Ένας άξιος σεβασμού χαρακτήρας που επιδιώκει φανατικά τη θέωση
Όρθιος ο ερημίτης Σιμών πάνω στον στύλο όπου ζει, πιστεύει ότι στέκεται ψηλότερα από τα επίγεια πάθη, ότι βρίσκεται πιο κοντά στο βασίλειο των ουρανών. Τρώει και πίνει ελάχιστα αλλά όταν βασανίζεται από την πείνα και τη δίψα που θεωρεί ως βιολογικούς πειρασμούς, επικρίνει τον εαυτό του ως ανάξιο του Θεού – και περιορίζει ακόμα περισσότερο τροφή και νερό: για τον Σιμών, η στέρηση, το βάσανο και η αυτοτιμωρία είναι μονόδρομος προς τη θέωση. Αφιερώνει όλη την ημέρα στην προσευχή και τη μετάνοια, με πλήθος κόσμου να συρρέει για να προσευχηθεί μαζί του. Ορισμένοι πλούσιοι πηγαίνουν για να του προσφέρουν ακριβό δώρο ως ανταπόδοση για ένα καλό που τους έχει κάνει (ένας θα χτίσει ψηλότερο στύλο για τον Σιμών), πολλοί για να του ζητήσουν ένα θαύμα: κι όταν ο Σιμών ξαναδώσει σ’ έναν άντρα τα κομμένα του χέρια, ο θεραπευμένος δεν θα αισθανθεί ευγνωμοσύνη, ούτε καν ικανοποίηση – μάλιστα, με τα επανακτημένα χέρια χτυπά τη μικρή του κόρη, σε μια προφανώς συνηθισμένη συμπεριφορά του. Για τους περισσότερους, ο Σιμών είναι θέαμα (ο Μπουνιουέλ παρεμβάλλει ένα πλάνο με αιγοπρόβατα που κι αυτά ακολουθούν τους ανθρώπους που συρρέουν) ή μια ύπαρξη κοντά στον Θεό από την οποία επιδιώκουν να καταστούν λήπτες της θεϊκής χάρης ή απτών θαυμάτων πιστεύοντας ότι ο Θεός οφείλει να ανταμείβει τους πιστούς του. Ο Σιμών δεν αντιλαμβάνεται ότι για τους περισσότερους, η πίστη δεν έχει πνευματική ρίζα παρά μόνο χρηστική αξία ή ότι κληρονομείται στο πλαίσιο μιας παράδοσης
Ο Σιμών αρνείται το χρίσμα της ιεροσύνης από τους εκπροσώπους της εκκλησίας που παρίστανται στην έρημο, πιστεύοντας ότι είναι αμαρτωλός – κι όχι γιατί αντιλαμβάνεται ότι αγιοποιώντας θνητούς, η εκκλησία εμπεδώνει στους ανθρώπους τη νομιμοποίησή της ως ο επίγειος εκπρόσωπος του Θεού (επικρίνει, όμως, έναν ξυρισμένο νεαρό μοναχό με τη βεβαιότητα ότι η εμφανισιακή διαφοροποίηση σημαίνει ότι το ένα πόδι πατά στα εγκόσμια). Ο Μπουνιουέλ που σατίριζε και ειρωνευόταν την Καθολική Εκκλησία, θα σαρκάσει τους λειτουργούς της οργανωμένης θρησκείας και την ίδια τη θρησκεία: η ύπαρξη ενός δαιμονισμένου ανάμεσα στους ιερωμένους προκαλεί διαμάχη ανάμεσά τους με ανταλλαγές από ξόρκια, όπως “Ζήτω ο Χριστός!” ενάντια στο “Θάνατος στον Χριστό!”, “Ζήτω η Ανάσταση!” ενάντια στο “Θάνατος στην Ανάσταση!”- πριν το “Ζήτω η Αποκατάσταση!” προκαλέσει αμηχανία λόγω άγνοιας του νοήματός της!
«Ο άνθρωπος είναι το ατελέστερο από τα δημιουργήματά Σου. Η παρουσία του με απομακρύνει από Εσένα», λέει ο Σιμών που θέλει να παραδειγματίσει με τη ζωή του: πώς, όμως, να βοηθήσει αποτελεσματικά τους ανθρώπους όταν η υπαρξιακή του αγωνία, μακριά από ο,τιδήποτε εγκόσμιο ενόσω υπόκειται την υλική του υπόσταση, αδυνατεί- ή, αδιαφορεί;- να κατανοήσει την πραγματικότητα του κόσμου μας; (είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ ο Σιμών έχει υπερβεί την επιθυμία της ιδιοκτησίας, ωστόσο δεν ενδιαφέρεται να αντιληφθεί τα κίνητρά της). Η απόλυτη ταπεινότητα (ο Σιμών ευλογεί τα μικροσκοπικά έντομα, μέχρι κι ένα κομματάκι λαχανικών που βγάζει από τα δόντια) και το ψυχικό σθένος ανθρώπων σαν τον Σιμών προκαλούν θαυμασμό, ωστόσο δεν εμπνέουν σε αλλαγή του γνώριμου τρόπου ζωής, μακριά από ιδιοτελή κίνητρα, αναλγησία, διαχωρισμούς και περιχαρακώσεις, επιθυμία εξουσίας, υποδύσεις ρόλων, δραματοποιημένες αναπαραστάσεις που εκλαμβάνονται ως αληθινά συναισθήματα, πλαστές ανάγκες που εκλαμβάνονται ως ζωτικές, προκατασκευασμένες απαντήσεις που εκλαμβάνονται ως προσωπικές κι αναπαράγονται για να επιβληθούν απόψεις παρά ως μέσο επικοινωνίας. Δεν μπορεί να αλλάξει ένας τέτοιος κόσμος μόνο από τη στάση και τα κηρύγματα ανθρώπων σαν τον Σιμών- ούτε, βέβαια, χωρίς την ανάληψη της υπαρξιακής μας ευθύνης.
– «Γιατί είσαι τόσο περήφανος γιε μου;» τον ρωτά η μητέρα του όταν ο Σιμών την αποχαιρετά ώστε να αφοσιωθεί στον Θεό.
– «Είμαι περήφανος για την ελευθερία μου… ή τη σκλαβιά μου».
Δεν είναι θεολογικώς αμαρτία η περηφάνια του Σιμών; Όταν ο Σιμών δεν αναγνωρίσει τον μεταμορφωμένο Σατανά, αποφασίζει να στέκεται μόνο στο ένα πόδι του πια: επιδιώκοντας την τελειότητα- ή, άραγε, την εξιδανικευμένη υποκρισία;- η σημασία κάθε λάθους διογκώνεται με σκοπό τον αυτοθαυμασμό για την αγόγγυστη επιδίωξη μιας αψεγάδιαστης ηθικής. Πού συγχέεται η αγνότητα της πίστης με την ακρότητα και τον παραλογισμό της εμμονής, πού συγχέεται η λυτρωτική απάρνηση του γνώριμου εαυτού με την ιερή μανία της αντικατάστασής του με έναν βελτιωμένο άλλον; Ποια θρησκεία μπορεί να θεωρηθεί ως φυσιολογική διδάσκοντας ότι το σώμα είναι η φυλακή της ψυχής; Δεν είναι, πνευματική σκλαβιά το κήρυγμα ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανακαλύψει τον εαυτό του και την αιώνια αλήθεια μαζί με τους άλλους παρά μόνο με τη διαμεσολάβηση των φωτισμένων δασκάλων και των ιερών γραφών;
Ο Σιμών επικρίνει έναν ιερωμένο που παρατήρησε μία γυναίκα αντί να αποστρέψει το βλέμμα του. όμως, αυτή η άκριτη, θρησκοληπτική, κατά γράμμα υιοθέτηση των ιερών εδαφίων γεννά το αντίθετό της: κι ο κατά Μπουνιουέλ Σατανάς είναι μια θελκτική, παιχνιδιάρα και περιπαιχτική γυναίκα που με μεταμορφώσεις επιχειρεί να παραπλανήσει κι αποπλανήσει τον ηρωικά αντιστεκόμενο Σιμών- η απολυτότητά του, όμως, δεν οδηγεί στην αγιοσύνη παρά στην απελπισμένη αποκάλυψη τού πεπερασμένου των προσπαθειών του. Μάλιστα, ο Σατανάς, ως εκπεσών άγγελος, έχει γνωρίσει τον Θεό, σε αντίθεση με τον Σιμών και τους πιστούς που μόνο τον φαντάζονται- άρα, κάτι παραπάνω ξέρει γι’ αυτόν! Διαβάζουμε ότι η απεικόνιση του Σατανά ως γυναίκα προκάλεσε συζητήσεις- και στ’ αλήθεια ξενίζει – από την άλλη, όμως, μπορεί να ερμηνευτεί ως μια εκδίκηση της φύσης, ενσαρκωμένης ως γυναίκα: γιατί, η θρησκεία θεωρεί τις γυναίκες ως φορείς αμαρτίας, ο Θεός θεωρείται άντρας στις οργανωμένες θρησκείες και οι θρησκευτικές οργανώσεις καθοδηγούνται από άντρες.
«Ο παραγωγός μού πρόσφερε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσω στο Μεξικό μια ταινία πάνω στην εκπληκτική προσωπικότητα του Αγίου Συμεών του Στυλίτη» είχε δηλώσει ο Μπουνιουέλ. Παρά το κοινωνικά ανώφελο του ακραίου ασκητισμού του Σιμών, ο γνωστός “βλάσφημος” Μπουνιουέλ εκφράζει σεβασμό γι’ αυτόν χάρη στη σαρωτική ειλικρίνεια, την ιδεολογική συνέπεια και τις άδολες προθέσεις του. Κινηματογραφώντας τον με την κάμερα κάτω από το επίπεδο των ματιών του, τού προσδίδει ηθικό ανάστημα ενώ η απεικόνιση των πληγών στο σώμα του παραπέμπει στην υποκρισία της εκκλησίας και τον εγωκεντρισμό των ανθρώπων. Και, οι ονειρικές σκηνές του σουρρεαλιστή Μπουνιουέλ που παρεμβάλλονται στην πραγματικότητα, τονίζουν την αγνότητα των ανεπίγνωστων αντιφάσεών του.
Υ.Γ. Το τελευταίο κεφάλαιο της ταινίας είναι ξεκομμένο δραματουργικά από τα προηγούμενα και δίνει την αίσθηση του βιαστικού: ο Μπουνιουέλ το είχε αποδώσει στην έλλειψη χρημάτων του παραγωγού. Έστω κι έτσι, πετυχαίνει νοηματική σύνδεση με την προηγούμενη ζωή του Σιμών ο οποίος αδυνατεί- ή αδιαφορεί;- να κατανοήσει και τον νέο κόσμο ξέφρενης σωματικότητας- που κι αυτός κατέληξε σε μια διαφορετική αναπαραγωγή του παλιού, γνωστού κόσμου…
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
