Ο σκηνοθέτης, με τη χαρακτηριστική του ευαισθησία στην ανθρώπινη επιθυμία, επιχειρεί να δώσει κινηματογραφική μορφή στο χαοτικό και βαθιά υπαρξιακό μυθιστόρημα του Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ. Και το αποτέλεσμα είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα οπτικοακουστικό ταξίδι γεμάτο ψυχεδελική ένταση και ποιητική μελαγχολία. Ο Ντάνιελ Κρέηγκ ειδικά, στον πρωταγωνιστικό ρόλο, δίνει μια ερμηνεία ζωής γινόμενος κυριολεκτικά ο καταραμένος χαρακτήρας του Λι.
Ο κόσμος του Γουίλιαμ Λι: Ένα καθρέφτισμα της απόγνωσης
Ο Γουίλιαμ Λι, ο βασικός χαρακτήρας της ταινίας, είναι περισσότερο ένα αρχέτυπο παρά ένας παραδοσιακός κινηματογραφικός ήρωας. Στο πρόσωπό του αντικατοπτρίζεται η διάλυση του εαυτού, ένας άνθρωπος που περιπλανιέται χωρίς σκοπό, καθηλωμένος στις σκιές της μνήμης, της ενοχής και της επιθυμίας. Η ιστορία ξεκινά στους σκοτεινούς, σχεδόν στοιχειωμένους δρόμους του Μεξικού, όπου ο Λι κυνηγά τη σκιά του νεαρού εραστή του, Γιουτζίν Άλερτον. Ο Γκουαντανίνο, μέσω μιας ευαίσθητης σκηνοθετικής γραμμής, αποδίδει αυτή την αναζήτηση ως μια εσωτερική πορεία προς το ασυνείδητο.
Η ταινία, ωστόσο, δεν είναι μόνο μια ιστορία ενός άντρα που αναζητά τη λύτρωση μέσα από τον έρωτα ή την εμμονή. Είναι μια διερεύνηση της ταυτότητας, της επιθυμίας και της αποξένωσης που πηγάζει από τη βαθιά υπαρξιακή σύγκρουση. Ο Λι, ως alter ego του ίδιου του Μπάροουζ, παλεύει με τους δαίμονές του. Αυτοί οι δαίμονες παίρνουν μορφή μέσα από τις ψυχεδελικές εικόνες που κατακλύζουν την οθόνη: σκιές που λιώνουν στα τοιχώματα των δωματίων, πρόσωπα που παραμορφώνονται από το φως, σώματα που γίνονται ένα και μετά χωριστά και ξανά ένα, και χρώματα που αναδύονται σαν απειλητικές μορφές από το κενό.
Η αισθητική του χάους και η ποιητική της παραμόρφωσης
Ο Γκουαντανίνο, όπως πάντα, αποδίδει εξαιρετική προσοχή στη λεπτομέρεια, δημιουργώντας έναν κόσμο που μοιάζει να αιωρείται μεταξύ ονείρου και εφιάλτη. Οι σκηνές στο Μεξικό, με τις αγορές που σφύζουν από ζωή, τα ξεθωριασμένα τοιχώματα των κτιρίων και τους αχανείς ορίζοντες, λειτουργούν ως μεταφορά για την κατάσταση του πρωταγωνιστή: ένα τοπίο που είναι ταυτόχρονα σαγηνευτικό και εχθρικό.
Οι ψυχεδελικές επιρροές, ωστόσο, είναι εκείνες που πραγματικά ξεχωρίζουν. Ο Γκουαντανίνο δεν διστάζει να αποδομήσει τη γραμμική αφήγηση, βυθίζοντας τον θεατή σε μια ονειρική κατάσταση, όπου τα γεγονότα φαίνεται να ξεδιπλώνονται όπως σε μια κατάσταση ντελίριου. Η χρήση των χρωμάτων είναι κεντρική: το βαθύ κόκκινο κυριαρχεί στις σκηνές της επιθυμίας, το πράσινο αναδύεται στις στιγμές της ζήλιας και της αμφιβολίας, ενώ το μαύρο σαν τα ρίγη της στέρησης καταπίνει τα πάντα στις σκηνές της απόγνωσης. Αυτή η παλέτα, συνδυασμένη με την υποβλητική μουσική επένδυση που περιλαμβάνει από New Order και Prince εως ηχοτοπία, Jazz και Nirvana περνώντας μέσα από διαφορετικές τάσεις και φάσματα, δημιουργεί μια αίσθηση ανασφάλειας που ταλαντεύεται ανάμεσα στο όμορφο παιχνιδιάρικο και σαγηνευτικό έως και το απειλητικό.
Ψυχολογία και αποδόμηση της επιθυμίας
Η επιθυμία, στο Queer, δεν είναι ποτέ κάτι σταθερό ή εύκολα κατανοητό. Είναι μια δύναμη που κυριαρχεί και καταστρέφει, που ενώνει και αποξενώνει. Ο Λι δεν κυνηγά απλώς έναν άνθρωπο. Κυνηγά μια ιδέα, μια ανάμνηση- ίσως ακόμη και όπως υπονοείται στο φινάλε, μια ανάμνηση του… μέλλοντος -μια αίσθηση που ίσως δεν υπήρξε ποτέ πραγματική. Η εμμονή του Γουίλιαμ με τον Γιουτζίν Άλερτον δεν είναι μόνο ερωτική· είναι ένας τρόπος να γεμίσει το κενό που αφήνει η απομάκρυνση από τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο Γκουαντανίνο, μέσα από αυτή την αφήγηση, εξερευνά το πώς η σεξουαλικότητα είναι κάτι περισσότερο από μια βιολογική ή κοινωνική ταυτότητα. Είναι μια δύναμη αναρχική, που καταρρίπτει κάθε έννοια τάξης και λογικής. Η σχέση του Λι με τον Γιουτζίν γίνεται μια αλληγορία για την ανάγκη του ανθρώπου να συνδεθεί με κάτι πέρα από τον εαυτό του- εξού και η εμμονική αναζήτηση της τηλεπαθητικής, χωρίς λόγια σύνδεσης στην αναζήτηση της εμπειρίας του Γιαχέ-Αγιαχουάσκα! – αλλά και για την αδυναμία αυτής της σύνδεσης να διαρκέσει.
Φαινομενολογία της μοναξιάς
Η μοναξιά είναι ένας από τους κύριους θεματικούς άξονες της ταινίας. Ο Λι δεν είναι μόνος επειδή λείπει ο Γιουτζίν ή κάποιος Γιουτζίν · είναι μόνος γιατί ο κόσμος γύρω του είναι αποσπασματικός, άγνωστος, απειλητικός. Ο τρόπος που ο Γκουαντανίνο κινηματογραφεί τους δρόμους του Μεξικού και της υπόλοιπης Λατινικής Αμερικής, τα μπαρ , τα κλειστοφοβικά δωμάτια και τις σιωπές, αποκαλύπτει μια υπαρξιακή αλήθεια: η μοναξιά δεν είναι μια εξωτερική κατάσταση, αλλά μια εσωτερική εμπειρία που καθορίζει την αντίληψή μας για τον κόσμο.
Αυτή η μοναξιά, όμως, δεν παρουσιάζεται μόνο ως κάτι αρνητικό. Γίνεται σε στιγμές και μια ενατένιση, στοχαστική της μοναχικότητας. Είναι επίσης η πηγή της δημιουργικότητας, της αυτογνωσίας, αλλά και της συνειδητοποίησης της θνητότητας. Ο Λι, μέσα από την απόγνωση και την αυτοκαταστροφή του, φτάνει σε μια υπαρξιακή κάθαρση που, αν και δεν είναι λυτρωτική, τουλάχιστον είναι αληθινή.
Οπτικοακουστική μέθη και ψυχεδέλεια
Η μουσική επένδυση της ταινίας είναι εξίσου ζωτική με τις εικόνες. Ο Γκουαντανίνο συνεργάζεται με σύγχρονους συνθέτες που πειραματίζονται με την ηλεκτρονική μουσική και τη noise αισθητική, δημιουργώντας έναν ηχητικό καμβά που ενισχύει την ψυχεδελική διάσταση του φιλμ. Η μουσική δεν συνοδεύει απλώς τις σκηνές· τις οδηγεί, τις παραμορφώνει, τις καθορίζει. Σε κάποιες στιγμές, οι ήχοι γίνονται τόσο έντονοι που μοιάζουν να διεισδύουν στον θεατή, αναγκάζοντάς τον να βιώσει τη σύγχυση και την ταραχή του Λι αλλά και την εκστατική εμβύθιση του.
Η σκηνοθεσία, με την εστίασή της στις λεπτομέρειες και τη χρήση συμβολισμών, μοιάζει να αντλεί έμπνευση από το κινηματογραφικό έργο του Λιντς-και φυσικά του Κρόνενμπεργκ και της εκδοχής του για ένα άλλο εμβληματικό έργο, το Naked Lunch- ενώ παράλληλα διατηρεί την προσωπική σφραγίδα του Γκουαντανίνο. Ο χρόνος μοιάζει να διαστέλλεται, οι χώροι να χάνουν τη γεωμετρία τους, και ο θεατής να βυθίζεται σε μια εμπειρία που είναι ταυτόχρονα μαγευτική και αποπνικτική.
Επίλογος: Ένα ταξίδι χωρίς προορισμό
Η ταινία Queer είναι πολλά περισσότερα από μια απλή διασκευή ενός μυθιστορήματος. Είναι μια αισθητική και φιλοσοφική εξερεύνηση του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, να ποθείς, να αποτυγχάνεις, να συνεχίζεις. Ο Γκουαντανίνο, με την ευαισθησία του, καταφέρνει να αποδώσει την πολυπλοκότητα του έργου του Μπάροουζ, παραμένοντας πιστός στο πνεύμα του πρωτότυπου, ενώ προσθέτει τη δική του καλλιτεχνική ματιά.
Το Queer δεν είναι μια εύκολη ταινία. Είναι μια πρόκληση, μια πρόσκρουση, ένα ψυχοδηλωτικό καθρέφτισμα του κόσμου μας, μέσα από τα μάτια ενός άνδρα που παλεύει να βρει νόημα σε ένα χάος που μοιάζει ακατανίκητο. Και τελικά, αυτή η πάλη είναι που κάνει την ταινία τόσο δυνατή, τόσο μοναδική, τόσο αληθινή.
Γιάννης Ραουζαίος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα myfilm.gr
