ΛΟΓΟΣ, Ο (Επαν.) - Βασίλης Μάλτας

Μια υπερβατική εμπειρία, ένα αριστούργημα για την πίστη, την αγάπη, τη ζωή, τον άνθρωπο

Ο πάστορας χαρακτηρίζει “τρομακτικό” ότι ο Γιοχάνες πιστεύει τον εαυτό του ως μετενσαρκωμένο Χριστό- δεν δίνει σημασία, όμως, ότι ο Γιοχάνες προσάπτει στην εκκλησία την εγκατάλειψη της υπερβατικής διάστασης της πίστης: κατά τον πάστορα, “ο Θεός δεν πραγματοποιεί πια θαύματα γιατί αλλιώς θα παραβίαζε τους φυσικούς νόμους Του” συμπληρώνοντας, “τα θαύματα του Χριστού τελέστηκαν λόγω ειδικών συνθηκών” (προκαλώντας το γέλιο του θετικιστή γιατρού). Πόσοι, άραγε, Χριστοί έχουν περπατήσει στη γη μιλώντας για “δολοφονία του Χριστού στο όνομά του” από την εκκλησία (όπως λέει ο Γιοχάνες) και χαρακτηρίστηκαν τρελοί, βλάσφημοι; Ο Μόρτεν Μπόργκεν, πατέρας του Γιοχάνες κι αρχηγός Χριστιανικής αίρεσης, είναι συντετριμμένος για την πνευματική κατάσταση τού γιου του (που “τρελάθηκε” όταν σπούδαζε θεολογία προοριζόμενος ως θρησκευτικός διάδοχος τού γερο-Μόρτεν- “το έπαθε διαβάζοντας Κίργκεργκωρ” κατά τον μεγαλύτερο αδελφό του, τον αγνωστικιστή Μίκελ) κι επειδή πιστεύει ακράδαντα ότι ευθύνεται ο ίδιος: κατά τον Μόρτεν, ο Θεός δεν ανταποκρίθηκε στην έκκλησή του να “θεραπευτεί” ο Γιοχάνες επειδή δεν προσευχήθηκε με πίστη για το θαύμα- ερμηνεύοντας μηχανιστικά την πίστη του ως ανειλικρινή, κρίνοντας τον εαυτό του σαν δικαστής Θεός. Πενθώντας τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, ο Μόρτεν λέει: “Υποθέτω ότι για κάποιον λόγο έγινε. Κάτι καλό θα βγει από αυτό”– “λόγια αληθινής πίστης” κατά τον πάστορα. Κι ο Πέτερ Πέτερσεν, αρχηγός άλλης Χριστιανικής αίρεσης και ιδεολογικός αντίπαλος του Μόρτεν, χαρακτηρίζει τρελό τον Γιοχάνες- θα ευχόταν, όμως, τον θάνατο ενός μέλους των Μπόργκεν ως θεϊκό θαύμα που θα αφύπνιζε θρησκευτικά τον αντίπαλό του. Ο Πέτερ με την πάντα υπερτονισμένη ταπεινότητα κι ο πάντα βλοσυρός Μόρτεν δεν διαφέρουν ουσιαστικά: όσα αισθάνονται, σκέφτονται, λένε και πράττουν είναι αναπαραγωγή όσων ορίζονται- κι όσων πιστεύουν ότι ορίζονται- ως πρέποντα από τη θρησκεία τους ενώ ερμηνεύουν σαν θεϊκό σχέδιο όσα οδυνηρά βιώνουν. Η ταπεινότητα, η ασημαντότητα που απορρέουν από την πεποίθηση του εγγενούς της αμαρτίας και της αγεφύρωτης απόστασης από την τελειότητά “Του” δεν είναι παρά κρυφός αυτοθαυμασμός, μικροί Θεοί που ύπουλα εξυψώνουν τούς εαυτούς τους μέσω της λατρείας του Θεού τους.

Η αγάπη διαβεβαιώνεται λεκτικά ως θεμέλιος λίθος της ζωής και της πίστης, όμως οι πάτερ-φαμίλιες Μόρτεν και Πέτερ δεν εγκρίνουν τον γάμο ανάμεσα στα ερωτευμένα παιδιά τους λόγω θρησκευτικών διαφορών- ο μεγαλοτσιφλικάς Μόρτεν, τελικά, θα απαιτήσει την πραγματοποίησή του έχοντας πληγωμένη την περηφάνειά του από την απόρριψη του αντιπάλου και ταξικά κατώτερου ράφτη Πέτερ. Η υπαρξιακή ανάγκη για αγάπη κι ελεύθερη βούληση δεν χωράνε σε έναν κόσμο ατομικισμού, κατίσχυσης, μισαλλοδοξίας: ορίζεται η αγάπη βάσει ιερών διδαχών, μισεί το διαφορετικό, αποκλείει τις επιθυμίες και τις ανάγκες του ανθρώπινου σώματος, “έρχεται με τον χρόνο” σε γάμους χωρίς έρωτα και ισοτιμία όπως διατείνεται ο Μόρτεν; Στην αντίπερα όχθη, ο Μίκελ κι ο γιατρός, πιστοί της επιστήμης και της κυριαρχίας της υλικής διάστασης στην ανθρώπινη ύπαρξη, αντιμετωπίζουν τη θρησκευτικότητα με θυμηδία: μετά από μια επιτυχημένη εγχείρηση, ο γιατρός ρωτά με μια ειρωνεία τον Μόρτεν αν ο ασθενής σώθηκε από την επιστήμη ή τη θρησκεία ενώ ο Μίκελ θρηνώντας τον θάνατο της αγαπημένης του Ίνγκερ, θρηνώντας ταυτόχρονα για το δικό του δράμα, ειρωνεύεται τη θρησκευτική διδαχή ότι “η Ίνγκερ αναπαύεται κοντά στον Θεό πια“: γεννά η αγάπη πεποίθηση υπεροχής έναντι του διαφορετικού, θεμελιώνεται η αγάπη και στην κάλυψη της μοναξιάς; Κι ο Γιοχάνες, επισημαίνει τον Χριστιανικό μανιχαϊσμό και την απώλεια της πνευματικότητάς μας ωστόσο δεν συνδέεται με τους ανθρώπους ενώ για ώρα μιλά για “Χριστό με δρεπάνι που παίρνει ζωές” όταν δεν “Τον” πιστεύουν. Σε μια θρησκόληπτη, πατριαρχική κοινωνία ή όπου οι άντρες ζουν μονοδιάστατα, μια γυναίκα πιστεύει ότι συντελούνται καθημερινά μικρά θαύματα που δεν αντιλαμβανόμαστε επειδή ορίζουμε το θαύμα με κριτήριο την εξωπραγματική διάστασή του, την πρόκληση μιας μεγάλης εντύπωσης- πόσοι, όμως, διερωτώνται τότε για άγνωστες ή ξεχασμένες ανθρώπινες δυνατότητες, ή αφυπνίζονται από μια Αποκάλυψη; “Δεν αρκεί η πίστη αν δεν είσαι καλός άνθρωπος. Κι εσύ είσαι καλός άνθρωπος”, λέει η εγκάρδια, προσηνής, χαμογελαστή Ίνγκερ στον Μίκελ, ενώνοντας βιωματικά την υλική και πνευματική διάσταση της πίστης, την παραμελημένη υπερβατική διάσταση της καθημερινότητας με την παραμελημένη υλική διάσταση της πίστης, εκφράζοντας την άποψη του Ντράγιερ περί πίστης και ζωής. Δίπλα της, η μικρή της κόρη Μάρεν με αγνή παιδική πίστη- είναι οι μόνες υπάρξεις που δεν θεωρούν τρελό τον Γιοχάνες.

Υπνωτιστικά, μεγάλα σε διάρκεια κι από μεσαία απόσταση πλάνα- κυριαρχεί, όμως, η έντονη εκφραστικότητα των προσώπων- ρυθμικές, οριζόντιες κινήσεις της κάμερας που μεταφέρεται από τον έναν άνθρωπο στον άλλο σαν να παρακολουθούμε θεατρική παράσταση ή κινείται εκεί όπου θα εισέλθει ένας άνθρωπος προσδίδοντας ενορατική διάσταση, μια μυσταγωγική σκηνή που προκαλεί δέος με την περιστροφή της κάμερας γύρω από την Μάρεν και τον Γιοχάνες ενώ ο χώρος του δωματίου πίσω τους περιστρέφεται αντίθετα και ταχύτερα ενόσω εξανθρωπίζεται ο Γιοχάνες/Χριστός κοντά στο παιδί, η μεταφυσική αίσθηση της βοής του ανέμου και των χτυπημάτων του μεγάλου ρολογιού στο σπίτι, έντονα ασπρόμαυρα κοντράστα, το υπόλευκο φως στα πρόσωπα θαρρείς από μια αόρατη, παρηγορητική ύπαρξη εκτός του ανθρώπινου ορατού φάσματος (με εξαίρεση τον υποφωτισμένο Γιοχάνες μέχρι την επιστροφή του στα επίγεια), στιλιζαρισμένες ερμηνείες όπου ο τόνος της φωνής παραμένει ίδιος μέσα στην εναλλαγή έντονων συναισθηματικών καταστάσεων κι όπου οι άνθρωποι δεν κοιτάζονται (με εξαίρεση το κορίτσι) στρέφοντας το βλέμμα τους θαρρείς σ’ έναν κόσμο όπου η αντήχηση των παράλληλων μονολόγων τους θα συνδεθεί σε επικοινωνία ως εξ ερήμην τους θαύματος, το βαθιά συγκινητικό, μοναδικό κινηματογραφικά φινάλε. Μυούμαστε στην ύπαρξη ενός αθέατου κόσμου θείας χάρης.

Κι αν είναι άθεος, άθρησκος, κι αν δεν είναι πιστός ο θεατής, θα πιστέψει όμως στο θαύμα της ταινίας το οποίο κινηματογραφείται απόλυτα ρεαλιστικά- για τον Ντράγιερ, τα θαύματα δεν βρίσκονται έξω από τον άνθρωπο (είχε δηλώσει ότι πάνω στην ανακάλυψη της τέταρτης διάστασης του σύμπαντος από τον Αϊνστάιν, η επιστήμη είχε φέρει στο φως φυσικούς νόμους που θεωρούνταν υπερφυσικές δυνάμεις κι ότι οι μαντικές ικανότητες ορισμένων ανθρώπων ή η ανεξήγητη ικανότητά τους να πραγματοποιούν θαύματα, αποδεικνύει την ύπαρξη μιας πέμπτης διάστασης). Μας αγγίζει βαθιά η εντιμότητα της πίστης του Ντράγιερ εννοώντας την ως την ελεύθερη δέσμευσή μας σε μια ανώτερη δύναμη πρόνοιας και στηλιτεύοντας τα τυποποιημένα κηρύγματα και τις τελετουργικές σχηματοποιήσεις της εκκλησίας (όπως ο Κίργκεργκωρ), καταδικάζει δόγματα κι αυθεντίες περί πίστης, δείχνει τον Χριστό να έχει ανάγκη την πίστη ενός παιδιού για να πραγματοποιήσει θαύμα. Για τον Ντράγιερ, χωρίς αγάπη δεν υπάρχει πίστη και χωρίς πίστη δεν υπερβαίνεται η υπαρξιακή αγωνία. “Ο Λόγος” χρήζει επανειλημμένων θεάσεων και δεν είναι ταινία έντονης θρησκευτικότητας μόνο: είναι κυρίως τελετουργία, υπερβατική εμπειρία, συγκινητική ανθρώπινη ιστορία, ένα αριστούργημα για την πίστη, την αγάπη, τη ζωή, τον άνθρωπο.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
 

 

 

 

 

 

 

 

 

Smart Search Module