ΜΑΚΡΙΑ ΠΟΡΕΙΑ, Η - Ηλίας Φραγκούλης

 

Πενήντα νεαρά αγόρια τολμούν να συμμετάσχουν σε μία αναβίωση του «The Long Walk», ενός διαγωνισμού γοργού βάδην… ζωής και θανάτου για εκατοντάδες μίλια, υπό τον έλεγχο στρατιωτικής συνοδείας που δεν βγάζει εκτός παιχνιδιού όσους δεν αντέχουν να σταθούν στα πόδια τους, αλλά τους τουφεκίζει εν ψυχρώ!

Και να που ακόμη ένα βιβλίο του Στίβεν Κινγκ καταφέρνει να μεταφερθεί με τόσο θαυμαστό τρόπο στο σινεμά, διεκδικώντας μία από τις υψηλότερες θέσεις σ’ αυτή τη λίστα! Κυκλοφορία του 1979, το «The Long Walk» ήταν ανέκαθεν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ανάγνωσμα που έθιγε με προφητική ματιά μια εφιαλτική δυστοπία στα εδάφη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ο Φράνσις Λόρενς καταφέρνει να το μετατρέψει (αρκετά αναπάντεχα) σε μία αλληγορική αποθέωση του… αντι-τραμπικού ρεύματος του σήμερα, σίγουρα περισσότερο και πιο πετυχημένα από πολλά άλλα κινηματογραφικά έργα που (μάλλον) γελοιοποιήθηκαν στην προσπάθεια.

Σε ένα σχεδόν άχρονο σύμπαν, με κάποιες ασαφείς ενδείξεις που αφήνουν εντυπώσεις πως βρισκόμαστε στα ‘60s, «Η Μακριά Πορεία» μας συστήνει (σχεδόν στο σύνολό τους) πενήντα αγόρια που τολμούν να συμμετάσχουν σ’ έναν περιπατητικό διαγωνισμό αποστάσεων… δίχως τέλος, με έπαθλο την εκπλήρωση της επιθυμίας ενός και μόνο νικητή που θα έχει καταφέρει να παραμείνει ζωντανός και… στα πόδια του ύστερα από αμέτρητα μίλια πορείας. Με βάση τους κανονισμούς, όποιος δεν διατηρεί έναν σταθερό ρυθμό στο περπάτημα (μέρα και νύχτα, διαρκώς!) ή δηλώνει αδυναμία και σταματά, πυροβολείται εν ψυχρώ από συνοδεία πάνοπλων στρατιωτικών οι οποίοι επιτηρούν τους παίκτες.

Το στοιχείο του μοναδικού νικητή που θα συνεχίσει να περπατά μέχρι τέλους για να κερδίσει το έπαθλό του, ενίοτε προσπαθώντας να σαμποτάρει την προσπάθεια των έφηβων «συμπαικτών» του, άρα να τους οδηγήσει σε βέβαιο θάνατο, φέρνει στον νου την απανθρωπιά και τον σαδισμό του «Battle Royale» (2000), με τον Λόρενς να το πηγαίνει και λίγο παραπέρα, τονίζοντας την ύπαρξη ενός απολυταρχικού καθεστώτος που θέλει τον λαό του ν’ αντιλαμβάνεται τούτο τον διαγωνισμό επιβίωσης (ουσιαστικά) σαν μια μορφή ψυχαγωγικού θεάματος, όπως συνέβαινε και στα τέσσερα τελευταία φιλμ του «The Hunger Games» franchise (που έχει σκηνοθετήσει μέχρι σήμερα).

Η σεναριακή διασκευή του βιβλίου τοποθετεί (μάλλον ύπουλα) τη δράση της ταινίας σε μια πορεία προς τη βαθιά Αμερική, έναν τόπο διαχρονικά συντηρητικό, πολιτικά και κοινωνικά σκοταδιστικό, που συνήθως παίρνει στον λαιμό του και την υπόλοιπη χώρα (όπως και στο σύγχρονο παρόν, αν κρίνουμε κι από τη μαχητική αποδόμηση του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ από τις δύο «ακραίες» ακτές των ΗΠΑ). Ο κόσμος της είχε οπτικοποιηθεί γλαφυρά και στον περσινό «Εμφύλιο Πόλεμο» του Άλεξ Γκάρλαντ, με τη διαφορά ότι εδώ δεν παίρνει μία παρόμοια κτηνώδη μορφή πρακτικής της βίας, αλλά βυθίζεται σε μία επίσης τρομακτική έκφραση απάθειας, με ανθρώπους που φαίνεται να έχουν βιώσει ένα απίστευτα εξαθλιωτικό οικονομικό κραχ και με αρρωστημένη λαγνεία περιμένουν δίπλα στην άσφαλτο για να γίνουν πιθανοί μάρτυρες μιας κανονικής εκτέλεσης.

Η φτώχια, η αμάθεια, η εγκατάλειψη και η ήττα της αξιοπρέπειας έχουν μεταμορφώσει το εσωτερικό (και όχι μόνο) της χώρας σ’ ένα γιγάντιο τραύμα στρατιωτικής κατοχής που μπορεί ν’ ασκεί λογοκρισία κάθε τύπου (όπως αντιλαμβανόμαστε με το flashback της θανάτωσης του πατέρα του κεντρικού ήρωα), δίνοντας το έναυσμα στον νεαρό Ρέιμοντ Γκάρατι (το #47) να δοκιμάσει να επαναστατήσει (κερδίζοντας) και να πάρει την εκδίκησή του (εκπληρώνοντας την επιθυμία του). Η πορεία και οι χαρακτήρες του έργου εμπεριέχουν (και) σχηματικούς ή προφανείς σχεδιασμούς, όμως, ο Λόρενς δεν το βάζει ποτέ κάτω σε ρυθμούς, γεγονός που γίνεται σαφώς πιο σεβαστό όταν ο θεατής εστιάσει στο ότι για σχεδόν δύο φιλμικές ώρες παρακολουθούμε νεαρά αγόρια να περπατάνε, να μιλάνε και να πεθαίνουν (με άγρια γραφικούς τρόπους και καμία έκπτωση στο αίμα). Επιπλέον, η δυναμική του καστ εξυψώνει ακόμη περισσότερο το φιλμ καθώς στο πέρασμα του χρόνου στέκεις όλο και πιο κοντά στο πλάι των ηρώων, με πρώτο και καλύτερο τον Κούπερ Χόφμαν, ο οποίος (όπως και στο «Πίτσα Γλυκόριζα» του Πολ Τόμας Άντερσον) μαγνητίζει εντελώς το βλέμμα χωρίς να… «λαχανιάζει» στιγμή.

Είτε χάσει είτε κερδίσει ο διαγωνιζόμενος στον οποίο θα ποντάρεις, το αποτέλεσμα αυτής της «Μακριάς Πορείας» θα είναι με το μέρος σου. Γιατί μιλάμε για μία από τις καλύτερες ταινίες τούτης της κινηματογραφικής σεζόν! Για σένα… αβάδιστα. Και με ασφάλεια στο κάθισμα του σινεμά. Μονάχα μη μείνεις απαθής μετά το φινάλε. «Απολιτίκ», όπως λέμε στους καιρούς μας…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μη φοβού να το «περπατήσεις»! Μπήκα χωρίς προσδοκίες και με μία ανησυχία… βαρεμάρας (που πήγαζε από τα χαρακτηριστικά της πλοκής). Στην πρώτη πιστολιά… είχα ήδη αλλάξει γνώμη! Το νεανικό κοινό οφείλει να σπεύσει.

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module