HOME, THE - Δημήτρης Κολιοδήμος

Ο Μαξ, ένας νεαρός άνδρας που δεν έχει ακόμη συνέλθει από τον χαμό του αδελφού του, συλλαμβάνεται, δικάζεται και καταδικάζεται να υπηρετήσει σ’ έναν οίκο ευγηρίας, όπου σιγά-σιγά αρχίζει να πιστεύει ότι οι οικότροφοι και οι φροντιστές τους κρύβουν κάποια σκοτεινά μυστικά.

Τι συμβαίνει με τον Μαξ; Είναι ένας κατ’ επανάληψη παραβατικός νέος, που τελικά πρέπει να πληρώσει την έκνομη συμπεριφορά του, φροντίζοντας τους ηλικιωμένους ενός γηροκομείου, για να μην κλειστεί στη φυλακή, όπως όρισε πρόσφατα το δικαστήριο; Είναι ένας φαντασιόπληκτος νεαρός, που φαντάζεται αβάσιμα πράγματα και χώνεται εκεί που δεν τον σπέρνουν, αγνοώντας εντολές και προειδοποιήσεις, νομίζοντας ότι επιτελεί θεάρεστο έργο; Είναι το ιδανικό θύμα μιας σατανικής συνομωσίας που έχει εξυφανθεί πριν από πολλά χρόνια, είναι γνωστή σε κάποιους μυημένους μόνο, και παραμένει κρυφή από τον υπόλοιπο κόσμο σαν επτασφράγιστο μυστικό;

Η ταινία του Τζέιμς ΝτεΜόνακο, σε σενάριο του σκηνοθέτη της και του Άνταμ Κάντορ, παίζει και με τις τρεις παραπάνω εκδοχές, στήνοντας εξαρχής μία ατμόσφαιρα μυστηρίου, την οποία συντηρεί με συνέπεια καθ’ όλη τη διάρκειά της, εξελίσσεται όλο και πιο ανατριχιαστική, μέχρι να μας οδηγήσει στο λυτρωτικό φινάλε της. Η σωστή ενοποίηση των επιμέρους αφηγηματικών νημάτων δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις και φωτίζει το μυστήριο, αποκαλύπτοντάς μας όχι τη φαυλότητα μιας ομάδας ανθρώπων, αλλά την απόλυτη προσήλωσή τους σ’ έναν υπέροχο (για εκείνους) σκοπό, που δεν έπαψε ποτέ ν’ αποτελεί επιδίωξη… ολόκληρης της ανθρωπότητας!

Εκκίνηση της αφήγησης αποτελεί η σύλληψη του Μαξ (Πιτ Ντέιβιντσον) για κάτι που στη χώρα μας θεωρείται «κεκτημένο δικαίωμα» κάθε ανώνυμου «καλλιτέχνη»: το γράψιμο ή το ζωγράφισμα στον τοίχο ενός κτηρίου, το κοινώς λεγόμενο graffiti, που στην πραγματικότητα είναι μία πράξη βανδαλισμού. Επειδή ο θετός πατέρας του (Βίκτορ Γουίλιαμς) γνωρίζει τον δικαστή, γλυτώνει τη φυλακή και καταδικάζεται σε τετράμηνη κοινωνική εργασία σ’ έναν ιδιότυπο οίκο ευγηρίας. Με την άφιξή του εκεί, του γίνεται σαφές ότι η είσοδός του στον τέταρτο όροφο απαγορεύεται, αλλά εκείνος παρακούει την εντολή και, πριν γίνει αντιληπτός από το προσωπικό, γίνεται μάρτυρας μιας ερωτικής συνεύρεσης δύο ηλικιωμένων και μιας κακοποίησης των οικότροφων. Ή νομίζει ότι έγινε μάρτυρας…

Στους τρεις πρώτους ορόφους, οι οικότροφοι περνούν υπέροχα! Σ’ αυτό συμβάλει τα μέγιστα ο Λου (Τζον Γκλόβερ), που διδάσκει υποκριτική στους άλλους, και ο δόκτωρ Σέιμπιαν (Μπρους Όλτμαν), που κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να διατηρείται η υγιεινή διατροφή τους και η καλή φυσική τους κατάσταση. Και, βέβαια, υπάρχει και η Νόρμα (Μέρι Μπεθ Πιλ), που δείχνει μια ιδιαίτερη συμπάθεια προς τον Μαξ, αλλά και που του δίνει να καταλάβει ότι του κρύβει κάτι. Υπάρχει, όντως, κάποιο μυστικό που «στοιχειώνει» τον Οίκο ή όχι; Ο ξαφνικός θάνατος της Νόρμα μάλλον επιβεβαιώνει την υποψία ότι κάτι περίεργο συμβαίνει και δυο-τρία άλλα περιστατικά, φαινομενικά τυχαία και ουδέτερα, συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση.

Γεγονός ή φαντασίωση; Οι Κάντορ και ΝτεΜόνακο δημιουργούν ένα αποτελεσματικό θρίλερ με όχημα μία φαινομενικά συνηθισμένη ιστορία, στην οποία εισάγουν ένα ασυνήθιστο στοιχείο που προσθέτει έναν τόνο παράνοιας, μετατρέποντας τον πρωταγωνιστή τους σε ήρωα ταινίας δράσης. Ή μιας ταινίας με αιμοδιψείς βρικόλακες, με τη διαφορά ότι εδώ τα πλάσματα της νύχτας κυκλοφορούν ανάμεσά μας και με το φως του ήλιου και δεν ρουφούν ένα ζωογόνο γι’ αυτά «κόκκινο» υγρό, αλλά ένα άλλο, πιο δυσεύρετο, πλην όμως εξίσου αναζωογονητικά πολύτιμο.

Προφανώς, η ταινία έχει τα μυστικά της, τα οποία φυσικά και δεν επιθυμώ να αποκαλύψω! Θα σας πω, ωστόσο, ότι (μέχρις ενός βαθμού) μου θύμισε ένα παλαιότερο θρίλερ του Μάικλ Κράιτον, «Το Μυστήριο του Θαλάμου 8» (1978), ενώ το τέλος της είχε πάνω μου την ίδια καταλυτική επίδραση μ’ εκείνο της ταινίας του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ «Ανατριχίλες» (1975). Ζούμε σ’ έναν αφιλόξενο και εχθρικό κόσμο, στον οποίο καλό θα ήταν να μην εμπιστευόμαστε κανέναν – ούτε καν τα πολύ στενά μας πρόσωπα. Για να μην πω… ιδίως αυτά!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το «Σπίτι μου, Σπιτάκι μου» νομίζω θα ήταν ένας… πολύ πιο ταιριαστός τίτλος για την ταινία! Που παίζει επιτυχώς με τον θεατή ένα σατανικό παιχνίδι γάτας και ποντικού. Οι καλές ερμηνείες και ο εντυπωσιακός σκηνικός διάκοσμος συντελούν στην πειστική απεικόνιση ενός μυστηρίου και, βήμα-βήμα, οδηγούν σ’ ένα σωτήριο… λουτρό αίματος.

Δημήτρης Κολιοδήμος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module