Η Λένι του Αδόλφου
Την πρώτη φορά που τον άκουσε μαγνητίστηκε από αυτόν. Κι όταν της ζήτησε να γίνει κομμάτι του ναζιστικού προπαγανδιστικού μηχανισμού προσφέροντας την τέχνη της, που ήταν το σινεμά, εκείνη δέχτηκε. Κι κάπως έτσι το όνομά της ταυτίστηκε με εκείνο του Αδόλφου Χίτλερ και του ναζισμού. Η ίδια, πολλά χρόνια μετά, υποστήριξε ότι πρωτάκουσε τη λέξη ναζί το 1932 και ότι ουδέποτε την ενδιέφερε η πολιτική αλλά μόνον η τέχνη. Και σε αυτήν, την τέχνη, αφιέρωσε τη ζωή της.
Η Λένι Ρίφενσταλ (1902-2003) ηθοποιός, σκηνοθέτρια και φωτογράφος έμεινε στην ιστορία, όχι για την τέχνη της αλλά για τις προπαγανδιστικές ταινίες που γύρισε για λογαριασμό της ναζιστικής Γερμανίας. Μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που χωρίς να αμφισβητείται το ταλέντο της στη σκηνοθεσία, εκείνο που τη χαρακτήρισε δεν ήταν αυτό αλλά η εμπλοκή της με τους ναζί. Στους οποίους πρόσφερε αφειδώς την τέχνη της στους προπαγανδιστικούς σκοπούς της πιο τερατώδους “ιδεολογίας” που γέννησε η ανθρωπότητα. Η ίδια, μέχρι το τέλος της ζωής της, υποστήριξε με πάθος ότι δεν γνώριζε τι συνέβαινε, δεν γνώριζε για τα στρατόπεδα του θανάτου, ότι ουδέποτε υπήρξε μέλος του ναζιστικού κόμματος (που είναι αληθές) κι όταν γύριζε τις ταινίες για λογαριασμό του καθεστώτος δεν είχε ιδέα για τις φυλετικές θεωρίες που πρέσβευε.
Ο Άντρες Βάιελ με το ντοκιμαντέρ «Ρίφενσταλ: Στην καρδιά του Τρίτου Ράιχ» (Riefenstahl) επιχειρεί να φωτίσει τη ζωή και την προσωπικότητα της Λένι Ρίφενσταλ και να διερευνήσει το κατά πόσο τα όσα υποστήριξε μετά το τέλος του πολέμου είναι αληθή ή όχι.
Η δημοσιογράφος Σάντρα Μαϊσμπέργκερ είχε μιλήσει με την αιωνόβια Ρίφενσταλ το 2002 σε μια συνέντευξη για την τηλεόραση. Όπως υποστήριξε αργότερα, από τη συνέντευξη αυτό που αποκόμισε ήταν ότι η γερμανίδα σκηνοθέτρια της έλεγε ψέματα. Έτσι το 2018 ο Άντρες Βέιελ, συνεργάστηκε με την Μαϊσμπέργκερ, η οποία είχε αποκτήσει πρόσβαση στο αρχείο της Ρίφενσταλ, με αποτέλεσμα αυτό το θαυμάσιο ντοκιμαντέρ.
Προσωπικά θεωρούσα πάντοτε τη Ρίφενσταλ ως μία πολύ ταλαντούχο γυναίκα. Βλέποντας τις προπαγανδιστικές της ταινίες και προσπαθώντας να τις προσεγγίσω απαλλαγμένες από την πολιτική τους σκοπιμότητα, θαύμασα τις εξαιρετικές λήψεις της, την εμπνευσμένη γεωμετρία των πλάνων, την αισθητική τελειότητά τους. Κι όλο αυτό μου δημιούργησε μια εσωτερική αντίφαση. Έτσι με χαρά διάβασα για την ταινία του Βέιελ την οποία και παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον. Και εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο με τον οποίο ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί το πλούσιο οπτικό και ακουστικό υλικό που έχει, με αποκορύφωμα (κατά την άποψή μου) την αντιπαράθεση της Ρίφενσταλ σε ένα τηλεοπτικό τοκ σόου του 1976 με την Ελφρίντε Κλέτσμερ, μια εργάτρια η οποία λέει ότι την εποχή που η συνομιλήτριά της έκανε ταινίες για τον Χίτλερ εκείνη ήταν ενεργή πολιτικά καθώς δεν μπορούσε να αποδεχτεί όσα γινόταν και επειδή πίστευε σε μια άλλη Γερμανία. Και που ενώ είχε θαυμάσει την ταινία της Ρίφενσταλ «Η γαλάζια λάμψη» όταν είδε τις άλλες ένιωσε απογοήτευση που μια γυναίκα δημιούργησε ταινίες που ήταν εναντίον της ανθρωπότητας. Για να συμπληρώσει ότι δεν μπορεί να δεχτεί ότι όποιος ζούσε σε μεγάλη πόλη δεν ήξερε τι συνέβαινε. Κι εκεί υπήρξε μια αντιπαράθεση με τη Ρίφενσταλ να υποστηρίζει πως ότι έκανε της είχε ανατεθεί, δεν ήταν επιλογή της, της το είχε ζητήσει ο ίδιος ο Χίτλερ και δεν μπορούσε να αρνηθεί.
Η ταινία δίνει πολλές και σημαντικές πληροφορίες μαζί με το πορτρέτο μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας που προσπαθεί να αποποιηθεί των ευθυνών της. Το εάν γίνεται πιστευτή ή όχι εξαρτάται από τους θεατές και κατά πόσο θα πειστούν ή όχι από τα λεγόμενά της.
Όπως και να ‘χει όμως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα εξαιρετικό φιλμ που τέμνει την ιστορία μιας εποχής και μιας γυναίκας που -ίσως- αδίκησε τον εαυτό της.
Στράτος Κερσανίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kersanidis.wordpress.com
