SORRY, BABY - Βασίλης Μάλτας

Η βαθιά τραυματική εμπειρία μιας γυναίκας κι ο φόβος της ακινητοποίησης της ζωής της

 

Όταν η Άγκνες ξεπεράσει την κρίση πανικού χάρη στη βοήθεια ενός αγνώστου, μεγαλύτερου σε ηλικία άντρα, θα του εξομολογηθεί:
– “Κάτι πολύ κακό μου έχει συμβεί” .
– “Σου συνέβη πρόσφατα;”.
– “Όχι, πάνε πάνω από τρία χρόνια”.
– “Κοίτα, δεν είναι πολύς καιρός”.

Ο Πιτ εμπνέει ασφάλεια στην Άγκνες: δεν της ζητά διευκρινήσεις γι’ αυτό το “πολύ κακό” που έχει βιώσει ενώ σαν βάλσαμο ακούγεται ότι τρία χρόνια μπορεί να είναι μικρό διάστημα για να επιτευχθεί η αναχαίτιση των ανεξέλεγκτων αντιδράσεων στρες από μια τραυματική εμπειρία. Το να μπορείς να ακούς χωρίς κριτική διάθεση, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς ερμηνείες χωρίς επιθυμία για συμβουλές, αποκτά σχεδόν ζωτική σημασία για έναν άνθρωπο που κουβαλά ένα μεγάλο άχθος, ιδιαίτερα όταν το κουβαλά για πολύ καιρό, και δεν μπορεί να το μοιραστεί.

– “Τι θα κάνεις αυτό το όμορφο βράδυ;”, είχε ρωτήσει χαμογελώντας γλυκά κι ευγενικά ο Γκάβιν την Άγκνες που είχε έρθει ως το σπίτι του.
– “Αναρωτιόμουν αν… έχεις ό,τι χρειάζομαι να ανάψω φωτιά”. Η Άγκνες είχε χρειαστεί να πάρει ανάσα για να ολοκληρώσει τη φράση της.
– “Γιατί το χρειάζεσαι;”
– “Θα φτιάξω χοτ ντογκ με τους φίλους μου”.
– “Χοτ ντογκ, ωραία ιδέα”.
– “Συγνώμη, αγοράσαμε μόνο δύο χοτ ντογκ”, είχε απαντήσει η Άγκνες ρομποτοποιημένα, με μια απάντηση που, αν και φανερά ψεύτικη, ξέκοβε τα θάρρητα στον συμπαθή νέο άντρα. Η Άγκνες δεν φοβόταν τον Γκάβιν: φοβόταν τους άντρες.

Το περπάτημα αυτής της δυναμικής, καλλιεργημένης γυναίκας είχε γίνει σαν κουρδισμένο, μαύροι κύκλοι είχαν σχηματιστεί κάτω από τα μάτια της όπου μέσα τους κρυβόταν η θλίψη, οι φλέβες της θαρρείς είχαν αδειάσει από αίμα. Η Άγκνες είχε γίνει εσωστρεφής, απόμακρη: ο Γκάβιν κι όσοι αγνοούσαν ότι είχε βιώσει μια τραυματική  εμπειρία, ενδεχομένως θα την χαρακτήριζαν ως ψωνισμένη, προβληματική, μονόχνωτη. Η Άγκνες, όμως, δεν ζούσε  συναισθηματικά στο τώρα, μέσα της είχε καταλυθεί η αντίληψη του περάσματος του χρόνου: το βαθύ αποτύπωμα ενός τραύματος είναι πιθανό να προξενήσει φόβο ότι η ζωή έχει ακινητοποιηθεί και πια θα περιστρέφεται γύρω από την ανάμνησή του, ότι κάθε πρόοδος θα εναλλάσσεται πιο οδυνηρά με κάθε πισωγύρισμα, ότι κάθε νέα σχέση θα καταλήγει σε τραύμα. Κι ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να μοιραστεί μαζί του αυτήν την καθημερινή της αγωνία, η κολλητή της η Λυντί, είχε πια φύγει από την επαρχιακή τους πόλη. Στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην Λυντί και τον Πιτ, η Άγκνες είχε αντιμετωπίσει την ξύλινη γλώσσα, τις τυποποιημένες ερωτήσεις, τα απρόσωπα πρωτόκολλα και τις μηχανικές διαβεβαιώσεις θεσμικών εκπροσώπων κι επαγγελματικών στελεχών από τον χώρο εργασίας της (στο πανεπιστήμιο), αντρών και γυναικών, ότι την καταλαβαίνουν- η σκηνοθέτιδα, ωστόσο, προσθέτει έναν χιουμοριστικό τόνο σ’ αυτές τις σκηνές εξηγώντας: “Αισθάνθηκα ότι είναι φυσικό γιατί αυτοί οι άνθρωποι μετατρέπουν τούς εαυτούς τους σε κλόουν” (αξιοσημείωτη η διαφορά με την αυθεντική στάση του Πιτ, ενός λαϊκού ανθρώπου έξω από τον κύκλο της Άγκνες).

Αναπτύσσονται μέσα μας πολύπλοκοι αμυντικοί μηχανισμοί διαχείρισης μιας τραυματικής εμπειρίας: η Άγκνες, από την αρχή είχε αποφύγει να κατονομάσει την τραυματική εμπειρία της, καταφεύγοντας στον χαρακτηρισμό “πολύ κακό πράγμα” γιατί θαρρείς ότι διαφορετικά θα επέβαλε τη συνειδητοποίησή της στην εαυτή της οξύνοντας τον πόνο (ίδια είχε αντιδράσει η Λυντί στην οποία η Άγκνες είχε περιγράψει λεπτομερώς την εμπειρία της, κατανοώντας την ανάγκη τής φίλης της). Και, γνωρίζουμε ότι πολλές γυναίκες, θηλυκότητες και LGBTQ άνθρωποι (η Άγκνες κάνει έρωτα με άντρες, με την Λυντί μοιράζονται έναν ανεκδήλωτο ερωτισμό ενώ συμπληρώνοντας ένα κρατικό έγγραφο, δεν δηλώνει κανένα από τα δύο βιολογικά φύλα ως δικό της παρά τα συνδέει με μια γραμμή), πολλοί απ’ αυτούς τους ανθρώπους που έχουν υποστεί την επιβολή της αντρικής επιθυμίας, έχουν εσωτερικεύσει την κυρίαρχη νοοτροπία της μετακύλισης ευθύνης στις/στους εαυτές/εαυτούς τους ως συνέπεια της εσωτερίκευσης του κοινωνικού πλεονεκτήματος που αναγνωρίζεται στο αντρικό φύλο: τα θύματα κουβαλούν επιπλέον το αίσθημα της ντροπής γι’ αυτό που τους έχει συμβεί ενώ γνωρίζουν ότι δεν ευθύνονται.

“Τα κορδόνια σου έχουν λυθεί”: εκείνο το βράδυ η Άγκνες είχε ακούσει αυτήν τη φωνή σαν να ερχόταν από άλλον κόσμο- κάπου κοντά αλλά, ταυτόχρονα, μακρινό κόσμο, έναν κόσμο όπου οι κίνδυνοι που από τα λυμένα κορδόνια, της φαίνονταν ασήμαντοι πια. Το πρόσωπό της ήταν πανιασμένο, το βλέμμα συγκεχυμένο: η τραυματική εμπειρία πρωτίστως, η παραβίαση των ορίων της, η άρνηση της συνειδητοποίησης ή η έλλειψη συνειδητοποίησης για ό,τι είχε υποστεί (πολλές γυναίκες δεν αντιλαμβάνονται ότι κακοποιούνται ή χρειάζονται χρόνο να το συνειδητοποιήσουν), η απεγνωσμένη προσπάθειά της να εξωραΐσει αυτό που υπόκειτο πιστεύοντας ότι υπήρχε αμοιβαιότητα αλλά χωρίς συντονισμό (“προσπαθούσα να τον κάνω να με φιλήσει”), το σοκ της διάψευσης απ’ αυτόν που εξεθείαζε τη μεταπτυχιακή της εργασία (πρόκειται για τους άντρες που θέλοντας να κατακτούν και να αυτοπροβάλλονται μέσα από το σεξ, κολακεύουν τις γυναίκες για το πνεύμα, τα ψυχικά χαρίσματα και την προσωπικότητά τους χωρίς όμως να τα εκτιμούν ουσιαστικά, δίνοντας θετικές πρώτες εντυπώσεις ώστε να κερδίζουν χρόνο πριν προλάβει μια γυναίκα να συνειδητοποιήσει τη χειριστικότητα και τις προθέσεις τους), ο κλονισμός τής πίστης της στην αξία τής εργασίας της, το μετατραυματικό στρες, ο φόβος για νέα σχέση.

“Δεν ήθελα να απεικονίσω τη βία… Η ταινία είναι για την αγάπη, τη φιλία, την προσπάθεια για επούλωση και λιγότερο για τη βία…”, δηλώνει η σκηνοθέτιδα. Η εσωτερική διαδρομή της Άγκνες αρθρώνεται χωρίς χρονική συνέχεια- μια τέτοια διαδρομή δεν χαρακτηρίζεται από γραμμικότητα στο πέρασμα του χρόνου- με κεφάλαια που καλύπτουν μια περίοδο πέντε ετών και βασίζεται στον διάλογο και στη στατικότητα της κάμερας, αποφεύγοντας τη δραματοποίηση των καταστάσεων. Προκαλεί έκπληξη το ασυνήθιστο χιούμορ για ένα τέτοιο θέμα, που εκφέρεται ανέκφραστα- δεν μπορεί, όμως, να υπάρχουν ορισμένες ανάλαφρες στιγμές σε μια βασανιστική περίοδο, ανακουφιστικές τομές στη συνέχειά της;- σε μια ισορροπία με τον θλιμμένο τόνο που αν κι όχι πάντα επιτυχημένη, ωστόσο αποφορτίζει και μεταδίδει κινηματογραφική φρεσκάδα. Και, παρά το ότι δεν αναπτύσσονται οι δεύτεροι χαρακτήρες, παρά ορισμένους επιτηδευμένους διαλόγους στο πρώτο μέρος και το ότι το χιούμορ δεν λειτουργεί πάντα, αυτή η ιδιαίτερη ταινία διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον αγγίζοντάς μας με τη γυναικεία ματιά της που μεταδίδει την ψυχοσύνθεση τής Άγκνες (κι αντιλαμβανόμαστε ξανά πόσο δύσκολο είναι για έναν άντρα να μπει στη θέση μιας κακοποιημένης γυναίκας, όσο κι αν την καταλαβαίνει), με το συγκινητικό φινάλε, τις ερμηνείες της Βίκτορ στον κεντρικό ρόλο κι αυτές της Άκι και του Χέτζες ως Λυντί και Γκάβιν αντίστοιχα, και με την ατμόσφαιρα φαινομενικά συναισθηματικής αποστασιοποίησης, διαποτισμένης όμως με θλίψη, τρυφερότητα και θέρμη.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
 

 

 

 

 

 

 

Smart Search Module