Ο Λάσλο Τοθ έχοντας διασωθεί από στρατόπεδο συγκέντρωσης, φτάνει στην Αμερική το 1947. Προσπαθεί να χτίσει την ζωή του από την αρχή, έχοντας την ελπίδα πως η σύζυγος του και η ανιψιά του που έχουν παγιδευτεί στην Ευρώπη θα καταφέρουν να έρθουν κάποια στιγμή και αυτές. Και ενώ η βοήθεια του ξαδέλφου του Αττίλα μοιάζει να πέφτει στο κενό, ο Λάσλο θα αναλάβει έπειτα από μία επεισοδιακή γνωριμία με τον μεγιστάνα Βαν Μπιούρεν να χτίσει ένα κέντρο πολιτισμού αφιερωμένο στην μνήμη της μητέρας του μεγιστάνα. Οι δοκιμασίες όμως θα διαδέχονται η μία την άλλη.
Το The Brutalist δανείζεται το όνομα του από το κίνημα του Μπρουταλισμού στην αρχιτεκτονικ΄ή. Ο Λάσλο Τοθ είναι ένας εβραίος αρχιτέκτονας από την Βουδαπέστη ο οποίος αφού καταφέρνει να βγει ζωντανός από το ολοκαύτωμα, αναζητά την νέα ζωή του στην Γη της Επαγγελίας, την Αμερική. Από τις πρώτες σκηνές της ταινίας καταλαβαίνουμε πως ο σκηνοθέτης Μπρέιντι Κορμπέτ (Vox Lux) θέλει να κάνει μία μεγάλη ταινία, όχι μόνο σε διάρκεια 215 λεπτών αλλά και σε κινηματογραφικό επίπεδο. Η ταινία χωρίζεται σε overture (έναρξη), σε δύο κεφάλαια που διακόπτονται από ένα ενσωματωμένο intermission (διάλλειμα) 15 λεπτών και έναν επίλογο, χρησιμοποιήθηκε η τεχνική της Vistavision (35 mm, ευρεία οθόνη υψηλής ανάλυσης και ύψος), τεχνική που ανακαλύφθηκε το 1957 και χρησιμοποιήθηκε για τουλάχιστον 7 χρόνια στην Αμερική. Με αυτόν τον τρόπο ο Κορμπέτ θέλει να δείξει την αγάπη του για το μεγάλο σινεμά της Αμερικής. Και σε αυτό το είδος ανήκει και η ταινία του.
Η ταινία διακατέχεται από ένα επικό πνεύμα, όχι όμως με την έννοια που έχει κυριαρχήσει πλέον στο σινεμά. Καμία σκηνή πλήθους αλλά μεγάλα πλάνα, σκηνοθεσία το ίδιο μπρουταλιστική με την τεχνική του ήρωα της (υπακούει σε αυστηρούς κανόνες σκηνοθεσίας και γραμμές χωρίς εντυπωσιασμούς), μοντάζ που δένει τις τρεισήμισι ώρες χωρίς να βαραίνει πουθενά, φωτογραφία που παίζει με κάθε είδους φωτισμούς σε εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους, το μουσικό θέμα του Ντάνιελ Μπλούμπεργκ στοιχειώνει και επαναλαμβάνεται συνέχεια, η παραγωγή βρίσκεται σε επίπεδα μπρουταλιστικών σκηνικών και εν κατακλείδι στο τεχνικό μέρος της η ταινία παίρνει άριστα, ακόμα και στην λεπτομέρεια των κοστουμιών της. Η δύναμη της όμως προέρχεται και από το βασικότερο συστατικό, δηλαδή το ίδιο το σενάριο του Κορμπέτ και της Φαστβολντ.
Οι ρόλοι της ταινίας είναι υποδειγματικοί και δίνουν στους ηθοποιούς την δυνατότητα να μεγαλουργήσουν. Ο Άντριεν Μπρόντι είναι ένας ήρωας στην κυριολεξία, ένας άνθρωπος που επιβιώνει και μάχεται συνέχεια με τους δαίμονες του να είναι παρόντες σε κάθε του βήμα. Η ερμηνεία του κυριαρχεί σε όλη την ταινία και μόνο όταν έρχονται οι ρόλοι του Γκάι Πιρς, του μεγιστάνα που απολαμβάνει τις πνευματικά απολαυστικές συζητήσεις και που αποτελεί έναν τεράστιο κινητήρα για την εξέλιξη της ταινίας αλλά και των άλλων χαρακτήρων, δείχνει ο ηθοποιός να κάνει πίσω για να φανούν οι συμπρωταγωνιστές του (απαιτεί τεράστιο ταλέντο αυτή η τεχνική) αλλά και η Φελίσιτι Τζόουνς είναι εξαιρετική στον ρόλο της συζύγου Ερζεμπέτ, σε έναν γυναικείο ρόλο γραμμένο τόσο προσεχτικά που δίνοντας την αίσθηση στον θεατή πως γνωρίζει τα πάντα για αυτήν. Και ως σωστά γραμμένος υποστηρικτικός ρόλος, διαθέτει και ένα φινάλε του συγκλονισμού.
Υποψήφιο για 10 βραβεία Όσκαρ, το THE BRUTALIST του Μπρέιντι Κορμπέτ, είναι μία ταινία προορισμένη αποκλειστικά για την σκοτεινή αίθουσα και την μεγάλη οθόνη, μία ταινία μεγάλου ρίσκου, που καταφέρνει το σημαντικότερο: Να βγάλει το ίδιο το σινεμά και την τέχνη του κερδισμένο.
Αχιλλέας Βασιλείου
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα cinepivates.gr
