Δύο αδέλφια «τη βρίσκουν» με ένα παιχνίδι που παράτησε πίσω ο πατέρας τους μετά το φευγιό του (από αυτούς που πήγαν για τσιγάρα κι ακόμη τους περιμένει η γυναίκα τους). Το παιχνίδι: εκ πρώτης όψεως τίποτε το ιδιαίτερο, μια μαϊμού που όταν κουρδιστεί βαράει το ταμπούρλο, σαν αυτά που βρίσκει κανείς στο κυριακάτικο πανηγύρι της ενορίας του, αλλά τη Δευτέρα είναι για πέταμα. Έλα όμως που αυτό το συγκεκριμένο επιμένει να δουλεύει και... πώς δουλεύει! Κάθε φορά που κοπανάει το ταμπούρλο κάποιος θα δει τα ραδίκια ανάποδα! Δηλαδή μοιάζει με μουσικό όργανο, αλλά λειτουργεί όπως το τεφτέρι του Ερρίκου του 8ου.
Μια κακομοίρα πήγε να ντερλικώσει λίγο σούσι και βρέθηκε χωρίς το κεφάλι της, η γκομενάρα ένοικος ενός μοτέλ κομματιάζεται σε μία πισίνα, νοικοκυραίοι προσπαθούν να περάσουν τις κυριακάτικες ραστώνες τους δημιουργικά και πεθαίνουν με τον πιο απίθανο τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, το The Monkey φιλοξενεί μια χοντροκομμένη ―έως και μπρουτάλ― εικονοποιία γύρω από τον θάνατο. Η στοχοθεσία δορυφορεί το «παράδοξο», το «δυσβάσταχτα τυχαίο» και αποτελεί απάντηση στο ερώτημα που έναν νεαρός παπάς θέτει στην αρχή του φιλμ: «υπάρχει divine plan» (θεϊκό σχέδιο); Όχι, απαντά το φιλμ, μόνο το τυχαίο, το παράδοξο που αποτυπώνεται φιλμικά και μας αποκαλύπτει το σαρδόνιο χιούμορ τόσο του King όσο και του Perkins. Όλοι οι θάνατοι έχουν κάτι το αλλόκοτο, και γι΄ βλέποντάς τους το μονο που καταλήγεις να αναρωτιεσαι είναι: «ρε τι πάθανε...».
Ο Oz Perkins επιστρέφει μετά το ατμοσφαιρικό αριστούργημά του, το Longlegs με ένα όχι και τόσο ατμοσφαιρικό horror-splatter, το The monkey, το περιεχόμενο του οποίου προέρχεται από τις σκοτεινές σελίδες του Stephen King (αυτού του περίεργου τύπου που έχει βαλθεί να μετατρέψει την πιο φιλήσυχη και όμορφη πολιτεία των ΗΠΑ, το Μέιν, στην πολύπαθη χώρα των υπερφυσικών τραυμάτων, των μετα-αποικειακών τεράτων και των υποδιαγνωσμένων κοινωνιοπαθών), έχοντας όμως αυτή τη φορά και καρικατουρίστικα στοιχεία.
Το πρώτο μισάωρο του φιλμ αφιερώνεται στην παιδική ηλικία των δύο αδελφών, με αναδρομική περιγραφή ενός ομοδιηγητικού αφηγητή. Στη συνέχεια και για την υπόλοιπη μία ώρα παρατηρούμε τα της ενήλικης ζωής των πρωταγωνιστών. Η αφήγηση είναι γρήγορη, σύμφωνη με τα προτάγματα της δικτατορίας του ενενηντάλεπτου. Δεν τολμάω να ισχυριστώ ότι μία σειρά από jumpscares, σκοτάδια, υπόγεια και μία διαβολική μαϊμού με έπεισαν όσο το ερεβώδες Longlegs, θα πω όμως ότι αυτό το αιματηρό καλαμπούρι και το gallows humor που επιτυγχάνεται στο φιλμ βρίσκεται σε αρμόζουσα διάταξη και συμφωνία τόσο με το λογοτεχνικό κείμενο όσο και με την πλούσια (σε αίμα) εικονοπλασία.
Ηρακλής Καραμπάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Kontra News
