Ο ιδιοκτήτης μιας ασθμαίνουσας ομάδας της Formula 1 στρατολογεί τον παλιό του συνάδελφο για να καθοδηγήσει το νεαρό ταλέντο της ομάδας και μαζί να κατακτήσουν τον πρώτο της τίτλο.
Αθλητική περιπέτεια από τον παραγωγό (Τζέρι Μπράκχαϊμερ), τον σκηνοθέτη (Τζόζεφ Κοζίνσκι), τον σεναριογράφο (Έρεν Κρούγκερ), τον διευθυντή φωτογραφίας (Κλαούντιο Μιράντα) και τον συνθέτη (Χανς Ζίμερ) που έφτιαξαν το «Top Gun: Maverick» (2022). Οι συντελεστές εφαρμόζουν εδώ την ίδια αφηγηματική και τεχνική συνταγή. Μια ιστορία για έναν αποσυρμένο ατίθασο βετεράνο που ανακαλείται στη δράση για να εκτελέσει μια φαινομενικά αδύνατη αποστολή, γυρισμένη με ευρυγώνιες κάμερες τοποθετημένες πάνω και μέσα στα μονοθέσια, ώστε να καταγράψουν την ταχύτητα και την ατμόσφαιρα με όσο το δυνατό μεγαλύτερη αληθοφάνεια- και το καταφέρνουν θεαματικά γι’ ακόμα μια φορά.
Εξίσου σημαντικό για την πιστότητα της ταινίας, είναι το ότι υλοποιήθηκε σε απόλυτη συνεργασία με την FIA και το Formula One Group, σε τέτοιο βαθμό ώστε ουσιαστικά ν’ αποτελεί ένα πολυτελές διαφημιστικό για τον οργανισμό και το άθλημα. Ενδεικτικά, ο αφαιρετικός λογότυπος του οργανισμού όπως τον σχεδίασε το 2017 το γραφείο Wieden + Kennedy αποτελεί και τον λογότυπο της ταινίας. Επίσης, οι συντελεστές είχαν πλήρη πρόσβαση για γύρισμα στη διάρκεια των αληθινών αγώνων ώστε να μεταφέρουν την ατμόσφαιρά τους στην ταινία, ενώ πλήθος οδηγών, τεχνικών κι ιδιοκτητών ομάδων κάνουν φευγαλέα περάσματα, μεταξύ των οποίων ο Λούις Χάμιλτον που συμμετέχει επίσης στην παραγωγή.
Συνολικά, η ταινία είναι γρήγορη, σέξι κι εντυπωσιακή, προσφέροντας με το παραπάνω το θέαμα που υπόσχεται. Η χαλαρή μελαγχολική περσόνα του Πιτ κι η ασυγκράτητη φιλοδοξία του Ίντρις όπως ζυγίζονται από τη σύνεση της Κόντον, ο μινιμαλιστικά φουτουριστικός ασπρόμαυρος σχεδιασμός της παραγωγής από τους Μαρκ Τίλντσλι και Μπεν Μανρό, οι ποικίλες κι εξαντλητικά διεισδυτικές λήψεις προσφέρουν πολύπλευρο θέαμα κυριολεκτικά μέσα από το κέντρο της δράσης, που ενισχύονται από τον οσκαρικού επιπέδου ηχητικό σχεδιασμό.
Ωστόσο, λόγω της ίδιας δημιουργικής ομάδας και της σκόπιμης επανάληψης του φορμά του «Maverick», η σύγκριση είναι αναπόφευκτη: εδώ το σενάριο δεν καταφέρνει ποτέ ν’ αποκτήσει το συναισθηματικό βάρος και την κρισιμότητα του διακυβεύματος του αεροπορικού έπους, τα αεροπλάνα είναι πιο εντυπωσιακά από τ’ αυτοκίνητα, ενώ όσο γοητευτικός κι αν παραμένει, ο Πιτ δε διαθέτει την πυγμή και την ηγετική στόφα του Τομ Κρουζ.
Νίκος Τσαγκαράκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα patris.gr
