Ένα βασικό πρόβλημα που είχα με το πρώτο φιλμ ήταν το ότι, χάρη στην απόφαση να σπάσει η ιστορία σε δύο μέρη, το αποτέλεσμα έμοιαζε ταυτόχρονα αραιό αλλά και πηγμένο. Έντονο από τη μία το focus στην σχολή σαν χαριποτερικό υπο-προϊόν, αλλά από την άλλη η κεντρική δράση κι η δραματουργία έπασχαν και έμεναν ξεκρέμαστα. Τα τραγούδια κι οι ερμηνεύτριες βοηθούσαν φυσικά – το αποτέλεσμα δεν ήταν κακό, απλά ατελές (και σε σημεία αναίτια άσχημο, αλλά αυτό είναι ευρύτερο πρόβλημα των χολιγουντιανών μπλοκμπάστερ αυτή τη στιγμή).
Τα προβλήματα επεκτείνονται όμως σε αυτό το εν τέλει αναίτιο δεύτερο μέρος, το οποίο δεν έχει ούτε τα τραγούδια, ούτε και το ζουμί για να δικαιολογήσει την αυτόνομη ύπαρξή του. Η ταινία είναι σχηματική, καθώς συχνά εξελίξεις συμβαίνουν απλώς και μόνο επειδή… δεν ξέρω, είναι ώρα να συμβούν; Η κεντρική δυναμική ανάμεσα στις δύο ηρωίδες διατηρεί το ενδιαφέρον της ακόμα κι αν φαίνεται από χιλιόμετρα το πώς και πού θα καταλήξει – το πρόβλημα εδώ δεν είναι η δραματουργική βεβαιότητα, είναι το ότι τίποτα στο περιτύλιγμα και την παρουσίαση δεν φέρνει το οποιοδήποτε επιπλέον ενδιαφέρον, με ένα ευρύτερο κοινωνικό σχόλιο περί δημαγωγών να παραμένει επιφανειακό και να χάνεται σε έναν ωκεανό σχηματικής αφήγησης.
Τα κομμάτια είναι flat, και ακόμα και τα δύο καινούρια δεν ξεχωρίζουν. Οι χορογραφίες είναι περιέργως ανέμπνευστες για τα δεδομένα του έμπειρου στα ξεσηκωτικά μιούζικαλ Τζον Μ. Τσου (“In the Heights”, “Step Up 2 & 3”) και ο κόσμος του φιλμ μοιάζει και πάλι πλαστικός. Όμως η Γκράντε και ειδικότερη εξαιρετική Ερίβο δίνουν μια έντονη συναισθηματική στόφα στις ηρωίδες τους και, χάρη σε κάποιες λιγοστές εξάρσεις (η απρόσμενη και αστεία σκηνή «μάχης» μεταξύ τους) αρκούν για να διατηρήσουν το ενδιαφέρον.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει εν τέλει το φιλμ είναι ότι, μέσα από αυτή την κατασκευαστική του αβεβαιότητα, μοιάζει τελικά να θέλει πρωτίστως να εξυπηρετήσει τον προϋπάρχοντα κόσμο γύρω του, παρά την ίδια την ιστορία που λέει ως κάτι το αυτόνομο. Ακόμα κι όταν είμαστε κοντά στο να αφοσιωθούμε σε κάποιο δραματικό τόνο, η εστίαση του φιλμ διαρκώς μετακινείται σε ένα τραγικά άστοχο εξωτερικό plot που αφορά την ίδια τη Ντόροθι του “Μάγου του Οζ”, αλλά και το πώς διάφοροι ήρωες πήραν την θέση τους στη μυθολογία του Οζ.
Το “πώς ο Τάδε έγινε το Τάδε” ή το “τι συνέβη στα αλήθεια πίσω από Εκείνη τη σκηνή μάχης” ή (το εξωφρενικότερο όλων) “πώς το ξεκίνημα του Μάγου του Οζ δένει με μια μεγάλη δραματική στροφή της Ελφαμπα”, είναι πιθανώς διασκεδαστικά θέματα συζήτησης και κεφιού ανάμεσα σε παρέες από φανς, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση υλικό από το οποίο γεννιέται μια δραματικά στιβαρή ταινία. Είναι σα να βλέπεις πιόνια να κινούνται στην οθόνη, κι όχι χαρακτήρες – σαν σε κάποιο από τα προχωρημένα, μέτρια επεισόδια “Star Wars” και Marvel.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
