Ποίηση στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου
Αν αναζητήσει κανείς πληροφορίες για την γοητευτικά αινιγματική λέξη του τίτλου αυτής της ταινίας θα συναντήσει την περίφημη λατινική φράση «Et in Arcadia ego», η οποία μπορεί να αποδοθεί ως «και είμαι στην Αρκαδία», ως «είμαι και εγώ στην Αρκαδία», ως «ο θάνατος υπάρχει ακόμη στην Αρκαδία», ή ακόμα ως «Αυτός που βρίσκεται στον τάφο έζησε στην Αρκαδία».
Μάλιστα, αυτή φράση έχει περάσει στον εικαστικό χώρο μέσα σε δύο πίνακες του Γάλλου ζωγράφου Νικολά Πουσέν (1594-1665). Ο πρώτος πίνακας (1630) παρουσιάζει τρεις Αρκάδες βοσκούς και μια γυναικεία μορφή σε απροσδιόριστη αρχαϊκή εποχή, συμμετρικά τοποθετημένους γύρω από έναν τάφο, στον οποίο είναι χαραγμένη η μυστηριώδης αυτή φράση. Στον δεύτερο πίνακα (που μάλιστα βρίσκεται στο Λούβρο) ο ένας από τους βοσκούς, διαβάζει γονατιστός την επιγραφή, ο δεύτερος κοιτάζει παθητικά τη σκηνή, ενώ ο τελευταίος μοιάζει να συνομιλεί με την άγνωστη γυναίκα που στέκεται δίπλα του.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο όλα αυτά τα στοιχεία επηρέασαν την σκέψη του σκηνοθέτη Γιώργου Ζώη• μπορεί να μιλάμε απλώς για μια σύμπτωση και ούτως ή άλλως δεν έχει και τόση σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η «Arcadia», δεύτερη μετά το «Interruption» (2014) μεγάλου μήκους ταινία του εξαιρετικά ταλαντούχου αυτού καλλιτέχνη, δείχνει φτιαγμένη με τις ίδιες ακριβώς ευαισθησίες που διακρίνει κανείς στους δύο παραπάνω πίνακες, όπως επίσης, κατά μία έννοια, εμπεριέχει και στοιχεία τους.
Είναι μια ταινία που καθόλη την διάρκειά της την νιώθεις μούσκεμα από τα δάκρια. Παρακολουθείς δύο πρόσωπα (Βαγγέλης Μουρίκης, Αγγελική Παπούλια) σε μια εκ πρώτης ρεαλιστική και εν συνεχεία εντελώς μεταφυσική διαδρομή. Προς έναν μυστηριώδη, άγνωστο «κόσμο». Έναν κόσμο δίχως σύνορα. Έναν κόσμο χωρίς παρελθόν, χωρίς παρόν και – πολύ πιθανόν – χωρίς μέλλον.
Μαθαίνουμε ότι στην ειδυλλιακή περιοχή όπου βρίσκονται πρόκειται να κάνουν αναγνώριση ενός πτώματος. Να όμως που δεν θα αργήσεις να καταλάβεις ότι η ίδια η περιοχή ίσως είναι τελικά ο Αδης και τα δύο πρόσωπα να προέρχονται από «αλλού». Ανθρωποι και φαντάσματα ένα.
Γιατί όμως βρίσκονται στ’ αλήθεια εκεί και τι πραγματικά γυρεύουν; Μέσα σε αυτό το απίστευτα εύθραυστο πλαίσιο και σε μια προσπάθεια να ισορροπήσει κυριολεκτικά πάνω σε μια ίνα, ο Ζώης χτίζει την ταινία του δίνοντας τεράστια σημασία στην ατμόσφαιρα του μυστηρίου που ταξιδεύει πάνω στην αμαξοστοιχία της υπαρξιακής αναζήτησης.
Το αποτέλεσμα; Μια βαθύτατα πονεμένη ωδή για την απώλεια, τον θάνατο, την ενοχή, τον ανερμήνευτο φόβο, την αμαρτία, την προδοσία, την μετάνοια αλλά και την προσδοκία. Μπράβο του.
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
