HARVEST - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

 

«Τι κάναμε;», διερωτάται στο σημείωμα της στο πρόγραμμα η σκηνοθέτις, που κάποτε ακολουθούσε τον Λάνθιμο σ’ ένα weird cinéma που τελικά εξανεμίστηκε πρόωρα. Ο «Harvest» («Θερισμός») της βέβαια δεν προσφέρεται για τη weird ατμόσφαιρα των προηγούμενων ταινιών της («Chevalier», «Attenberg»), έχει όμως μια ιστορία που προσφερόταν σε μια, με κοινωνικοπολιτικά και άλλα θέματα, περιπέτεια εποχής (μια ειρωνική μάτια πάνω στο γουέστερν, όπως αναφέρεται στις σημειώσεις του προγράμματος), που βάζει το θέμα: από πού πάμε από δω και πέρα και πώς σώζουμε τη γη μας σ’ έναν αχαρτογράφητο κόσμο καταστροφικών αλλαγών, που δεν διαφέρει και τόσο από το σημερινό.

Με ένα κάπως άνισο σενάριο (στο οποίο η Τσαγκάρη συνεργάστηκε με τη σεναριογράφο Τζόζλιν Μπαρνς, με βάση το βιβλίο του Τζιμ Κρέις), η σκηνοθέτις αντιμετωπίζει το θέμα της από δύο διαφορετικές πλευρές. Από τη μια, εκείνη της καθημερινής ζωής σε μια αγροτική κοινωνία, με τα έθιμα, τις παραδόσεις και τις δεισιδαιμονίες της, με σκηνές στους αγρούς, με το θερισμό, τα τραγούδια και την παγανιστική γιορτή που ακολουθεί, το κούρεμα των γίδων, με τον Γουόλτ να κρατά μια κάπως απόμερη στάση, έτοιμος όμως να παρέμβει και σχολιάζοντας off τα δρώμενα. Και, απο την άλλη, την «εισβολή» τριών ανθρώπων (ανάμεσά τους και μια γυναίκα), που βάζουν φωτιά και καίνε τον αχυρώνα του άρχοντα (εισβολή που θα τιμωρηθεί βίαια), με την άφιξη του χαρτογράφου (τα πραγματικά σχέδια του θ’ αποκαλύψει αργότερα στον Γουόλτ) και την τελική επίσκεψη του ξαδέρφου του Κεντ, που βάζει μπροστά τις αλλαγές που θα διαλύσουν και θα εξαφανίσουν το χωριό.

Παρά τις κάποιες ωραία στημένες σκηνές, ιδιαίτερα εκείνες στην αρχή της ταινίας με τον Γουόλτ να περιφέρεται στο δάσος και τα βουτηγμένα σε μια όμορφη ατμόσφαιρα τοπία του αγροτικού χωριού, παίζοντας με τα έντομα, ή εκείνες με την κάμερα να ανεβαίνει ψηλά για να δώσει την εικόνα της μικρότητας της περιοχής στο σύνολο του πλανήτη, ή ακόμη εκείνες που παραλληλίζουν τους φοβισμένους χωρικούς με τα τρομαγμένα πρόβατα, η ταινία  χάνει σταδιακά στο ρυθμό και την πειστικότητα.

Εκεί που χρειαζόταν ένας αριστοτεχνικός έλεγχος του ρυθμού, ώστε ο θεατής να οδηγηθεί από το πρώτο, εισαγωγικό τμήμα της ταινίας, χωρίς σκοπέλους ή χαλαρότητα στο στήσιμο των σκηνών, η Τσαγκάρη προχώρησε με μια αυτοϊκανοποιητική βεβαιότητα σε επαναληπτικές  καταγραφές, ή άλλες που δεν προσφέρουν τίποτα το καινούριο, δημιουργώντας μια κούραση στο θεατή (παράδειγμα οι σκηνές της γιορτής με την Gleaning Queen, με ένα μοντάζ χωρίς τη σωστή αίσθηση  ρυθμού), πριν φτάσει στο δεύτερο και σχετικά πιο ενδιαφέρον τμήμα της ταινίας, που ακόμη κι εδώ δείχνει να υπάρχουν δισταγμοί, αναποφασιστικότητα και χάσματα στην όλη διάρθρωση.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module