Στην τελευταία ταινία του και μετά από αρκετά χρόνια σιωπής, ο βετεράνος Μάικ Λι (δημιουργός μεγάλων ταινιών όπως οι «Μυστικά και ψέματα», «Το μυστικό της Βέρα Ντρέικ» και «Ο κύριος Τέρνερ») μας «προσκαλεί» στο σπίτι μιας οικογένειας Μαύρων της σημερινής εποχής, η οποία ζει κάπου έξω από το Λονδίνο. Όπως και στα «Μυστικά και ψέματα», έτσι και εδώ, το σπίτι (η εισαγωγή και ο επίλογος της ταινίας) είναι ο δραματουργικός χώρος με την μεγαλύτερη σημασία, γιατί εκεί βρίσκεται το ζουμί. Το σπίτι είναι το καταφύγιο του κεντρικού προσώπου, της Πάνσι (Μαριάν – Ζαν Μπατίστ), η οποία τυγχάνει να είναι και το πιο αντιπαθητικό της ιστορίας.
Δεν συμβαίνει συχνά μια γυναίκα που βρίσκεται στο πρώτο πλάνο μιας ταινίας να γίνεται τόσο εκνευριστική στα μάτια του θεατή αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο (και φυσικά χάρη στην ηθοποιό και τον σκηνοθέτη) γίνεται επίσης η πιο ενδιαφέρουσα ηρωίδα της ιστορίας. Η Πάνσι δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της και λέξεις όπως «κρατάω τα προσχήματα» δεν βρίσκονται στο λεξιλόγιό της. Όπως θα νιώσει, έτσι θα μιλήσει και δεν νιώθει ποτέ καλά, οπότε δεν μιλάει ποτέ καλά. Σε κανέναν. Ούτε στον άβουλο σύζυγό της (Ντέιβιντ Γουέμπερ), ούτε στον θηριώδη, μοναχικό γιό της (Τουγέιν Μπάρετ), ούτε στην κομμώτρια αδελφή της (Μισέλ Οστιν) παρότι εκείνη της προσφέρει τρυφερότητα, ούτε σε κανέναν.
Αυτομάτως λοιπόν ο Λι έχει πλάσει ένα εξαιρετικά αξιοπερίεργο χαρακτήρα αφού πολύ φυσικά, το μεγάλο ερώτημα αφορά τον λόγο για τον οποίο η συμπεριφορά της Πάνσι είναι τόσο επιθετική. Ο Λι λέει ότι μπορεί να μην υπάρχει καν λόγος, η ζωή τα φέρνει όπως τα φέρνει και γι’ αυτό ακριβώς ορισμένοι άνθρωποι φέρονται έτσι. Ο σκηνοθέτης δείχνει να καταλαβαίνει την Πάνσι και ζητά και από εμάς να κάνουμε το ίδιο, να την δεχθούμε ως έχει. Με μια καταπληκτική Μαριάν Ζαν Μπατίστ στην θέση της τόσο ενοχλητικής «πλοηγού» της ιστορίας, ο σκηνοθέτης γεμίζει την οθόνη με γκρο πλαν ανθρώπων σε σύγχυση, σε απορία, καμιά φορά σε απόγνωση. Βλέποντας αυτήν την ταινία θα εκνευριστείτε πολλάκις αλλά ούτε ένα δευτερόλεπτο δεν θα βαρεθείτε. Και αυτό σημαίνει ότι έει πετύχει.
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
