Με βάση ένα διήγημα του Στίβεν Κινγκ αυτή η ταινία που μάλλον υπερβολικά έχει ήδη κερδίσει ύμνους στο εξωτερικό, αφηγείται μια ακόμη απαισιόδοξη ιστορία, στην καρδιά της οποίας είναι το τέλος του κόσμου (θέμα που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει κάπως της… μόδας).
Χωρισμένη σε τρεις, σχεδόν ανόμοιες μεταξύ τους πράξεις (αρχίζει μάλιστα από την τρίτη), η ταινία θέλει να είναι μια στενάχωρη αλλά συγχρόνως «διασκεδαστική» ματιά πάνω στην ιδέα του ενδεχόμενου ότι ο κόσμος πλησιάζει στο τέλος του (το internet πέφτει και η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει).
Ο δε Τσακ του τίτλου που έχει την μορφή του Τομ Χίντλεστον, δείχνει να είναι το μυστηριώδες κλειδί της υπόθεσης, ένας άνθρωπος που ενδεχομένως κρύβει το μυστικό για όλη αυτή την πολύ παράξενη φάση της ανθρωπότητας, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, αν και όλοι καταλαβαίνουμε τι θέλει ουσιαστικά να πει. H τρίτη πράξη που όμως είναι η πρώτη που βλέπουμε στην ταινία, είναι και η καλύτερη με τον Τσιγουετέλ Ετζοφόρ σε έναν ρόλο με τον οποίο μπορείς να ταυτιστείς – ενός καθηγητή που προσπαθεί να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία το γεγονός ότι απλώς όλα κάποια στιγμή τελειώνουν.
Το κάπως ξεκάρφωτο χάιλαϊτ στο όλο εγχείρημα είναι μια χορευτική σκηνή δρόμου (στη δεύτερη πράξη) γυρισμένη όντως δεξιοτεχνικά, αλλά που σου δίνει την εντύπωση ότι γυρίστηκε απλώ για να γυριστεί. Ο Χίντλεστον (που είναι στην πραγματικότητα καλός χορευτής) σε κερδίζει με το γνήσιο πάθος του αλλά εν παύει να είναι μια σκηνή φιγούρας, ένα show off που δεν εξυπηρετεί σε κάτι την ταινία. Γενικότερα όμως, όταν η «Ζωή του Τσακ» τελειώνει, το πρώτο που πράγμα που σου έρχεται να κάνεις είναι να ξύσεις το κεφάλι σου αναρωτώμενος: μα τι ακριβώς είδα;
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
