Εισαγωγή: “Το Αίνιγμα του Κινηματογράφου”
Στην απέραντη κινηματογραφική επικράτεια, όπου οι εικόνες υφαίνουν το νήμα της ανθρώπινης ύπαρξης και κάθε καρέ μετατρέπεται σε αίνιγμα του χρόνου, αναδύεται το επιβλητικό έπος του Μπρέιντι Κόρμπετ – το The Brutalist.
Μια ταινία που, με την αριστουργηματική και ταυτόχρονα εξαιρετικά δημιουργική της αφήγηση, μας μεταφέρει στις σκοτεινές μεταπολεμικές δεκαετίες, ακολουθώντας τα αβέβαια αλλά γεμάτα όνειρα βήματα του Ούγγρου αρχιτέκτονα Λάζλο Τοτ. Ο Λάζλο, ένας Εβραίος επιζών του Ολοκαυτώματος, αναζητά στο απέραντο τοπίο του αμερικανικού ονείρου την αναγέννηση, προσπαθώντας να οικοδομήσει πάνω στις σκιές του παρελθόντος ένα μέλλον που θα αντέξει τις δονήσεις της ιστορίας.
Κεφάλαιο 1: “Οι Σκιές της Ύπαρξης”
Ο Λάζλο Τοτ δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που βρέθηκε μετά την καταστροφή, να έχει μεταναστεύσει στις Η.Π.Α· είναι μια ζωντανή εικόνα, ένας φορέας της τραγωδίας και της ελπίδας που συνοδεύουν κάθε μετανάστη καλλιτέχνη. Ενσαρκωμένος με βαθύ συναίσθημα από τον Άντριαν Μπρόντι, αντιπροσωπεύει την ψυχή εκείνων που φέρουν τα τραύματα του παρελθόντος στα στήθη τους, ενώ ταυτόχρονα αγωνίζονται για μια αναγέννηση σε μια ξένη γη. Η μορφή του διαμορφώνεται μέσα από τις αντιθέσεις—από τις σκιές και τα φώτα αληθινών αρχιτέκτονων όπως ο Μαρσέλ Μπρόιερ και ο Λούντβιχ Μις φαν ντερ Ρόε—καθιστώντας τον χαρακτήρα του έναν ακροβάτη που ισορροπεί ανάμεσα στην παράδοση και την καινοτομία, συνδυάζοντας το παλιό με το νέο με μοναδική αρμονία.
Στο πλευρό του, σαν μια ήρεμη δύναμη που διαπερνά τη θύελλα του χρόνου, στέκεται η Ερζεμπέτ, υποδυόμενη με ευαισθησία από τη Φελίσιτι Τζόουνς. Δεν είναι μονάχα η σύζυγος και σύντροφος του, αλλά το καταφύγιο, το ζεστό φως σε έναν κόσμο γεμάτο σκιές και αβεβαιότητα. Αντιμέτωπη με τις δικές της προκλήσεις ως μετανάστρια, στηρίζει τον Λάζλο στην πορεία του, ενώ το βλέμμα της αντανακλά την αέναη ελπίδα εκείνων που αναζητούν μια νέα αρχή, όπου κάθε τραυματισμένη ψυχή μπορεί να βρει το χώρο για να ξαναγεννηθεί.
Κεφάλαιο 2: “Το Φως της Αντίθεσης”
Η αφήγηση παίρνει μια καθοριστική τροπή μετά τη συνάντηση του Λάζλο με τον Χάρισον Λι Βαν Μπιούρεν, έναν πλούσιο βιομήχανο που ενσαρκώνεται με μαεστρία από τον Γκάι Πιρς. Ο Βαν Μπιούρεν εισέρχεται στην ιστορία ως καταλύτης, προσφέροντας στον Λάζλο την ευκαιρία να αποδείξει το ταλέντο του στο λαμπρό αλλά αδίστακτο περιβάλλον της Αμερικής. Ωστόσο, η σχέση τους είναι περίπλοκη και γεμάτη αντιθέσεις. Ενώ ο Βαν Μπιούρεν εκπροσωπεί τον αμερικανικό καπιταλισμό—έναν κόσμο όπου το χρήμα και η εξουσία κυριαρχούν—ο Λάζλο αγωνίζεται απεγνωσμένα να διατηρήσει την καλλιτεχνική του ακεραιότητα. Σε αυτόν τον αγώνα, ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται σταδιακά πώς το δικό του όραμα μετατρέπεται σε εργαλείο στα χέρια του συστήματος, όπου το ταλέντο του χρησιμοποιείται ως εμπόρευμα και όχι ως έκφραση της εσωτερικής του ψυχής.
Η αισθητική της ταινίας είναι εξίσου εντυπωσιακή με την πλοκή της. Γυρισμένη σε VistaVision και προβεβλημένη σε 70mm, το έργο καταφέρνει να αποδώσει με εκπληκτική ακρίβεια και βάθος την ατμόσφαιρα μιας εποχής, προσφέροντας εικόνες που αιχμαλωτίζουν την ψυχή του χρόνου. Η φωτογραφία του Λολ Κρόουλι δημιουργεί συνθέσεις που είναι ταυτόχρονα εικαστικά άψογες, στοχαστικές και οργανικές, αποφεύγοντας κάθε επιτηδευμένη επιφανειακότητα και προσκαλώντας τον θεατή να βυθιστεί σε έναν κόσμο όπου κάθε λεπτομέρεια έχει το δικό της νόημα και ιστορία.
Όμως το The Brutalist δεν περιορίζεται μόνο στην αισθητική. Αντιθέτως, το έργο αγγίζει βαθιά πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Μέσα από την αφήγηση και την πορεία του Λάζλο, αναδύεται ένα πολύπλευρο πλέγμα θεμάτων που περιλαμβάνει και την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Η ίδρυση αυτή, μαζί με το κίνημα και την ιδεολογία που την οδήγησαν—με όλες τις αντιφάσεις, τις πολιτικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις και τα βαθιά τραύματα της εποχής και των γιγαντιαίων καταστροφών που είχαν προηγηθεί—αποτυπώνεται ως ένα δεύτερο, υποκείμενο ρεύμα στην αφήγηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του Βαν Μπιούρεν αποκτά μια ιδεολογική διάσταση πέρα από το απλό πρόσωπο του χρηματοδότη και εργοδότη. Αν και του ανοίγει πόρτες, η υποστήριξή του στον Λάζλο δεν είναι ανιδιοτελής, αλλά αποτελεί μια στρατηγική επένδυση σε ένα μέλλον όπου η ισχύς μεταφράζεται σε δομές—είτε πρόκειται για ουρανοξύστες είτε για κράτη. Ο Λάζλο αναπόφευκτα μετατρέπεται σε ένα πιόνι σε αυτό το παιχνίδι, κι έτσι η τέχνη του γίνεται εργαλείο εξουσίας, ένα αναπόσπαστο στοιχείο του οράματός του, προς όφελος μιας ελίτ που δεν κατανοεί την ουσία του δημιουργήματος αλλά το εκμεταλλεύεται αδιάκριτα ενώ είναι έτοιμη ανά πάσα στιγμή να τον πετάξει στα σκουπίδια χωρίς κανένα έλεος ή ενοχή.
Κεφάλαιο 3: “Η Μάχη του Ονείρου”
Μέσα από την προσωπική ιστορία του Λάζλο, η ταινία επεκτείνεται και μεταμορφώνεται σε έναν πολυσύνθετο καμβά, εξετάζοντας τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν οι μετανάστες και οι μειονότητες – θίγεται ιδιαίτερα η πίεση που δέχτηκε η εβραϊκή κοινότητα αλλά όχι χωρίς να υπάρξουν αναφορές και σε άλλες ανάλογες όπως οι Αφροαμερικανοί ή οι Λατίνοι! – μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και τις πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις της εποχής. Η πολυεπίπεδη ανάλυση της ιστορίας και της πολιτικής διαπερνά τον αφηγηματικό ιστό του φιλμ, χωρίς ποτέ να χάνει τις προσωπικές, ανθρώπινες αποχρώσεις που την καθιστούν, ενσυναισθητική, συγκινητική και αληθινή.
Οι ερμηνείες των ηθοποιών αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο στην επιτυχία του έργου. Ο Άντριαν Μπρόντι δίνει μια από τις πιο αξέχαστες ερμηνείες της καριέρας του, μεταδίδοντας με πάθος και βαθύ συναίσθημα τον εσωτερικό κόσμο του Λάζλο και παίζοντας κυριολεκτικά με κάθε πόρο του σώματός του — ένας κόσμος γεμάτος πόνο, ελπίδα και την ανεξίτηλη επιθυμία για αναγέννηση. Ο Γκάι Πιρς ζωντανεύει τον Χάρισον Λι Βαν Μπιούρεν με πειστικότητα που προκαλεί ταυτόχρονα θαυμασμό και αμφιβολία, ενώ η Φελίσιτι Τζόουνς προσδίδει στην Ερζεμπέτ μια ευαισθησία και εσωτερική δύναμη που αγγίζουν την καρδιά του θεατή.
Ένα από τα πλέον ιδιαίτερα στοιχεία του The Brutalist είναι η παρουσία της ανιψιάς του Λάζλο, μιας φασματικής μορφής που παραμένει σιωπηλή για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Αυτή η αθόρυβη παρουσία λειτουργεί ως σύμβολο των ανείπωτων τραυμάτων και των μυστικών που κρύβονται πίσω από κάθε ανθρώπινη μορφή αλλά και ειδικότερα της τσακισμένης μετά το Ολοκαύτωμα εβραϊκής κοινότητας, προσθέτοντας μια επιπλέον διάσταση στην αφήγηση και μεταφέροντας το βάρος της συλλογικής μνήμης χωρίς να χρειάζεται να εκφραστεί με λόγια.
Η ταινία εξετάζει επίσης με ευαισθησία και κριτική ματιά το πρίσμα μέσα από το οποίο οι βασικοί χαρακτήρες αντιμετωπίζουν το φαινόμενο του «ξένου» και της μετανάστευσης. Ο Λάζλο, ως μετανάστης, έρχεται αντιμέτωπος με προκαταλήψεις και δυσκολίες στην προσπάθειά του να εδραιωθεί στην αμερικανική κοινωνία. Μέσα από την προσωπική του πάλη, αναδεικνύονται οι εντάσεις μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών και θρησκειών αλλά και οι προκλήσεις της αφομοίωσης, προσφέροντας μια διαχρονική διεισδυτική ματιά στην κοινωνία της εποχής.
Κεφάλαιο 4: “Η Αρχιτεκτονική του Πνεύματος”
Το καλλιτεχνικό επίτευγμα του Κόρμπετ είναι αξιοσημείωτο και για το ότι ακολουθεί με δύναμη και ακρίβεια, απολύτως ολοκληρωμένα και χωρίς κενά ή ασάφειες μ, το κλασικό μοντέλο της ανόδου, της πτώσης και της τελικής αναγέννησης του κεντρικού χαρακτήρα. Ο Λάζλο, ξεκινώντας από ταπεινές αρχές, καταφέρνει να ανέλθει στην κορυφή του αρχιτεκτονικού κόσμου, μόνο για να βρεθεί αντιμέτωπος με την αδίστακτη μηχανή του αμερικανικού καπιταλισμού, που απαιτεί όχι μόνο το ταλέντο του, αλλά και την ίδια του την ψυχή. Καθώς η σχέση του με τον Βαν Μπιούρεν μετατρέπεται σταδιακά από μια μορφή προστασίας σε παγίδευση, η τέχνη του μεταμορφώνεται σε εργαλείο εξουσίας, ένα αναπόσπαστο εξάρτημα του οράματός του, προς όφελος μιας ελίτ που βλέπει το δημιουργικό έργο ως μέσο εκμετάλλευσης.
Η πτώση του Λάζλο έρχεται σαν υπαρξιακό βάπτισμα—μια αναμέτρηση με την ουσία της δημιουργίας και την ανθρώπινη αντοχή. Είναι εκείνη η στιγμή που ο ατομικισμός του αμερικανικού ονείρου καταρρέει μπροστά στη συνειδητοποίηση ότι η τέχνη δεν ανήκει στο κεφάλαιο, αλλά στο βίωμα, στη μνήμη και στο χώμα των ανθρώπων. Σε αυτήν την αλήθεια, η σιωπηλή ανιψιά του Λάζλο αναδεικνύεται ως το απόλυτο σύμβολο—μια σιωπή που αποκαλύπτει όσα δεν μπορούν να εκφραστούν, χωρίς να χρειάζονται λόγια για να γίνουν αισθητά.
Η σχέση του Λάζλο με την Ερζεμπέτ, μια σχέση που παλεύει ενάντια στο χρόνο και τις αντιξοότητες, παραμένει το μοναδικό του καταφύγιο. Δεν είναι μια ρομαντική σχέση με την κλασική έννοια, αλλά μια συμφωνία δύο ψυχών που αναγνωρίζουν η μία στην άλλη την ατελείωτη επιθυμία για επιβίωση μέσα από τη δημιουργία. Μέσα από αυτόν τον δεσμό, το έργο αποδεικνύει ότι η αληθινή τέχνη λειτουργεί ως θεμέλιος λίθος της ύπαρξης, ακόμη και όταν το περιβάλλον ή ακόμη και οι τεκτονικές κινήσεις της ιστορίας προσπαθούν να την εξουδετερώσουν.
Ταυτόχρονα, μέσα από τις συγκρούσεις και τις διαφορετικές διαπροσωπικές σχέσεις, εμφανίζονται δύο αντιθετικές εκφάνσεις της αμερικανικής ιδεολογίας: επί παραδείγματι, ο γιος του Βαν Μπιούρεν, που κληρονομεί την αδίστακτη σκληρότητα του πατέρα του, και η πιο φιλική αντιθέτως κόρη του, που λειτουργεί ως γέφυρα προς μια διαφορετική δυναμική—μια δυναμική όπου, παρά το γεγονός ότι η ενσυναίσθηση και η ανθρωπιά δεν μπορούν να εξαλείψουν πλήρως τα οικοδομήματα της εκμετάλλευσης, προσφέρουν μια πιο ανθρώπινη όψη του κόσμου. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών των χαρακτήρων δεν είναι μονάχα οικογενειακή· είναι η διαλεκτική πάλη ανάμεσα στην εξουσία και την ελευθερία, στο συμφέρον και την τέχνη, στον ρεαλισμό και το όνειρο, παρότι εν τέλει εκείνη δεν έχει αρκετή ισχύ παρά την ευαισθησία της, ώστε να ξεπεράσει το πρόσωπο της αγριότητας που συμβολικά παραμένει ως το κυρίαρχο, εκπροσωπούμενο πάντοτε από τον Πατριάρχη Χάρισον και τον γιότου.
Η κινηματογραφική αισθητική του The Brutalist δεν αποτελεί απλώς μια υποβλητική παρουσίαση· είναι μια δομική κινηματογραφική εμπειρία. Η χρήση του VistaVision και η προβολή σε 70mm προσδίδουν στην εικόνα ένα βάθος σχεδόν τοπογραφικό, μετατρέποντας κάθε καρέ σε μια αρχιτεκτονική αφήγηση που αντανακλά την ουσία του πρωταγωνιστή αλλά και του χωροχρόνου που εκείνος τοποθετείται. Το φως και η σκιά σμιλεύουν τις μορφές, δημιουργώντας ένα διττό τοπίο ύπαρξης—όπως δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας—ενώ οι αυστηρές γραμμές, οι γεωμετρίες και οι μορφές των κτιρίων μεταμορφώνουν τους χαρακτήρες σε δομικά στοιχεία ενός συστήματος που βλέπει τους ανθρώπους όχι ως ολοκληρωμένες οντότητες, αλλά ως λειτουργικές μονάδες μέσα σε ένα παγκόσμιο μηχανισμό.
Στην τελευταία σεκάνς της ταινίας, ο Λάζλο Τοτ παρουσιάζεται όχι ως νικητής ούτε ως ηττημένος, αλλά ως ένας άνθρωπος που διέσχισε τη φωτιά της ζωής του. Μέσα από το δυναμικό του έργο, και την αναγνώριση που τελικά επέρχεται, γίνεται καταφατικός μάρτυρας μιας διαδρομής που συνδυάζει τη δημιουργία με την καταστροφή, την προδοσία με την αναγέννηση. Η εικόνα του Λάζλο, που υψώνεται πάνω από τα ερείπια ενός κόσμου που έχει φύγει, αποδεικνύει ότι η τέχνη δεν περιορίζεται στα σχέδια ούτε στενεύει στα εμπορικά συμφέροντα· είναι πλάσμα της σάρκας, των ονείρων και της επιμονής των ανθρώπων που αρνούνται να μειωθούν σε απλές σκιές.
Αυτή η εικόνα δεν είναι μόνο η λύτρωση ενός ανθρώπου, αλλά η αποκάλυψη μιας αλήθειας που αντηχεί πέρα από τις δεκαετίες: η αρχιτεκτονική της ύπαρξης δεν χτίζεται με τσιμέντο και ατσάλι, αλλά με το βλέμμα εκείνων που, παρά τις δυσκολίες, αρνούνται να χάσουν το όραμά τους. Το βλέμμα που κοιτάζει ψηλά, ενώ παραμένει ακλόνητο μέσα σε τέσσερις στενούς τοίχους και τις τραγωδίες που εκείνοι περιβάλλουν, είναι αυτό που διαμορφώνει την αληθινή μεγαλοπρέπεια της ύπαρξης.
Πλησιάζοντας προς το τέλος αυτού του κριτικού κειμένου, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε ότι το The Brutalist ξεπερνά τα στενά πλαίσια της παραδοσιακής κινηματογραφικής δημιουργίας, κατασκευάζοντας έναν πολυδιάστατο καμβά. Μια τοιχογραφία στιγμών και εποχών, που απεικονίζει τις εσωτερικές συγκρούσεις, τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις μιας ιδιαίτερης φαινομενολογίας του χώρου και της αναζήτησης για νόημα. Είναι μια αρχιτεκτονική της ψυχής, μια σπουδή πάνω στην επιβίωση, την εξουσία, την τέχνη και τη σιωπή—ένα τείχος που σηκώνεται όχι για να περιορίσει, αλλά για να μας υπενθυμίσει μέσα από την συμπαγή και απροσπέλαστη παρουσία του όγκου του, πόσο εύθραυστες είναι οι ίδιες οι κατασκευές του πολιτισμού μας.
Κλείνοντας, καθώς πέφτει το φως στις τελευταίες σκηνές και, χρόνια μετά τα κεντρικά συμβάντα που καθόρισαν την πλοκή της ταινίας, δεν βλέπουμε απλώς έναν άνδρα που περπάτησε μέσα στον χρόνο, αλλά βλέπουμε τον ίδιο τον χρόνο—έναν χρόνο που έχει χτιστεί με τα χέρια εκείνων που ποτέ δεν σταμάτησαν να ονειρεύονται. Σε κάθε καρέ, σε κάθε σιωπηλή στιγμή και σε κάθε έντονη ερμηνεία, το The Brutalist αποδεικνύει ότι το ταξίδι της ψυχής είναι αέναο, ότι η τέχνη και η ζωή συγχωνεύονται σε μια κοινή αναζήτηση για αλήθεια και ελπίδα.
Η ταινία μας καλεί να αναλογιστούμε την αξία της δημιουργίας έναντι των δυνάμεων που επιδιώκουν να την εξουδετερώσουν. Μέσα από τον Λάζλο, μαθαίνουμε πως το ταλέντο και η τέχνη δεν είναι απλά προϊόντα της οικονομίας ή των μεγάλων συστημάτων, αλλά είναι η έκφραση της ανθρώπινης ύπαρξης, της επιμονής και της αγάπης για τη ζωή. Ακόμα και όταν ο κόσμος φαίνεται να υποχωρεί κάτω από το βάρος της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, εκείνοι που πιστεύουν στην ομορφιά του ονείρου βρίσκουν μέσα τους τη δύναμη να δημιουργήσουν.
Το The Brutalist δεν είναι άλλο από είναι μια σκληρή αλλά βαθιά ποιητική διαδρομή στην καρδιά των ανθρώπινων αντιθέσεων, στην αναζήτηση ενός μέλλοντος, όπου η τέχνη δεν θα μπορεί πλέον να περιοριστεί από τις αδιάλλακτες δομές της εξουσίας. Είναι η μαρτυρία ενός ανθρώπου που, παρά τις προδοσίες, τη βαρβαρότητα και τις συνεχείς δυσκολίες, συνεχίζει να αγωνίζεται για ένα όραμα που αντέχει στις δονήσεις της ιστορίας.
Σε κάθε πτυχή του έργου, από την αισθητική της εικόνας μέχρι την πυκνή φόρτιση των θεμάτων, ο σκηνοθέτης Κόρμπετ καταφέρνει να ενώσει το προσωπικό με το συλλογικό, το ποιητικό με το πολιτικό, το ιδεαλιστικό με την σκληρή πραγματικότητα. Κάθε σκηνή γίνεται ένας διαλογισμός πάνω στη φύση του ανθρώπου και του χρόνου, ενώ κάθε χαρακτήρας συμβάλλει στην πολυφωνία ενός μεγάλου, αέναου διαλόγου για το τι σημαίνει να ζεις, να δημιουργείς και να ελπίζεις.
Με τον Λάζλο ως κεντρικό ήρωα, η ταινία μετατρέπεται σε έναν καθρέφτη για κάθε επιζώντα του Ολοκαυτώματος και του πολέμου, προσφέροντας μια βαθιά, συγκινητική ματιά στη μνήμη και την επιμονή. Κάθε χαρακτήρας, από την αθόρυβη αλλά δυναμική παρουσία της ανιψιάς έως τις αντίθετες όψεις της αμερικανικής κοινωνίας που ενσαρκώνονται από τα πρόσωπα του Βαν Μπιούρεν και της οικογένειάς του, δημιουργεί ένα πλούσιο ψηφιδωτό που αποτυπώνει τις αντιφάσεις και τις αλήθειες μιας εποχής.
Επίλογος: “Ο Χρόνος και η Αιώνια Δημιουργία”
Τελικά, το The Brutalist μας υπενθυμίζει ότι η αρχιτεκτονική της ύπαρξης δεν αποτελεί μόνο το σύνολο των κτιρίων που υψώνουμε, αλλά το αινιγματικό και ανεξίτηλο έργο που χτίζεται από τα όνειρα, τις ελπίδες και τις θυσίες των ανθρώπων. Είναι μια υπενθύμιση ότι, παρά τις αδιάλλακτες δομές του κεφαλαίου και της εξουσίας, η ψυχή του ανθρώπου παραμένει ακατανίκητη και αδιάκοπη στην αναζήτηση της αλήθειας και της ομορφιάς.
Με κάθε φθίνουσα στιγμή και κάθε ανατέλλουσα ακτίνα φωτός, το έργο αποκαλύπτει την ευθραυστότητα των δομών που θεωρούμε αιώνιες, δείχνοντάς μας πως η πραγματική δύναμη κρύβεται στο βλέμμα εκείνων που, παρά τις αντιξοότητες, δεν εγκαταλείπουν ποτέ το όνειρό τους. Και έτσι, καθώς ο τελευταίος φάρος του φωτός σβήνει, μένει μόνο η εικόνα ενός ανθρώπου που δεν προσδοκά να νικήσει ή να ηττηθεί, αλλά απλώς να υπάρχει, σαν τα έργα του – ζωντανός, αληθινός, αιώνιος.
Το The Brutalist επομένως δεν αποτελεί μονάχα ένα κινηματογραφικό έργο, αλλά μια βαθιά εμπειρία – μια διήγηση για την ύπαρξη, για τη δύναμη της δημιουργίας και την αέναη πάλη για έναν κόσμο που δεν θα υποκύψει ποτέ πλήρως στη σκληρότητα του χρόνου και της ιστορίας. Είναι μια κωδικοποιημένη όπερα της ανθρώπινης ψυχής, όπου κάθε εικόνα, κάθε ήχος και κάθε σιωπή μεταδίδουν το βαθύ μήνυμα ότι ο άνθρωπος, με την ακατάπαυστη αναζήτησή του για το αληθινό, μπορεί να αναστήσει το φως μέσα στο σκοτάδι, να δώσει μορφή στα όνειρα και να χαράξει το δικό του μονοπάτι στην αέναη ροή του χρόνου.
Γιάννης Ραουζαίος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα myfilm.gr
