Ένα ουμανιστικό μήνυμα που, δυστυχώς, δεν υποστηρίζεται κινηματογραφικά
Στους σκοτεινούς, χωρίς φωτισμό χωματόδρομους τα βράδια, ένα αυτοκίνητο χτυπά θανάσιμα ένα αδέσποτο σκυλί. Το μικρό κορίτσι ωστόσο κατηγορεί τον οδηγό πατέρα της για τον θάνατο του ζώου – προκαλεί εντύπωση η επιμονή της- ενώ απορρίπτει τη μεταφυσική ερμηνεία τής εγκύου μητέρας της που ανάγει το περιστατικό σε θεϊκό σχέδιο – του οποίου οι αδιευκρίνιστες προθέσεις πολύ συχνά δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν. Όμως, ο πατέρας είναι πια φανερά ταραγμένος, σαν να επρόκειτο για δυσοίωνο μήνυμα, σαν να μην επρόκειτο για “ένα απλό ατύχημα”. Η βλάβη που θα υποστεί το αυτοκίνητο, θα τον αναγκάσει να σταματήσει σε κοντινό συνεργείο όπου ένας υπάλληλος, ο Βαχίντ, που πιάνει συχνά το νεφρό του από τον πόνο, είναι βέβαιος ότι ακούγοντας τη φωνή του πατέρα, αναγνωρίζει τον παλιό βασανιστή του στις φυλακές. “Στο Ιράν κάθεσαι πάντα μπροστά σε έναν τοίχο, τα μάτια σου είναι καλυμμένα κι ο ανακριτής είναι πίσω σου. Σου κάνει είτε προφορικές ερωτήσεις είτε σου τις δίνει γραπτές σε ένα φύλλο χαρτί, οπότε εσύ πρέπει να σηκώσεις λίγο το κάλυμμα που σου έχουν βάλει στα μάτια για να μπορείς να τις διαβάσεις. Έτσι, την ώρα που σκέφτεσαι να απαντήσεις στις ερωτήσεις, περισσότερο σε απασχολεί να καταλάβεις ποιο είναι αυτό το άτομο πίσω σου, ποιος είναι ο ανακριτής σου. Και εκεί είναι που η ακοή υπερισχύει όλων των άλλων αισθήσεων” , έχει δηλώσει -σε συνέντευξη στον Χρήστο Μήτση στο athinorama- ο σκηνοθέτης της ταινίας που έχει φυλακιστεί δύο φορές από το ιρανικό κράτος για “προπαγάνδα κατά του συστήματος” (έχοντας, μάλιστα, κάνει απεργία πείνας για τις συνθήκες κράτησής του στη φυλακή Εβίν, για την οποία η Διεθνής Αμνηστία έχει επισημάνει την επείγουσα ανάγκη να αντιμετωπιστεί η σωρεία των εγκλημάτων- των τόσων “απλών ατυχημάτων”- που διαπράττουν οι ιρανικές αρχές), που έχει καταδικαστεί σε κατ’ οίκον περιορισμό, που έχει τιμωρηθεί με απαγόρευση γυρίσματος ταινιών, πραγματοποιώντας πάντα κρυφά τα γυρίσματα.
Ο Βαχίντ θέλει να εκδικηθεί με τον πιο ακραίο, τον πιο οριστικό τρόπο. Είναι, όμως, πράγματι αυτός ο βασανιστής του; Είναι εφικτή η αναγνώριση με απόλυτη βεβαιότητα μιας φωνής τόσα χρόνια μετά; Επικυρώνει, άραγε, την αρχική βεβαιότητα ότι ο πατέρας έχει προσθετικό πόδι όπως είχε κι ο βασανιστής (ο ήχος αυτού του το βαδίσματος: άλλος ένας χαρακτηριστικός, οδυνηρός ήχος του παρελθόντος)- ή, αντίθετα, το ότι οι σχετικές ουλές στο πόδι του είναι πρόσφατες, σημαίνει ότι πρόκειται για σύμπτωση, ότι ο πατέρας δεν είναι ο βασανιστής; Είναι τα ίδια ερωτήματα που ταλανίζουν τους παλιούς συγκρατούμενους του Βαχίντ όπου κλονισμένος καταφεύγει για βοήθεια στην ταυτοποίηση και οι οποίοι, αντιπροσωπεύοντας θαρρείς όλες τις απόψεις στην ιρανική κοινωνία, θα συγκρουστούν λόγω των διαφωνιών τους τόσο στην αναγνώριση- συχνά, αναπτύσσονται πολύπλοκοι αμυντικοί μηχανισμοί διαχείρισης ενός τραύματος που είτε απωθούν είτε συγχέουν τα οδυνηρά βιώματα- όσο και στην ανάγκη για εκδίκηση- η εκδίκηση ενδέχεται να επιδιώκει την ανάγκη ικανοποίησης του θυμικού, να επιχειρεί την αυτόκλητη απόδοση δικαιοσύνης ή να επιθυμεί την άσκηση εξουσίας πάνω στον εξουσιαστή ενώ η άρνησή της ενδέχεται να σημαίνει φόβο των συνεπειών, συνειδητοποίηση τής ματαιότητάς της στην αλλαγή των καταπιεστικών κοινωνικών συνθηκών και στο γκρέμισμα ενός αυταρχικού καθεστώτος του οποίου οι βασανιστές είναι λειτουργοί, υπέρβαση μέσω της συγχώρεσης ή συνειδητοποίηση ότι ίαση δεν σημαίνει την (πιθανότατα ανέφικτη) διαγραφή των βασανιστικών αναμνήσεων και το τέλος του πόνου από όσα πάνδεινα υπέστησαν, τις μόνιμες σωματικές βλάβες, τους εφιάλτες που ακόμα στοιχειώνουν και θα στοιχειώνουν για πάντα παρά ότι ίαση σημαίνει ότι ο πόνος και το τραύμα παύουν να καθοδηγούν τυφλά. Βρισκόμαστε στα γνώριμα, αγαπημένα νερά των ηθικών, υπαρξιακών θρίλερ του ιρανικού κινηματογράφου.
Το μήνυμα του ουμανιστή Παναχί αναφέρεται στην υπαρξιακή ευθύνη για τη διατήρηση ή την επανάκτηση της ανθρωπιάς μας, να μην γινόμαστε έρμαια τυφλών επιθυμιών για εκδίκηση, να μην συμβάλλουμε ως θύματα στην αναπαραγωγή του μίσους και τη διαιώνιση του κύκλου της βίας από θύτες θυτών και καθεστώτος με απάνθρωπους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Όμως… η ταινία πάσχει από διδακτισμό: η δραματουργία έχει έντονο το στοιχείο του προκάτ, για αρκετή ώρα δεν υπάρχει εξέλιξη παρά, αντίθετα, επανάληψη των ήδη γνωστών ηθικών διλημμάτων και προσωπικών απόψεων, οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται καθώς συχνά η ηθική τους στάση διαμορφώνεται από ορισμένες, δυστυχώς σημαντικές σεναριακές ευκολίες: πώς μόνος ο κλονισμός για την ταυτότητα ενός μισητού προσώπου μπορεί να οδηγήσει σε κλονισμό της επιθυμίας για εκδίκηση, γιατί είναι δεδομένη η ακαριαία ηθική αναθεώρηση στο άκουσμα ενός απελπισμένου παιδιού στο τηλέφωνο; Επίσης, όσο κι αν είναι κατανοητό ότι δεν αναφέρονται λεπτομέρειες των βασανιστηρίων ώστε να αποφευχθεί ο συναισθηματικός εκβιασμός σε βάρος του στοχασμού και της νηφάλιας κρίσης, ωστόσο χρειαζόταν μια εκτενέστερη αναφορά που θα έριχνε φως τόσο στην ανεξίτηλα χαραγμένη οδύνη (ποια φρικτά βιώματα τροφοδοτούν αυτό το θανάσιμο μίσος για τον βασανιστή;- προς έκπληξή μας, ο μόνος λόγος φυλάκισης και βασανιστηρίων που αποσαφηνίζεται, είναι η συμμετοχή σε διαδηλώσεις για τη διεκδίκηση οφειλομένων χρημάτων από τις δουλειές τους) όσο και στις συνέπειές τους στους κοντινούς ανθρώπους (μέσα από ποιες ψυχικές διεργασίες θα μπορούσε να φτάσει “λόγω ντροπής” ως την αυτοκτονία ο σύντροφος στη ζωή ενός βασανισμένου στις φυλακές;). Και, το απροσδόκητο χιούμορ περισσότερο δεν εντάσσεται οργανικά στην ατμόσφαιρα των ηθικών διλημμάτων. Είναι κρίμα γιατί δεν λείπουν οι κινηματογραφικές αρετές, όπως τα ατμοσφαιρικά πλάνα στους ανοιχτούς και κλειστούς χώρους, η εξαιρετική δουλειά στο ηχητικό τοπίο (οι οδυνηρές αναμνήσεις από τα ακούσματα: “…περισσότερο σε απασχολεί να καταλάβεις ποιο είναι αυτό το άτομο πίσω σου, ποιος είναι ο ανακριτής σου. Και εκεί είναι που η ακοή υπερισχύει όλων των άλλων αισθήσεων”), οι εικόνες γυναικών χωρίς μαντήλα στο κεφάλι όπου εκφράζεται το ελεύθερο πνεύμα του Παναχί σε ένα θεοκρατικό καθεστώς, η απεικόνιση μιας κοινωνίας διεφθαρμένης από την επιθυμία του χρήματος (σε τέτοιο σημείο που η αστυνομία δωροδοκείται με κάρτα σε περίπτωση έλλειψης μετρητών!) που δεν μπορεί παρά να φτάνει ως την κορυφή της εξουσίας- κι αντίστροφα, δεν μπορεί παρά να καταλήγει στη βάση της κοινωνίας. Είναι κρίμα που ο ουμανισμός του Παναχί παραμένει κινηματογραφικά καθηλωμένος στο επίπεδο μιας δήλωσης, μιας πρόθεσης.
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
