Οι ταινίες αυτής της ύστερης περιόδου του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ (όπως δηλαδή ίσχυε και για τα “Εγκλήματα του Μέλλοντος”) λειτουργούν σε ένα επίπεδο απευθείας συναισθηματισμού και στοχασμού, όπου οι κλασικοί φορμαλιστικοί και ακαδημαϊκοί κανόνες μοιάζουν με κάτι που ο σκηνοθέτης έχει αφήσει κάπως πίσω του, σα να μην έχει όρεξη πια για αυτούς.
(Δεν είναι φυσικά ο μόνος. Είναι τρομερά ενδιαφέρον σε τι εξελίσσεται το στυλ των μεγάλων masters όταν στοχεύουν πρωτίστως σε έναν πλούτο συναισθήματος και ιδεών, και όχι φόρμας – βλέπε και αρκετά από τα ύστερα φιλμ του Κλιντ Ίστγουντ, και φυσικά πρωτίστως το “Megalopolis” του Φράνσις Φορντ Κόπολα.)
Ο άρχοντας του body horror έχει εξελίξει την εμμονή του με το σώμα, φτάνοντας πλέον την συλλογιστική του στο φυσικό της τελείωμα: τον θάνατο. Ο Κρόνενμπεργκ πάντα πίστευε πως τα πάντα είναι το σώμα και το σώμα είναι τα πάντα, οπότε πώς μπορεί να μπει στην εξίσωση η ιδέα της απώλειας; Πώς συνδέεται μια ολοκληρωτικά υλική και σωματική απόλαυση και ανάγνωση της ύπαρξης, με την ολοκληρωτική απουσία;
Στον “Κύριο των Νεκρών”, ο Κρόνενμπεργκ βάζει τον Βενσάν Κασέλ να μετατραπεί για λίγο σε κάτι-σαν-Κρόνενμπεργκ, έναν μπίζνεσμαν-auteur που δεν αφήνει τη σωματική σύνδεση ακόμα και μετά το θάνατο της γυναίκας του. Είναι ζόρικο το concept, αλλά υπάρχει κάτι αληθινό εκεί: Σε ένα σώμα σε διαδικασία αποσύνθεσης, αντικατοπτρίζεται η ίδια η διαδρομή θυμού, οδύνης και (μη) αποδοχής εκείνου που έμεινε πίσω.
Ο Καρς του Κασέλ μπλέκει με συνωμοσίες, το έργο του θα υποστεί βανδαλισμούς, θα βλέπει τη γυναίκα του παντού (η Νταϊάν Κρούγκερ πολύ καλή σε έναν πολλαπλό ρόλο), προσπαθώντας να επεξεργαστεί αυτό που είναι κυριολεκτικά αδιανόητο για τον ίδιο να επεξεργαστεί. Είναι σα να λέει πως, στην απουσία μιας απτής σωματικότητας, ο άνθρωπος αδυνατεί να κατανοήσει και να αποδεχτεί στα αλήθεια μια κατάσταση.
Και μπροστά στον παραλογισμό του θανάτου, ο Κρόνενμπεργκ (που πριν λίγα χρόνια βίωσε μια δική του συζυγική απώλεια) έχει να απαντήσει με ένα έργο ειλικρινά και ακομπλεξάριστα ανατριχιαστικό και απόκοσμο. Γυρισμένο σαν με δίχως έγνοια για στρωτή ρυθμική αφήγηση, παιγμένο από ηθοποιούς που μοιάζουν σα να ντουμπλάρουν τους εαυτούς τους με χρονοκαθυστέρηση, και με μια συνωμοσιολογικής υφής ιστορία που μπλέκεται και ξεμπλέκεται σαν κάθε πέντε λεπτά να γράφεται από την αρχή.
Τα πάντα εν ολίγοις μοιάζουν λίγο off, τίποτα δεν νιώθεις πως είναι στη θέση του. Είναι η απόκοσμη αίσθηση της στιγμής που νιώθεις να χωρίζεσαι από το ίδιο σου το σώμα, καθώς θρηνείς – όπως και το ίδιο το φιλμ, που με αυτόν τον δύστροπο, αλλόκοτο τρόπο, καταφέρνει να αποτελεί φυσική συνέχεια της προβληματικής / εμμονής του Κρόνενμπεργκ περί απολυτότητας του σώματος.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
