F1: Η ΤΑΙΝΙΑ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Λίγα χρόνια μετά τον θρίαμβο του “Top Gun: Maverick”, ο σκηνοθέτης Τζόζεφ Κοζίνσκι επιστρέφει με ένα φιλμ που σε πολλά του σημεία μοιάζει με εντυπωσιακότερο(!) ριμέικ της ταινίας με τον Τομ Κρουζ. Έχουμε και πάλι να κάνουμε με ταχύτητα που εκφράζεται τόσο οπτικά αλλά κυρίως ηχητικά, και με την ιστορία ενός τίμιου βετεράνου κολλημένου στις δικές του συνήθειες ενός απτού κόσμου που χάνεται, ο οποίος μπαίνει ξανά στο κόκπιτ για να καθοδηγήσει τους νέους – και να τους δείξει Πώς Γίνεται.

Υπάρχει κάτι βαθιά αμερικάνικο σε αυτές τις ιστορίες του Κοζίνσκι, οριακά καουμπόικο κιόλας σε σημεία. Ο έμπειρος ήρωας που ζει μακριά από νεωτερισμούς κι από δομές ελέγχου και καθοδήγησης, που ακολουθεί μόνο το δικό του εσωτερικό εγχειρίδιο κανόνων και παλιομοδίτικης ηθικής, που ζει στο όριο αγνοώντας τις διαταγές. Ακόμα κι η είσοδος του παλαίμαχου Χέιζ (Μπραντ Πιτ) στο γκαράζ της νέας του ομάδας, γίνεται με ένα καδράρισμα που παραπέμπει σε μοναχικό καουμπόη που κινείται μακριά, στον ορίζοντα.

Ο Χέιζ είναι λοιπόν ο παλαίμαχος, η πάλαι ποτέ μεγάλη ελπίδα του αθλήματος, που ύστερα από ένα τραυματισμό αποσύρθηκε, και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του απλά οδηγώντας. Προς κάπου. Κυνηγώντας τη μία μοναχική στιγμή που θα βρίσκεται αυτός, μόνος του, αντιμέτωπος με τον Δρόμο. Τα φέρνει έτσι η μοίρα που ο παλιός του συνοδηγός τον βγάζει από την αφάνεια, προσφέροντάς του μια θέση στην ουραγό ομάδα στην οποία τώρα εκείνος είναι τεχνικός διευθυντής. (Στο ρόλο ο Χαβιέ Μπαρδέμ, αστείος, συγκινητικός, γοητευτικός… τελειοποιώντας την τέχνη του β’ ρόλου, μια διαρκής απόλαυση.)

Ο Χέιζ έρχεται με ξεροκεφαλιά αλλά και ταλέντο, θέλοντας να βοηθήσει την ομάδα, να βοηθήσει τον ανερχόμενο ομόσταυλό του, και αν οι συνθήκες το επιτρέψουν, να κάνει κάτι και για τον εαυτό του. Η ιστορία δεν είναι πρωτότυπη, και με ευκολία μπορείς να δεις πού οδηγούν όλα και με τι τρόπο, όμως ήδη στη βάση της διαθέτει μια τέτοια μελαγχολική διάσταση καθώς μιλά για υποτιθέμενες θριαμβευτικές ζωές και καριέρες που ποτέ δεν ζήστηκαν, ποτέ δεν πραγματώθηκαν. Πώς να είναι να ζεις μια ζωή στη σκιά μιας άλλης βερσιόν σου;

Πάνω σε αυτό το υλικό, το οποίο υπηρετεί εξαιρετικά ο Μπραντ Πιτ σε έναν πολύ δυνατό και ολοκληρωμένο ρόλο, ο Κοζίνσκι χτίζει μαζί με τον Έρεν Κρούγκερ στο σενάριο, ένα πολύ αποτελεσματικό μελόδραμα ηρωισμού, αυταπάρνησης, ευφυίας, δύναμης και ταλέντου, που ακολουθεί έναν ήρωα σε διαρκείς συγκρούσεις – με τον εαυτό και τους γύρω του. Έχει ξεχαστεί κάπως αυτό, αλλά μέσα σε όλα το “Top Gun: Maverick” ήταν υποψήφιο και για Όσκαρ Σεναρίου, κάτι που δικαιολογείται ακόμα περισσότερο εκ των υστέρων και εδώ: Δεν υπάρχει στο φιλμ κάτι καινοτόμο, αλλά είναι τα πάντα τόσο ιδανικά δομημένα, με τέλειο ρυθμό, ένταση, δραματικό υπόστρωμα, χιούμορ, ανάσες.

Και ταχύτητα φυσικά. Ο Κοζίνσκι και πάλι μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας Κλαούντιο Μιράντα ακολουθούν τη δράση έχοντας μια εντυπωσιακά καθαρή αίσθηση γεωγραφίας και δράσης μέσα στο σιρκουί. Με ευρεία κάδρα που επιτρέπουν σε πιλότους, αυτοκίνητα και άσφαλτο να βρουν μεν τον χώρου τους, αλλά χωρίς ποτέ ως θεατής να μην χάνεις την αίσθηση της πίεσης και της κίνησης. Υπάρχει ακόμα και μια τεχνική λήψης που ξεκινάει ως ένα υποκειμενικό πλάνο που κοιτάζει τον δρόμο, αλλά που πάνω στο γκάζωμα η κάμερα στρίβει δυνατά προς τα πίσω, στρεφόμενη έξαφνα προς τον πιλότο που οδηγεί.

Το μοντάζ είναι επίσης εξαιρετικό και, μαζί με την γεμάτη παλμό μουσική ενός ανανεωμένο Χανς Τσίμερ, δημιουργούν ένα απίστευτο αισθητικό αποτέλεσμα, όπου η δράση είναι συνεχής (καθώς μέσα από αυτήν στην ουσία ξετυλίγεται δραματουργικά το έργο), πάντα έντονη, πάντα καθαρή, και ποτέ επαναλαμβανόμενη. Ακόμα κι αν σε αρκετά σημεία φτάνει στα όρια της καρτούν λογικής, κάτι που δεν είναι κακό από μόνο του, απλά έρχεται σε κόντρα με το ρεαλιστικό πλαίσιο του φιλμ, όπου τα πάντα έχουν γίνει σε συνεννόηση με την ίδια την F1, τους οδηγούς, τους διευθυντές, ακόμα και τους χορηγούς της.

Διότι ναι, υπάρχουν τέτοια προβλήματα στο φιλμ. Είναι δύσκολο σε σημεία να συμβιβάσεις την ιδέα μιας αρχετυπικά φαντασιακής ιστορίας ενός περιθωριακού, παλιομοδίτικου ήρωα, με ένα πλαίσιο διαρκούς μάρκετινγκ, brands και εταιρικών εγκρίσεων – σαν το πιο καλοφτιαγμένο native προϊόν που έχουμε δει από τη “Barbie” κι έπειτα. Όπως και –μιλώντας για branding– είναι ίσως δύσκολο για κάποιους θεατές (ανάμεσά τους κι ο υπογράφων) να χωνέψουν ένα τέτοιο εξόφθαλμο προϊόν διαχείρισης του ίματζ του Μπραντ Πιτ μετά τα όσα βγήκαν στο φως για την συμπεριφορά του απέναντι στην Αντζελίνα Τζολί και τα παιδιά τους.

Είναι δύσκολο να μην έχω διαρκώς αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου, αλλά μετά, είναι τόσο συχνές οι στιγμές που χανόμαστε σε γιγάντιες πίστες, υπό τον εκκωφαντικό ήχο πανίσχυρων μηχανών, που κάνουν το φιλμ μια εμπειρία σε ένα άλλο, σχεδόν αφαιρετικό επίπεδο που αφήνει τα πάντα πίσω. Ναι, υπάρχει ένα σχηματικό στόρι που ακολουθείται, αλλά εν τέλει τα πάντα λειτουργούν απλώς υποστηρικτικά ως προς το αγνό θέαμα.

Ακούγεται μειωτικό, αλλά δεν είναι: Ο Κοζίνσκι είναι εντυπωσιακός στο να δουλεύει σε πράγματα τεράστιου εύρους και μεγέθους, γιατί ξέρει πώς να γεμίζει τους χώρους και τις διαστάσεις. Ξέρει πώς να γεμίσει έναν άδειο πλανήτη στο “Oblivion”, ξέρει πώς να χορογραφήσει δράση και πινελιές ψηφιακής ομορφιάς στον αχανή CGI κόσμο του “Tron: Legacy” (εκεί όπου, by the way, τα πάντα επίσης κρέμονται από τον ηρωισμό μιας γέρικης φιγούρας σε έναν εχθρικό, εξελιγμένο κόσμο και έναν απόκοσμα νεανικό avatar), και ξέρει πώς να παραδώσει ένα οπτικοακουστικά μεστό υπερθέαμα σαν το “F1” (και νωρίτερα το “Top Gun: Maverick”).

Ξέρει πότε να πατήσει το πόδι στο γκάζι, και πότε να αφήσει το γυαλιστερό όχημά του να γλιστρήσει μες στη νύχτα. (Υπάρχει μια νυχτερινή μπαλκονάτη σκηνή που ορκίζομαι πως είχε την “Ένταση” του Μάικλ Μαν στο μυαλό του όταν τη γύριζε.) Ξέρει πώς να χρησιμοποιεί ένα φανταστικό καστ ώστε να δίνουν όλοι πινελιές χαρακτήρα σε μια περιπέτεια που θα κινδύνετε να παραγίνει μηχανική. Και ξέρει πώς να αποτυπώσει μέγεθος, και βάθος στη δράση.

Το “F1” είναι κάπως σαν μια τέλεια εκτέλεση ενός πράγματος που έχουμε δει αμέτρητες φορές, αλλά για να έρθουμε λίγο και στο αθλητικό προκείμενο, αυτό δεν είναι κάτι περίεργο ή κατακριτέο. Η ίδια η Φόρμουλα 1 βασίζεται στην ιδέα των πολλαπλών επαναλήψεων του ίδιου γύρου, ξανά και ξανά, με την εκτέλεση και την τεχνική να βελτιώνουν την επίδοση κατά χιλιοστά του δευτερολέπτου τη φορά. Είναι σαν ο Κοζίνσκι να ψάχνει αυτή την τεχνική τελειότητα με τις ταινίες του, ακόμα κι αν εξερευνά παρόμοιες διαδρομές. Ποιος άνθρωπος δεν θέλει να δει έναν σπουδαίο πιλότο να παίρνει για μια ακόμα φορά την πιο απολαυστική στροφή ενός σιρκουί; Ποτέ δεν ξέρεις – κάποια από αυτές τις φορές, θα είναι η τελειότερη.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module