BETTER MAN - Θοδωρής Δημητρόπουλος

 

Ο Ρόμπι Γουίλιαμς, νεαρός wannabe τραγουδιστής και σταρ, γίνεται μέλος της boy band Take That και μέσα από αυτή την επιτυχία ξεκινά τη διαδρομή του προς την κορυφή. Η τρικυμιώδης σχέση με τη Νικόλ Άπλτον των All Saints, η γνωριμία του με τα αδέρφια Γκάλαχερ, οι εθισμοί, ο αποκλεισμός του από τους Take That, η επιστροφή του στα charts με ένα σόλο άλμπουμ-φαινόμενο. Α, και ναι, ο Ρόμπι Γουίλιαμς αυτής της μουσικής βιογραφίας είναι ένας CGI χιμπατζής.

Η φυσική ερώτηση που θα έχει κανείς είναι «γιατί;». Γιατί να κάνεις μια μουσική βιογραφία όπου ο κεντρικός χαρακτήρας εκπροσωπείται από έναν CGI χιμπατζή; Ο σκηνοθέτης Μάικλ Γκρέισι (του “Greatest Showman”, κάτι που φαίνεται στα εντυπωσιακά και πολυάριθμα μουσικά νούμερα) έχει προσφέρει κάποιες εξηγήσεις που, ειλικρινά; Δεν χρειάζονται.

Με έναν παράλογο τρόπο, το αποτέλεσμα απλά λειτουργεί: Ο χιμπατζής Ρόμπι (εκπληκτικά ερμηνευμένος σε mo-cap από τον Τζόνο Ντέιβις σε μια ακόμα απόδειξη πως κι αυτές οι ερμηνείες αξίζουν ισότιμης αναγνώρισης με τις live-action) μοιάζει με μια φιγούρα εξίσου συναρπαστική όσο και απειλητική, πάντα εκτός βηματισμού με ό,τι συμβαίνει γύρω του. Σα να μην ταιριάζει πουθενά και να προσπαθεί απεγνωσμένα να αναγνωριστεί σε έναν κόσμο που δεν ξέρει καν ως τι να τον κοιτάξει.

Αυτή η στιλιστική απόφαση δεν είναι πάντως καν το πιο περίεργο στοιχείο αυτής της βιογραφίας. Σε αφήγηση πρώτου προσώπου από τον ίδιο τον Ρόμπι Γουίλιαμς, το “Better Man” όχι απλά δεν μοιάζει με αγιογραφία σαν πολλές από τις «εγκεκριμένες» μουσικές βιογραφίες, αλλά αντιθέτως θυμίζει περισσότερο κάποια ανεξάρτητη κωμωδία για κάτι αξιαγάπητους losers παρά για όχημα ενός εκ των μεγαλύτερων μουσικών σταρ των τελευταίων δεκαετιών.

Μέσα από την γενικότερα απολαυστική αφήγηση, και με διάσπαρτες τις επιτυχίες του τραγουδιστή να δημιουργούν ένα ιδιότυπο τζούκμποξ μιούζικαλ πρώτου προσώπου, ακολουθούμε τις εξομολογήσεις ενός περίπου-μανιακού, σχεδόν δίχως φίλτρο. Κοιτώντας πίσω τη ζωή και την καριέρα του, ο Ρόμπι λέει ευθέως πως ποτέ δεν ήταν ο ωραίος – ποτέ δεν ήταν ο ταλαντούχος – δεν ήταν ο χορευτής – δεν ήταν ο ποιητής – δεν ήταν το μοντέλο – δεν ήταν ο λογικός – δεν ήταν εκείνος με το Σχέδιο. Η επιμονή του να γίνει σταρ αποδίδεται σε παιδικές εμμονές και ενήλικες ανασφάλειες, και το ότι το πέτυχε δεν αφορά κάποια καρμική δικαίωση ή αναγνώριση αλλά περισσότερο αγνά vibes.

Παρακάμπτοντας αρκετά από τα δραματουργικά κλισέ του είδους και την ανάγκη για εμφανή γυαλίσματα και λειάνσεις κάθε αιχμής (τα ίδια στοιχεία που έκαναν δηλαδή το “Greatest Showman” του Γκρέισι, όσο εντυπωσιακά διασκεδαστικό ως υπερθέαμα, τόσο υπόγεια δυσάρεστο ως αγιογραφία ενός εκμεταλλευτή), η ταινία καταλήγει περιέργως να λέει κάτι πολύ ουσιαστικότερο για το star system και την στόφα του περφόρμερ, από όσο άλλες ιστορίες, καλιμπραρισμένες ώστε να «βγάζουν νόημα»: Τα πάντα είναι ένα flow, μια λάμψη στην άκρη του ματιού, μια προσωπική μανία απέναντι στον κόσμο όλο (και στον ίδιο μας τον εαυτό), ένα άστρο που λάμπει, μια Στιγμή, κάτι το απροσδιόριστο, κάτι αδύνατον να αναπαραχθεί ή να μπει σε εξισώσεις.

Σε συνδυασμό με την πηγαία έκσταση των χορογραφιών και των κορυφαίων bangers του Ρόμπι Γουίλιαμς –διασκορπισμένων στην ταινία ως παράλληλη αφήγηση της αίσθησης αντί της λογικής–, το “Better Man” γίνεται μια αληθινή έκπληξη. Κι αν η μάλλον αναπόφευκτη ζαχαρίνη της 3ης πράξης το κρατούν μακριά από το να φλερτάρει με το σπουδαίο, έχει ήδη πετύχει αρκετά ως εκείνο το σημείο. Τα vibes δεν λένε ψέματα.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module