Δεσμοφύλακας σε πτέρυγα φυλακής υψίστης ασφαλείας αντιλαμβάνεται πως ο κρατούμενος 017 που μεταφέρεται εκεί για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του είναι ο δολοφόνος του γιου της. Η αρχική της έκπληξη μετατρέπεται γρήγορα σε οργή που αναζητά εκδίκηση.
Το επόμενο κινηματογραφικό βήμα του νεαρού σκηνοθέτη Γκούσταβ Μέλερ, έπειτα από το πολυβραβευμένο σε διάφορες φεστιβαλικές διοργανώσεις «Ο Ένοχος» (2018), τον βρίσκει να παραμένει πιστός (σε γενικές γραμμές) στο μοτίβο εκείνου. Αν το προαναφερθέν περιόριζε τη δράση του εντός αστυνομικού Τμήματος, τούτο πράττει (σε πολύ μεγάλο βαθμό) το ίδιο με τους χώρους ενός σωφρονιστικού ιδρύματος. Οι δε προβληματισμοί του, σχετικά με τις διάφορες Αρχές εξουσίας και τον τρόπο με τον οποίο οι ένστολοι υπηρέτες τους διαμορφώνουν προσωπική συνείδηση και αξίες ευρισκόμενοι στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου, εμφανίζονται εκ νέου.
Η λεπτομέρεια που με ξένισε από την αρχή στο έργο και μ’ έκανε να το παρακολουθήσω με συγκατάβαση, είναι το γεγονός της μεταφοράς ενός βαρυποινίτη στη φυλακή όπου εργάζεται η μητέρα εκείνου… που σκότωσε (ο φόνος, μάλιστα, έγινε ενώ ήταν αμφότεροι φυλακισμένοι). Με όλη την προοδευτικότητα που διακρίνει τον σωφρονισμό στις βορειοευρωπαϊκές χώρες (και δη στη Δανία), θεωρώ πως είναι απίθανο να μην παρατηρηθεί μια τέτοιας σοβαρότητας παράμετρος. Αλλά ακόμη κι αν μπορεί να συμβεί με κάποιο τρόπο αυτό, περίμενα κάπως να αιτιολογηθεί σεναριακά και όχι να αφεθεί έτσι απλά στη μοίρα του. Το συγκεκριμένο κρούσμα αναληθοφάνειας καταλήγει να υποβαθμίζει την αξία της επιχειρούμενης μελέτης εγκλήματος, καθώς και τη γραμμή ενοχής την οποία ένας οργισμένος άνθρωπος ενδέχεται να ξεπεράσει, τυφλωμένος από το αίσθημα της εκδίκησης.
Η εναλλαγή συναισθημάτων από πλευράς της Εύα, από τη στιγμή που αντικρίζει το πρόσωπο του δολοφόνου του παιδιού της, ακολουθεί πορεία που θυμίζει έντονα το φιλμ αδελφών Νταρντέν «Ο Γιος» (2002). Η λύπη, ο θυμός και η οργή της μπορεί κατά βάθος να κρύβουν καλοσύνη και συγχώρεση, όση απάθεια ή βιαιότητα κι αν προσπαθεί να επιδείξει με τη συμπεριφορά της. Η ομοιότητα, εν τούτοις, της κλιμάκωσης κάποιων σκηνών ανάμεσα στα δύο φιλμ βγάζουν μάτι (ειδικά εκείνη στο δάσος), αν και εδώ ο Μέλερ παίζει σε σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό με το θριλερικό στοιχείο και ουχί με το ντοκιμαντερίστικα «ρεαλιστικό» των Βέλγων auteur.
Δίχως να εξυμνεί την τυφλή εκδικητική συμπεριφορά, ο Μέλερ δείχνει να επευφημεί τη σχετική συνθήκη, πόσω μάλλον όταν αυτή αιτιολογείται μέσω της μητρικής αγάπης, αλλά και της ανάγκης συγχώρεσης παρελθουσών σφαλμάτων τα οποία έχουν δημιουργήσει εύλογες τύψεις. Αναγνωρίζοντας πως οι γυναίκες μπορούν να επιδείξουν βίαιη τάση ανάλογη των ανδρών, οι «Δεσμώτες» αποκτούν χαρακτήρα παιχνιδιού γάτας με ποντίκι, όπου το ποιος έχει το πάνω χέρι είναι εξαρχής φανερό. Η προσπάθεια να θολώσει κάπως αυτή η βεβαιότητα μέσω της «απειλής» του εσωτερικού ελέγχου δεν είναι διόλου πειστική για να παρθεί τοις μετρητοίς, πλην όμως λειτουργεί ως ευκαιρία απαγκίστρωσης από τα στενά όρια των τεσσάρων τοίχων της φυλακής. Ελεύθερος (πια) από τα δεσμά της κράτησης, ο Μέλερ εκμεταλλεύεται το γεγονός στο ελάχιστο, κλείνοντας την ιστορία του με τρόπο όχι βεβιασμένο, αλλά ανώφελο, μιας και… όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. «Δεσμώτες» όνομα και πράγμα, δηλαδή.
ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Λιγότερο προβεβλημένο από τον «Ένοχο», δίχως πάντως να υστερεί έναντί του, το «Δεσμώτες» διαθέτει μία συναρπαστική (στη θεωρία) ιδέα, η οποία στην πράξη δεν μετουσιώνεται σε κάτι αντίστοιχο. Εάν δεν «κλωτσήσετε» με την (κατ’ εμέ) σεναριακή ατασθαλία που δίνει το έναυσμα της πλοκής, ενδέχεται ν’ απολαύσετε το έργο κάπως περισσότερο. Απευθύνεται στο ευρύ κοινό, ανεξαρτήτως ηλικίας και κινηματογραφικού γούστου.
Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr
