ΓΚΡΑΝ ΤΟΥΡ - Βασίλης Μάλτας

Κωμική, υποδόρια ειρωνική, παιγνιωδώς μυστικιστική, εμμέσως πολιτική, μια πρωτότυπη, απολαυστική ταινία!

Όλοι οι Άγγλοι- ανάμεσά τους κι ο Έντουαρντ, επιφανής εκπρόσωπος του βρετανικού στέμματος στην Βιρμανία το 1918- μιλάνε Πορτογαλικά (τη γλώσσα του σκηνοθέτη) ενώ θυμούνται τη μητρική τους γλώσσα όταν τραγουδούν. Κι όμως, στη ζούγκλα της Βιρμανίας εκείνης της εποχής κουδουνίζουν smartphones. Ένας στόλος από μηχανάκια στους δρόμους της Μιανμάρ οδηγείται σε slow motion, τελετουργικά συντονισμένος με τη μελωδία του “Γαλάζιου Δούναβη” που διαχέεται από το παλάτι προς τιμή του 8χρονου πρίγκιπα της Βιρμανίας- η σημερινή σοσιαλιστική δημοκρατία της Μιανμάρ έως το 1989 ονομαζόταν Βιρμανία, επαρχία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας των Ινδιών στις αρχές του 20ου αιώνα. Η Αγγλίδα Μόλλυ καταφεύγει σε εσωτερίστρια μάντισσα κάπου στη Νοτιοανατολική Ασία ώστε να μάθει τις βουλές του αγαπημένου της, του Έντουαρντ- και η περίφημη μάντισσα δεν είναι παρά μια συνηθισμένη χαρτορίχτρα της εποχής μας! Σε ποια εποχή, άραγε, ζουν- ή έχουν ξεμείνει- αυτοί οι Ιάπωνες μοναχοί που τα διαρκώς καλυμμένα με μεγάλα ορθογώνια αντικείμενα κεφάλια τους θυμίζουν λάμπες με αμπαζούρ, σε ποια αίρεση ή σουρρεαλιστικά αιρετική φράξια αίρεσης μπορεί ν’ ανήκουν;

Στις αρχές του 20ου αιώνα, Ευρωπαίοι ταξίδευαν στην αποικιοκρατούμενη Νοτιοανατολική Ασία κι Άπω Ανατολή (ταξίδια του “Grand tour”), επιθυμώντας τη διεύρυνση της συνείδησής τους (ή ερωτικές εμπειρίες που θεωρούνταν ανήθικες στη Δύση). Ανταποκρινόμενος στο απεγνωσμένο κάλεσμα της συνείδησής του, ο Έντουαρντ εγκαταλείπει την Ρανγκούν για τη Σιγκαπούρη, Μπανγκόκ, Σαϊγκόν, Μανίλα, Οσάκα, Σαγκάη, Τσονγκτσίνγκ, Θιβέτ, ένα χωρίς προορισμό φευγιό από την επί επταετία κι εκ τού μακρόθεν αρραβωνιστικιά του, την ευκατάστατη Μόλλυ. Με τη γυναίκα στο κατόπι του, η αφήγηση αυτού του κυνηγητού γίνεται με voice-over στη γλώσσα κάθε χώρας που διασχίζουν, μέσα σε ομίχλες, τροπικές βροχές, ζούγκλες, αχνίζοντες τα πρωινά ποταμούς, ογκώδη πάντα που ξαποσταίνουν σε ψηλά δέντρα- κι ορισμένους αμετάφραστους διαλόγους μεταξύ ντόπιων: άραγε, για να μην τα μεταφράζουμε όλα πια στον δυτικό τρόπο σκέψης μέσω της μετάφρασης στη γλώσσα μας, τον τρόπο σκέψης που θεωρούμε ανώτερο πολιτιστικά; Ο Έντουαρντ με το επιφυλακτικό, ανήσυχο βλέμμα που θέλει να χαθεί απ’ όλους και η Μόλλυ με το περιπαικτικό γέλιο, ακλόνητα βέβαιη για τον έρωτά του. Σε ποιον βαθμό πρόκειται για επιθυμία απελευθέρωσης από την τακτοποιημένη, κανονισμένη ζωή του και πόσο για ασυνειδητοποίητο φόβο τού έρωτα; Είναι μόνο έρωτας ή, επιπλέον, ασυνειδητοποίητη εμμονή της, άρνηση αποδοχής κάθε απόρριψης; Είναι μόνο δειλός ο Έντουαρντ, είναι μόνο αποφασιστική η Μόλλυ; Θα μπορούσε, άραγε, ένας άνθρωπος που το βάζει στα πόδια από φόβο φεύγοντας όσο πιο μακριά μπορεί, να φτάσει ως το τέρμα του φόβου, ως το αδιέξοδο του γνωστού φοβισμένου εαυτού; Και, πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος να αποφύγει να φτάσει στο τέλος της αγάπης ή στο αδιέξοδο της εφεύρεσης ενός νέου εαυτού όταν στην αγάπη για τον εαυτό του προσθέτει την αγάπη που δεν τού προσφέρει ο άλλος, όταν αγαπά τον άλλον αναπληρώνοντας την αγάπη που δεν προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του; Και, είναι η φυγή από τον έρωτα συχνότερα αντρική στάση ενώ η πίστη στον έρωτα συχνότερα γυναικεία;

Θα θέλαμε να χαρτογραφούνται ευκρινέστερα αυτά τα εσωτερικά ταξίδια τους. Κάθε ταξίδι, όμως, περιέχει υπαρξιακή διάσταση: μας μεταδίδεται η χαρά του ταξιδιού, της περιπλάνησης και της επαφής με νέους κόσμους σε μια αίσθηση διαστολής του χρόνου- μεγάλη η αντίθεση με τα σημερινά τουριστικά ταξίδια της προγραμματισμένης, αποστειρωμένης διαφυγής από τον εαυτό. Μαριονέτες, κουκλοθέατρα, θέατρα σκιών, ευδαιμονικές παραστάσεις ως παραβολές περί έρωτα, συντροφικότητας, φόβων κι εξουσίας που μεταδίδουν λυτρωτική, απελευθερωτική παιδικότητα, μυητική στον ξεχασμένο, απωθημένο εαυτό μας, καλυμμένο από δυτικό ορθολογισμό και πεποιθήσεις περί λευκής φυλετικής υπεροχής. Έγχρωμα πλάνα παρεμβάλλονται στα ασπρόμαυρα- τυχαία, δηλώνει ο σκηνοθέτης (ποιος, όμως, θα αντιστεκόταν στην έγχρωμη απεικόνιση ενός πολύχρωμα πλουμιστού, θεατρικού ελέφαντα;), πλούσια μουσική επένδυση με τζαζ, όπερα, βαλς- και το “My way” του Σινάτρα ερμηνευμένο σπαρακτικά σε καραόκε από έναν ντόπιο λαϊκό άνθρωπο σε φτηνό φαστφουντάδικο κάπου στην Άπω Ανατολή που θα ξεσπάσει σε λυγμούς, σ’ ένα από τα εμβόλιμα πλάνα στο φευγιό του καλλιεργημένου, ευκατάστατου, δυτικού Έντουαρντ- διάρρηξη του ρεαλιστικού χωροχρόνου, δάση που αισθανόμαστε ότι δεν είναι και τόσο αληθινά- η αντίθεση ανάμεσα στο κατασκευασμένο, το αληθοφανές και το πραγματικό- διάλογος του παρελθόντος με το παρόν και του ντοκιμαντερίστικου στοιχείου με το μυθοπλαστικό. Κι ο απενοχοποιημένος ερωτισμός: στα βλέμματα των Ασιατισσών προς τον Έντουαρντ, εστίες φωτός στο σκοτάδι της ζούγκλας (άραγε, εκείνο το  βραδινό του όνειρο με την “έντονη στύση” όταν το έσκαγε από την Βιρμανία, να ήταν αποκαλυπτικό  διαθέσεων για φλερτάρισμα, για ένδοξες ερωτικές περιπέτειες στη μυστηριακή Ανατολή;), στην εξήγηση της Κινέζας υπηρέτριας στην Μόλλυ ότι ποθεί πολλούς άντρες επειδή είναι άδικο να γεύεται μονάχα ένας τη μεγάλη αγάπη της: τι αντίθεση με το ζευγάρι των Άγγλων που “δεν έχει ακόμα υλοποιήσει το επακόλουθο της δέσμευσής τους”, όπως επισημαίνει λεκτικά αυτοθαυμαζόμενος ένας Άγγλος αξιωματούχος, αποφεύγοντας τη μιαρή για τον συντηρητισμό του λέξη “σεξ”. Ο έρωτας, η ιδέα του έρωτα, ο φόβος του έρωτα, η ιδιοκτησία του άλλου μέσω της δέσμευσης που θεωρείται ως προϋπόθεση κι επακόλουθο του έρωτα.

Και, η μελαγχολία, η θλίψη, που διαποτίζουν την ατμόσφαιρα: εσωτερικές διαδρομές που δεν τέμνονται, ασύγχρονη αμοιβαιότητα των επιθυμιών, αγεφύρωτες γεωγραφικές αποστάσεις. Το πρώτο μέρος ξετυλίγεται περισσότερο συνειρμικά, με αφηγηματική ελευθερία και ρευστό μοντάζ χαρτογραφώντας τη διαδρομή του Έντουαρντ- πόσο η μελαγχολία απορρέει από τη συνειδητοποίηση των καθημερινών ρόλων και των αληθινών συναισθημάτων για τον άλλον, και πόσο γίνεται ανώδυνη από απόσταση ασφαλείας;- ενώ το δεύτερο, με πιο δομημένη αφήγηση και ρυθμό συντονισμένο με το σφρίγος της Μόλλυ πριν επιβραδυνθεί, πριν οι εικόνες υποφωτιστούν ενόσω ο δυναμισμός της νέας εξασθενεί- πόσο η θλίψη από μια συγκινητικά αμετανόητη πίστη σ’ έναν έρωτα μπορεί να διογκώνεται όταν η απόσταση ασφαλείας ορίζεται από τον άλλον; Πόσοι δυτικοί θα άντεχαν τη συνειδησιακή τους διεύρυνση; Οι εσωτερικές διαδρομές του Έντουαρντ, της Μόλλυ (που, καθοδηγούμενη από το πάθος- ή την εμμονή πια- διατάζει τους Κινέζους αχθοφόρους να συνεχίσουν μέσα στη σφοδρή κακοκαιρία επειδή τους πληρώνει), ενός Άγγλου ιερωμένου με κλονισμένη πίστη από τη ματαιότητα της αποστολής του εκεί, ενός Άγγλου αξιωματούχου στην Κίνα που, απολαμβάνοντας μόνο το όπιο πια, μιλά ενορατικά περί πτώσης των δυτικών αυτοκρατοριών: διαδρομές με κοινή αντανάκλαση του επικείμενου τέλους της αποικιοκρατίας.

Θαρρείς ότι είμαστε μέσα στα όνειρά τους καθώς περιπλανιούνται- ή ότι εμείς ονειρευόμαστε παρακολουθώντας τις διαδρομές τους. Συμμετέχουμε σαν παιδιά στο παραμύθι που αφηγείται ο Γκόμες, στον κόσμο που φτιάχνει από γνώριμες μας εικόνες παρακολουθώντας το θέατρο σκιών του κινηματογράφου, το θέατρο σκιών της ζωής των ηρώων- και της δικής μας. Φορμαλιστική και, ταυτόχρονα, εμβυθιστική, κωμική, υποδόρια ειρωνική, παιγνιωδώς μυστικιστική, εμμέσως πολιτική, μια πρωτότυπη, απολαυστική, αναζωογονητική ταινία!

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Smart Search Module