Ένα ανέμπνευστο έργο. Με εμφανείς ενοχλητικές ρωγμές, οι οποίες προσπαθούν να καλυφθούν με κάποια δόση ατμοσφαιρικής γοητείας. Μα εν τέλει διογκώνονται, με την ίδια την κατακρήμνιση των ιδεών του έργου.
Τούτη η ταινία του Λάνθιμου δίνει το τρανταχτό απρόβλεπτο αποτέλεσμα, που θα συζητηθεί μεν πάρα πολύ μετά την προβολή του έργου! Μα για τους λάθος λόγους.
Εάν όντως εκτιμάτε τη Φιλμογραφία με την εγγυημένα γοητευτική, γνώριμη λανθιμική σφραγίδα, τότε ξεχάστε στη “Βουγονία” αυτή την ποιοτική ζώνη ασφαλείας, η οποία κοσμούσε ή έσφιγγε προστατευτικά μέχρι πρότινος την Κουλτούρα σας.
Ανάλυση
Απαραίτητη Εισαγωγή…
Εάν κάποιος θεατής εκτιμά την -μέχρι πρότινος γοητευτική- αξιοσέβαστη και ευφάνταστη Φιλμογραφία του ταλαντούχου Γιώργου Λάνθιμου, καλό θα ήταν να έχει υπόψιν του, ότι τώρα στην ταινία “Βουγονία” (2025) τα πράγματα αλλάζουν, δυστυχώς προς μία απογοητευτική κατεύθυνση. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, ότι θα δώσουμε περισσότερη σημασία και κατ’ επέκταση βαρύτητα αξιολόγησης σε ένα αδούλευτο τωρινό κινηματογραφικό έργο (“Βουγονία”), έναντι έξι καλοδουλεμένων προγενέστερων, που είχαν κιόλας σταθερή ροή υψηλών σινεφίλ προδιαγραφών (“Άλπεις”, “Ο Αστακός”, “Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού”, “Η Ευνοούμενη”, “Poor Things”, “Ιστορίες Καλοσύνης”).
Όχι λοιπόν, εννοείται πως δεν αμαυρώνεται τίποτα. Άλλωστε, έχω γράψει παλιότερα για τα πολλά θετικά στοιχεία του συγκεκριμένου δημιουργού και για το πόσο σημαντικό είναι το συνολικό έργο του. Δεν θα τα λέω αναλυτικά κάθε φορά όμως, λες και είμαι ο κινηματογραφικός υπερασπιστής-βιογράφος του. Για να γνωρίσετε με αναλυτική προσέγγιση το αποδεδειγμένα εξελιγμένο έργο του Λάνθιμου και των μελετημένων συνεργατών του, σας προτείνω το εξής. Εάν θέλετε, μπορείτε να διαβάσετε τις παλιότερες αναλυτικές κριτικές μου: Για την ταινία “Η Ευνοούμενη.” Για το “Πλήρες Αφιέρωμα στη Δημιουργικότητα του Γιώργου Λάνθιμου”, με την ανάλογη Φιλμογραφία ταινιών του, από το 2001 έως το 2018. Για την ταινία “Poor Things.” Καθώς και για την ταινία “Ιστορίες Καλοσύνης.”
Πάμε λοιπόν και στο Σήμερα...Εάν όντως εκτιμάτε τη Φιλμογραφία με την εγγυημένα γοητευτική, γνώριμη λανθιμική σφραγίδα, τότε ξεχάστε στη “Βουγονία” αυτή την ποιοτική ζώνη ασφαλείας, η οποία κοσμούσε ή έσφιγγε προστατευτικά μέχρι πρότινος την Κουλτούρα σας. Διότι αντιθέτως, πηγαίνοντας σε τούτη την ταινία ο Σινεφίλ θα συναντήσει τώρα στην Αίθουσα -προς δυσάρεστη έκπληξή του- ένα ανέμπνευστο έργο. Με εμφανείς ενοχλητικές ρωγμές, οι οποίες προσπαθούν να καλυφθούν έχοντας κάποια δόση ατμοσφαιρικής γοητείας. Μα εν τέλει διογκώνονται, με την ίδια την κατακρήμνιση των ιδεών του έργου. Που σαν να μην έφτανε η απογυμνωμένη ματαιότητα του έργου αυτού, δυστυχώς είναι και διασκευασμένο.
Το έργο “Βουγονία” (2025) βασίστηκε στην ταινία “Save the Green Planet” (2003), του σκηνοθέτη Jang Joon-Hwan. Και απέτυχε, τόσο σαν βάση έμπνευσης, όσο και σαν αξιοποίησή της. Εν αντιθέσει με την επιτυχημένη διασκευή από βιβλίο, που συνέβη στο “Poor Things” (2023), το οποίο υπέροχο κινηματογραφικό έργο πήρε επιτυχώς και δικαιωματικά το προσωπικό αποτύπωμα του Λάνθιμου. Έτσι, το αποπροσανατολισμένο έργο “Βουγονία” ανήκει στις περιπτώσεις εκείνες που καταδεικνύουν, ότι οι κινηματογραφικές επιτυχημένες διασκευές δεν προκρίνουν καλύτερα τη μετάβαση από ταινία σε ταινία. Αλλά τη μετάβαση από βιβλίο σε ταινία. Τουλάχιστον, όσον αφορά το λανθιμικό κινηματογραφικό σύμπαν.
Γενικώς…
Πράγματι, ελάχιστα θετικά στοιχεία υπάρχουν στο έργο “Βουγονία” (2025). Με τα οποία θα ξεκινήσω, από σεβασμό στην αξιόλογη συνολική Φιλμογραφία του Γιώργου Λάνθιμου. Ποια είναι αυτά τα θετικά στοιχεία;
Πρώτον, το εργατικό, μελετημένο και σωτήριο μοντάζ από τον μετρ του είδους, Γιώργο Μαυροψαρίδη. Δεύτερον, η αρετή της παρατεταμένης ανατροπής. Αυτή η αρετή όμως συμψηφίζεται εδώ ως άθροισμα της ψυχοκοινωνικής σκηνοθεσίας του Γιώργου Λάνθιμου, της μεθοδευμένα τεντωμένης διάρκειας του σεναρίου από τον Γουίλ Τρέϊσι, μα και πάλι κυρίως λόγω της αφηγηματικά λυτρωτικής μαεστρίας του μοντάζ από τον Γιώργο Μαυροψαρίδη. Τρίτον, οι αφοσιωμένες ερμηνείες των ηθοποιών, που μπήκαν στη διαδικασία να αφουγκραστούν με όλο τους το Είναι τούτο το εντελώς ανεξέλεγκτο και μερικώς αγεωγράφητο σύμπαν πλοκής. Τέταρτον, η δραματοποιημένη οπτική ρύθμιση, με διεύρυνση ποιότητας στη διεύθυνση φωτογραφίας (8 perforations 35mm φιλμ, με κάμερες Vista Vision), από τον Ρόμπι Ράϊαν. Κάπου εκεί όμως, τελειώσαμε με τα θετικά στοιχεία.
Και μπαίνουμε πια στην ελαττωματική σύσταση της ταινίας “Βουγονία” (2025). Μέσα από αυτή την ταινία αποδεικνύεται, ότι η δελεαστική έννοια του “σαρκασμού” δεν μπορεί να στολίσει ένα κινηματογραφικό έργο, βελτιώνοντας ή θεραπεύοντας την ουσία του. Δεν επαρκεί. Και ας προσπαθήσεις να ενδυναμώσεις κάθε άλλη Κινηματογραφική Παράμετρο, σε παρόμοιες περιπτώσεις, δίχως σενάριο δεν πας πουθενά! Και το λέω αυτό, καθότι εδώ υπάρχει ένα μεγαλύτερο πρόβλημα. Για την ακρίβεια, μια αλυσιδωτή αντίδραση προβλημάτων. Το αποκαλυφθέν Μήνυμα της ταινίας, δυστυχώς, δεν αφορά μόνο το σενάριο. Ούτε μόνο τις Κινηματογραφικές Παραμέτρους. Εδώ λοιπόν τρεις ολόκληροι Άξονες του Σινεμά, 1) η Θεματική, 2) οι Κινηματογραφικές Παράμετροι (σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ, διεύθυνση φωτογραφίας, ερμηνείες, μουσική κτλ), αλλά και 3) ο Νοηματικός/Καλλιτεχνικός Άξονας προσπάθησαν να γίνουν Ένα…Πώς και που, όμως; Διότι, για να γίνουν αυτά Ένα, πρέπει να υπάρχει βάθος (σε κάθε ταινία). Εδώ;
Αλήθεια, πάνω σε τι ακριβώς θα γίνονταν όλα αυτά, ως Ένα Σώμα συγκροτημένης κινηματογραφικής μύησης; Ποια ήταν τελικά εκείνη η ακλόνητη, συσχετική βάση της Θεματικής, των Κινηματογραφικών Παραμέτρων και του Καλλιτεχνικού/Νοηματικού Άξονα; Σε τι ακριβώς στηρίχτηκαν; Μα στην ειρωνική εξερεύνηση μέσα στο μυαλό της κεντρικής πρωταγωνιστικής περσόνας, Τέντι Γκατζ. Ρόλος, ο οποίος αντιπροσωπεύει έναν από τους πολλούς ανθρώπους που υποστηρίζουν δογματικά θεωρίες συνωμοσίας. Μια ειρωνική εξερεύνηση, που περνά πλέον σε επίπεδο σαρκασμού. Μάλιστα. Αρκεί όμως αυτό;
Διότι η εν λόγω ειρωνική, σαρκαστική και συνάμα αγχώδης κινηματογραφική εξερεύνηση, δημιουργεί μεν μέσα στην ταινία τις κατάλληλες προϋποθέσεις παρατεταμένης διαμάχης μεταξύ Ορθολογισμού (Πραγματικότητα, που εκπροσωπείται από την απαχθείσα περσόνα Μισέλ Φούλερ) και παράνοιας (θεωρία συνωμοσίας, που εκπροσωπείται από τον ρόλο Τέντι Γκατζ). Αλλά δυστυχώς, η Κατακλείδα του έργου κατακρημνίζει το όλο οικοδόμημα (όπως θα εξηγήσουμε σε λίγο).
Βεβαίως, η Ενδιάμεση Εξέλιξη των λεπτομερειών της ταινίας κρατά καλά την παράταση διαμάχης, Ορθολογισμού εναντίον παράνοιας, προσφέροντας πιθανότητες για δύο ισοδύναμα, εναλλακτικά Τέλη. Μια εξέλιξη με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Με την κωματώδη νοσοκομειακή κατάσταση της μητέρας του Τέντι (Σάντι), με τη νοητική ιδιαιτερότητα του ξαδέρφου του (Ντον), με την παρελθοντική σεξουαλική κακοποίηση του Τέντι από τον πρώην μπεϊμπισίτερ και νυν μετανιωμένο γείτονα-αστυνομικό (Κέϊσι). Αλλά και με την ίδια την παράλογη απαγωγή της Μισέλ. Τι θα επικρατήσει; Πραγματικότητα ή θεωρία συνωμοσίας; Δύο αλλιώτικα Τέλη ταινίας, διεκδικούν μία μόνο Θέση.
Δηλαδή ο θεατής, σχεδόν μέχρι το Τέλος, δεν ξέρει τι από τα δύο θα συμβεί. Ο δε Επίλογος παρατείνει πλέον μέσω εναγώνιων εντάσεων τη διαμάχη μεταξύ των εναλλακτικών Τελών. Άραγε, ο Τέντι έχει ξεφύγει οριστικά από κάθε Λογική, κάνοντας τη θεωρία συνωμοσίας του επικίνδυνη πράξη απαγωγής της αθώας Μισέλ; Μήπως εκείνη είναι στα αλήθεια ένοχη εξωγήινη απειλή, προερχόμενη από τον γαλαξία Ανδρομέδα, με στόχο την καταστροφή της Γης; Επί της ουσίας, η αρετή αυτής της παρατεταμένης ανατροπής (όπως είχαμε προσδιορίσει παραπάνω) κρατά καλά τον θεατή, στο να αναρωτιέται, ακόμα πιο σφαιρικά, για το όλο Υφολογικό Περιεχόμενο της ταινίας. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο επίτευγμα του έργου! Άραγε λοιπόν, τελικά ο θεατής βλέπει τόση ώρα ένα σοβαρό Ψυχολογικό Θρίλερ ή μία σαρκαστική Επιστημονική Φαντασία;
Αν και στις Ενδιάμεσες λεπτομέρειες Εξέλιξης της πλοκής προκρίνεται ευδιάκριτα, βάσει των γεγονότων, ότι ο Τέντι φαντάζεται ολόκληρους ανυπόστατους κόσμους. Να προσθέσουμε εδώ, ότι αυτό ενισχύεται κυρίως λόγω της ίδιας της νευρώδους ψυχολογικής κατάστασής του. Όμως όπως προείπαμε, η Κατακλείδα κάνει την απόλυτη ανατροπή, μέσα στο καλλιεργημένο λογικοφανές έδαφος! Έτσι, τούτη η ταινία του Λάνθιμου δίνει το τρανταχτό απρόβλεπτο αποτέλεσμα, που θα συζητηθεί μεν πάρα πολύ μετά την προβολή του έργου! Μα για τους λάθος λόγους. Πάντως, σας δίνω σαν κρίσιμο στοιχείο διασύνδεσης, το πώς ακριβώς “συναντήθηκε” το κεφάλι του Τέντι με το κεφάλι της Μισέλ, στην κορύφωση του Επιλόγου...
Συμπερασματικά
Αυτή η επιλογή, της τελικής ανατροπής και κατά συνέπεια εγκατάλειψης μιας λογικοφανούς πλοκής, ευνοεί όμως μόνο έναν τέταρτο Άξονα του Σινεμά (και μάλιστα, εν μέρει). Δηλαδή εκείνον της Ψυχαγωγίας (στο πώς κυμαίνεται η κινηματογραφική διάρκεια λεπτών, εν συναρτήσει με την ψυχολογία του θεατή). Δεν ευνοεί καθόλου όμως τους τρεις βασικούς (Θεματική, Κινηματογραφικές Παραμέτρους, Καλλιτεχνικό/Νοηματικό Άξονα). Και έτσι επέρχεται η εξής παρακάτω, αλυσιδωτή αντίδραση. Το τεράστιο πρόβλημα είναι, σε ποιους απευθύνεται τούτη η ταινία. Αυτό το ερώτημα και η διαπίστωσή του, ανοίγουν τη βεντάλια των υπολοίπων προβλημάτων. Καθότι...
Πιστεύει κανείς, ότι κάποιος/κάποια συνωμοσιολόγος θεατής θα αφυπνιστεί έπειτα από την παρακολούθηση τούτης της ταινίας; Και θα καταλάβει έτσι, πως ήταν στο παρελθόν υπερβολικός/υπερβολική; Και ότι βρισκόταν εντελώς εκτός Πραγματικότητας; “Μάλλον” όχι.
Άρα, αντιθέτως την ταινία θα την κατανοήσουν μόνο οι άνθρωποι που ζουν εγκεφαλικά στην αντίπερα όχθη απόψεων. Εκείνοι που αγαπούν δηλαδή να εντοπίζουν την Αντικειμενική Πραγματικότητα. Και τι θα δουν τελικά; Να έχει δίκιο στην πλοκή της ταινίας η περσόνα ενός συνωμοσιολόγου, όπου αυτό σαν αποτέλεσμα δήθεν συνιστά την κατάκτηση της κορυφής του κινηματογραφικού σαρκασμού; Πάλι “μάλλον” όχι.
Δηλαδή, οι Ορθολογικοί Σινεφίλ θα πάνε στις Αίθουσες, για να καταλάβουν ότι είχαν μεν δίκιο, ως πραγματιστές μη συνωμοσιολόγοι...Αλλά παράλληλα θα παρακολουθήσουν την απόλυτη ήττα της Αντικειμενικής Πραγματικότητας; Σε εσάς, βγάζει νόημα κάτι τέτοιο; Τρίτο “μάλλον” όχι. Πολλά δεν μαζεύτηκαν;
Οπότε, ουσιαστικά, εδώ δεν υπάρχει καμία Θεματική, ούτε κανένας Καλλιτεχνικός/Νοηματικός Άξονας! Υπάρχουν μόνο Κινηματογραφικές Παράμετροι, εντός των οποίων το κακό σενάριο αργούσε να μας αποκαλύψει την ουσία του ή αν προτιμάτε, την έλλειψη ουσίας του. Έτσι, το επιλεγμένο Τέλος του σεναρίου καταβυθίζει όλες τις υπόλοιπες αξιόλογες Κινηματογραφικές Παραμέτρους. Όσο για τον Άξονα της Ψυχαγωγίας; Παρομοίως, το Τέλος της ταινίας αφήνει τραυματική κινηματογραφική αίσθηση στο στόμα, σαν το τσίμπημα πολλών μελισσών (βουγονικών και μη).
Επιπροσθέτως, οφείλω να επισημάνω ότι, ούτε η απόλυτη καταστροφολογία της Ανθρωπότητας είναι διδακτική. Αντι-διδακτική θα την περιέγραφα, μάλιστα. Δεν μπορείς να τσουβαλιάσεις όλους τους ανθρώπους, ως απογοητευτικό και αρνητικό αποτύπωμα της Ανθρώπινης Ύπαρξης. Το πραγματικό πρόβλημα της Ανθρωπότητας ήταν ανέκαθεν οι βίαιοι, οι δολοφόνοι, οι βιαστές, οι κατακτητές, εκείνοι που καταπατούν τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, εκείνοι που βανδαλίζουν τον Πλανήτη και γενικότερα, οι καταστροφικοί άνθρωποι. Όχι οι δημιουργικοί! Και βάσει της δομής της ταινίας, προκύπτει ένα τέτοιο τσουβάλιασμα.
Παρεμπιπτόντως, δεν υπάρχει η πεποίθηση ασταθών δικαιολογιών, ότι λόγου χάριν “εγώ άλλο ήθελα να πω σκηνοθετικά με το διαστημικό, αντι-συνωμοσιολογικό χιούμορ μου, μα εσείς δεν το καταλάβατε.” Πάντοτε η δομή μιας ταινίας καθορίζει και το επικοινωνιακό αποτέλεσμά της, μέσα στην ίδια τη σύσταση της ταινίας. Άρα, πέρα από άστοχο, άδικο, είναι και προσβλητικό τούτο το αποτέλεσμα του τσουβαλιάσματος. Άσε που δίχως να έχει τέτοια πρόθεση, δυστυχώς όμως πάλι εκ του αποτελέσματος, η εξωγήινη ελεγκτική μοιρολατρία του Τέλους της ταινίας θυμίζει και κάτι ψευδο-διδαχές θρησκευτικών δογμάτων, που τρομοκρατούν τον αμόρφωτο, απλό άνθρωπο…Συνεπώς, λυπάμαι ειλικρινά, γιατί γενικώς εκτιμώ το Σινεμά του Λάνθιμου, αλλά μιλώντας ειδικότερα τούτο το κινηματογραφικό εγχείρημα δεν έχει κάποιο νόημα.
Μοιάζει σαν λίγες εργατικές μέλισσες, οι οποίες δούλεψαν κάπως, μα -άθελά τους- επάνω σε κάτι αυτοκαταστροφικό (μεταξύ μας, έχω βαρεθεί αυτά τα “χαριτωμένα” λογοπαίγνια στις κριτικές). Και τελικά, τι σημασία έχει η Αρχή και το Τέλος με τις μέλισσες στην ταινία ή η ίδια η ετυμολογία της λέξης Βουγονία στον Τίτλο; Δεν διασώζεται έτσι η κομβική συσχέτιση της όλης ταινίας. Ούτε και με άλλους τρόπους όμως. Δώσε με ζήλο ένα μελετημένο εργατικό μοντάζ, μια εξαιρετική διεύθυνση σκηνογραφίας και την προσαρμοσμένη εσωτερική διακόσμηση. Πάλι, τούτα τα οργανωμένα μέρη δεν πρόκειται να σκεπάσουν την ασημαντότητα του Επιλόγου, ο οποίος αποκαλύπτει το όλο ασθενές Σώμα ενός κακού σεναρίου. Κρίμα.
Να σημειώσουμε ακόμη, ότι αυτή τη φορά δυστυχώς η μουσική του ταλαντούχου συνθέτη Τζέρσκιν Φέντριξ υπήρξε εντελώς επιτηδευμένη. Τα πνευστά μουσικά όργανα υποδηλώνουν εδώ επακριβώς την ψυχοσωματική φύση της στιγμής των περσόνων, ενώ δεν χρειαζόταν καθόλου μια τέτοια μουσικό-ηχητική πλεονάζουσα επεξήγηση. Μακράν η χειρότερη συνεργασία του με τον Λάνθιμο. Δεν τους βγήκε καθόλου. Που είναι ο εμπνευσμένος Τζέρσκιν του “Poor Things”;
Όσον αφορά τη δεκαετία που διανύουμε, στη Φιλμογραφία του Λάνθιμου, το έργο “Βουγονία” (2025) είναι υποδεέστερη ταινία του “Poor Things” (2023), μα και υποδεέστερη ταινία του “Ιστορίες Καλοσύνης” (2024). Σαν κινηματογραφικό σύνολο, είναι χειρότερη από τις κορυφαίες “Άλπεις” (2011) και καλύτερη από το “Κυνόδοντας” (2009). Ναι, τόσο πίσω μας πήγε η κακή ποιότητα του έργου “Βουγονία.” Οπότε καταλαβαίνετε, ότι μέσα στις ταινίες της χρονιάς 2025 έχει πολύυυ μακρινή θέση από τη Δεκάδα. Ο Γιώργος Λάνθιμος παραμένει ένας μεγάλος δημιουργός, ο οποίος όμως πράγματι χρειάζεται να κάνει στο παρόν χρονικό διάστημα ένα απαραίτητο διάλειμμα αποφόρτισης από το Σινεμά. Εξάλλου, για οποιονδήποτε Καλλιτέχνη, τρεις ταινίες μέσα στα τελευταία δύο χρόνια είναι αντικειμενικά εξαντλητικές...Περιμένουμε όμως, πάντοτε με καλοπροαίρετη διάθεση, την ώριμη επιστροφή του...
Σκεπτικό…
Ωφέλιμες Λεπτομέρειες
Μητέρα-Μπαλόνι
Το ασπρόμαυρο φόντο και η όλη θέαση στη διεύθυνση φωτογραφίας, μας υποδηλώνουν το τραυματικό αληθινό παρελθόν του Τέντι Γκατζ και της Σάντι, της μητέρας του. Ο τότε νεαρός Τέντι, έχοντας διστακτικότητα, απευθύνεται στα στελέχη της κολοσσιαίας φαρμακoβιομηχανίας και στη Διευθύνουσα Σύμβουλο Μισέλ Φούλερ, παραδίδοντάς τους τη μητέρα του.
Η αιώρηση της μητέρας του με σχοινί-νοσοκομειακό ορό, θα μπορούσε να ερμηνευτεί, σαν ψυχολογικός ομφάλιος λώρος που δεν κόπηκε ποτέ. Σαν τη νοσοκομειακή περίθαλψη, μα μέσα στο συγκεχυμένων εικόνων μυαλό του Τέντι. Ακόμη, σαν την εκθείαση του Τέντι απέναντι στον γονεϊκό-κοινωνικό ρόλο της μητέρας, ως μια απογείωση της μόνιμης παιδικότητάς του (σαν μια μητέρα-μπαλόνι). Θα δεχόμουν επιπροσθέτως ωστόσο, σε κύκλους Σινεφίλ, το ότι αυτή η γυναικεία αιώρηση ίσως να αποτελεί και μια έμμεση ταρκοφσκική επιρροή, από την ταινία “Η Θυσία.”
“Μακέτα” Επίπεδης Γης
Η αφήγηση του έργου, περιλαμβάνει κατά τη χρονολογική αντίστροφη μέτρηση για την Έκλειψη Σελήνης, μια ζωντανή “μακέτα.” Εκεί, η Γη παρουσιάζεται σιγά σιγά σαν επίπεδη. Και έτσι, συντηρείται η πεποίθηση, ότι η συνωμοσιολογία και η Πραγματικότητα δίνουν μάχη μέσα στο μυαλό του Τέντι, της Μισέλ, αλλά όχι φυσικά του έκπληκτου θεατή (ελπίζω τουλάχιστον).
Μη Συγκεκριμενοποιημένη Κακοποίηση
Μια ευαισθητοποιημένη πρωτότυπη προσθήκη, σε τούτη τη διασκευή. Από τα ελάχιστα εντυπωσιακά τολμηρά, καλλιτεχνικά σημεία του σεναρίου. Ο πρώην μπεϊμπισίτερ του Τέντι έχει γίνει πια αστυνομικός. Ο αστυνομικός Κέϊσι επισκέπτεται με αμηχανία τον Τέντι, νιώθοντας τύψεις, επειδή τον κακοποίησε όταν εκείνος ήταν παιδί. Του αναφέρει, το πόσο λυπάται. Ο Τέντι είναι ψύχραιμος.
Ο θεατής ανατριχιάζει και παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα, εάν μπορεί να αποκατασταθεί ποτέ μια τόσο προδομένη, τόσο μολυσμένη, τόσο άρρωστη ανθρώπινη σχέση. Το σεναριακό κλειδί του σασπένς είναι, ότι ποτέ δεν μπαίνουν σε αποκαλυπτική συγκεκριμενοποίηση, για το που ακριβώς έφτασε τούτη η παλιά κακοποίηση.
Πιο Αναλυτικά…
Ερμηνείες
Τζέσι Πλέμονς (Τέντι Γκατζ)
Είναι εκπληκτική η αφοσίωση του ερμηνευτή, στο να κατακτήσει την ενσάρκωση της περσόνας του Τέντι. Ενός αθεράπευτου συνωμοσιολόγου, ο οποίος συμπεριφέρεται σαν να βλέπει ακριβώς μπροστά του, όλα όσα φαντάζεται. Ο ηθοποιός έχει κερδίσει, μια αίσθηση απόλυτης ψυχραιμίας για τα ακράδαντα πιστεύω του χαρακτήρα και απόλυτης έκρηξης θυμού όταν κάποιος ετοιμάζεται -αποφασιστικά- να του τα αμφισβητήσει.
Έμα Στόουν (Μισέλ Φούλερ)
Τα πιο ξεχωριστά σημεία στην περσόνα της είναι, όταν η Μισέλ προσπαθεί, με αποθέματα γενναιότητας και αυτοπεποίθησης, να βγει από την εφιαλτική θέση αιχμαλωσίας της. Η ελπιδοφόρα Μούσα του Λάνθιμου δεν μπορεί να φέρνει κάθε φορά την άνοιξη όμως...
Έϊνταν Ντέλμπις (ξάδερφος Ντον)–Αλίσια Σιλβερστόουν (μητέρα Σάντι)
Ένα μεγάλο Μπράβο στον ηθοποιό Έϊνταν Ντέλμπις, ο οποίος βρίσκεται στα αλήθεια μέσα στο φάσμα του Αυτισμού, παίζοντας εδώ μία περσόνα αυτιστικού ανθρώπου! Τον αυτιστικό Ντον, που δέχεται πλύση εγκεφάλου από τον συνωμοσιολόγο ξάδερφό του. Είναι εντυπωσιακό, σε ηλικία 17-18 ετών, να παίζει πρωταγωνιστικά σε ταινία μιας τέτοιας παγκόσμιας έκθεσης. Τεράστιο Μπράβο και στον Καλλιτέχνη Γιώργο Λάνθιμο, για το εγχείρημα. Και φυσικά, ένα ακόμη ηχηρό Μπράβο στη διευθύντρια διανομής ρόλων, Τζένιφερ Βεντίτι.
Αγνώριστη και σαγηνευτικά ποιοτική, η ηθοποιός Αλίσια Σιλβερστόουν, στο ρόλο της εφιαλτικής μητέρας Σάντι. Της αυτοκαταστροφικής και παράλληλα καταστρεπτικής για την οικογένειά της, μοχθηρής Σάντι. Δύσκολος ρόλος. Αξιοπρόσεκτη ερμηνεία.
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr
