Ο Μάικ Φλάναγκαν έχει φτιάξει το όνομά του μέσα από αξιοσημείωτες ταινίες τρόμου ή/κι διασκευές Στίβεν Κινγκ, κι ενώ η “Ζωή του Τσακ” βασίζεται σε νουβέλα του Κινγκ, ο μόνος τρόμος που συναντάμε είναι υπαρξιακός. Αυτό κάνει την ταινία κάτι σαν αποχώρηση για τον σκηνοθέτη, όμως με έναν παράδοξο τρόπο αυτή η διαδικασία εξερεύνησης που βρίσκεται στην καρδιά μιας καλής ιστορίας τρόμου, είναι κι εδώ παρούσα – παρέα με μια αγνή ανατριχίλα απέναντι στα όσα συναντά κανείς όταν κοιτάζει εκεί που φοβάται να κοιτάξει.
Ευρηματικά δομημένο ως μια ιστορία σε τρεις πράξεις μη χρονολογικά τοποθετημένες, το φιλμ ξεκινάει με μια μεγάλη παγκόσμια καταστροφή στην διάρκεια της οποίας η μεγάλη απορία στα στόματα όλων (εκτός από το «θα πεθάνουμε όλοι;;;;») είναι: «ποιος είναι αυτός ο Τσακ;». Τεράστια billboards ευχαριστούν τον 39χρονο άντρα με την μορφή του Τομ Χίντλστον, που κανείς δεν ξέρει ποιος είναι.
Υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο σε αυτές τις πρώτες σκηνές του φιλμ, όπου παρακολουθούμε χαρακτήρες που καλά-καλά δεν γνωρίζουμε, να βιώνουν με τον τρόπο τους τις πιθανώς τελευταίες τους στιγμές. Τι κάνεις, τι σκέφτεσαι, τι νιώθεις, όταν βλέπεις το τέλος να έρχεται; Πιθανότατα, θα ανατρέξεις (άλλοτε εν γνώσει σου, άλλοτε χωρίς να το συνειδητοποιείς) σε στιγμές που σε καθόρισαν, σε στιγμές στις οποίες θες να φωλιάσεις.
Η ενστικτώδης μνήμη και το παρελθόν που βρίσκεται σε ένα μόνιμο διάλογο με το παρόν και το μέλλον, είναι οι ιδέες που διατρέχουν το φιλμ σαν σκελετός. Όταν γνωρίζουμε τον Τσακ, είναι μέσα από μια αφήγηση (από τον Νικ Όφερμαν) που φλερτάρει με την χαριτωμενιά, όμως σε μια ξεκάθαρη σκηνή ανθολογίας, θα λειτουργήσει σαν επιπλέον όργανο σε έναν μουσικό ρυθμό, που παρασέρνει τον Τσακ σε ένα ξέσπασμα χορού που ούτε εμείς, ούτε ο ίδιος συνειδητοποιεί γιατί συνέβη.
Το βλέπεις όμως, και νιώθεις πως υπάρχει κάτι σε αυτόν τον φαινομενικά τόσο συνηθισμένο άντρα, κάτι το ανείπωτο και ανεξερεύνητο που τον κάνει ξεχωριστό. Όχι επειδή έχει κάτι το ιδιαίτερο, αλλά ακριβώς επειδή δεν έχει. Αυτή η σκηνή χορού είναι το οπτικό, ρυθμικό κι δραματουργικό επίκεντρο ενός φιλμ που μονίμως σε προκαλεί να μαντεύεις, και που μονίμως φλερτάρει με την εξυπνάδα και την συναισθηματική χειριστικότητα, χωρίς όμως στα αλήθεια να κυλά προς τα εκεί.
Αυτά τα πράγματα λειτουργούν πάντα διαφορετικά σε κάθε θεατή, όμως ακόμα κι αναγνωρίζοντας σε σημεία τον χειρισμό και την κατασκευή πίσω την ιστορία, βρήκα αδύνατο να μην παραδοθώ εν τέλει στην ταινία, βλέποντάς την βουρκωμένος στο μεγαλύτερο μέρος της. Υπάρχει μια Καπρα-ειδής επίγευση τελικά σε αυτή την ιστορία, αν ο Κάπρα τελοσπάντων ενδιαφερόταν να γυρίσει μια εναλλακτική προσέγγιση στην ιστορία φαντασμάτων, για τις ηχώ και τις αναμνήσεις ενός κόσμου που σβήνει.
Καθώς η ζωή του Τσακ ξετυλίγεται, απαντώντας κάποια ερωτήματα και θέτοντας καινούρια, ο Φλάναγκαν αναδεικνύει την μαγεία της κάθε μίας ύπαρξης, με τρόπο που στο τέλος του φιλμ μου φάνηκε τελικά και αξιοπρόσεκτα συγκρατημένος. Το ίδιο υλικό θα μπορούσε να έχει μεταφερθεί στην οθόνη σαν μια πλήρως cheesy πλαστικούρα, όμως η “Ζωή του Τσακ”, ακόμα κι αν ακροβατεί πολλές φορές αισθητικά και δραματουργικά, καταφέρνει να κεντράρει πάνω σε κάτι το βαθύ και αληθινό.
Ακριβώς όπως συμβαίνει και με τις ταινίες τρόμου, σαν αυτές που τόσο πετυχημένα δημιουργεί συνήθως ο Φλάναγκαν, το τίναγμα είτε λειτουργεί, είτε όχι. Αν σε πιάσει ο τρόμος, σε έπιασε. Αν δεν σε πιάσει, πάντα κάτι θα λείπει από την εμπειρία. Η “Ζωή του Τσακ”, αν και διαφορετική ως είδος και vibe, λειτουργεί περιέργως παρόμοια: Αν σε πιάσει, θα σε πιάσει για τα καλά. Αν όχι, θα αναρωτιέσαι γιατί ρουφάνε τις μύτες τους οι δίπλα.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
