαρκώς την αντικειμενικότητα της αφήγησης που έχει μόλις προηγηθεί. Κάνοντας αυτό εξερευνά το συναίσθημα, την αθωότητα, την εκμετάλλευση, και το πώς μια ελάχιστη αλλαγή στο πού στέκεσαι και το πώς κοιτάς το άλλο άτομο, αλλάζει όλη την ιστορία (σου).

Υπάρχει μια δεδομένη φλυαρία, και η τόση βαρύτητα στα κομμάτια της μητέρας να μην ήταν αναγκαία, αλλά εν τέλει η ταινία πάντα καταφέρνει να κρατά τον θεατή, προσθέτοντας διαρκώς πτυχές στην καταγραφή της, με τρόπο απαλό και συνειδητό. Με μια αφηγηματική υποκειμενικότητα που εκμεταλλεύεται τη γλώσσα, το συναίσθημα, αλλά και την αισθητική, με τις ζεστές αποχρώσεις να δημιουργούν στον θεατή μια αίσθηση σα να φορά πουλόβερ και να έχει ανάψει τζάκι – αλλά κάποιες φορές αυτές οι στιγμές μπορεί να είναι οι πιο δύσκολες να κοιτάξεις με απομακρυσμένη, αντικειμενική ματιά.

Έχει τελικά κάτι το πολύ ανθρώπινο και βραδυφλεγές αυτό το φιλμ – και ίσως, τελικά, κι όλη η τριλογία.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module